ΑΣΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ : Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1989, η Κούβα βρέθηκε ξαφνικά μετέωρη. Οι εξαγωγές ζάχαρης διακόπηκαν απότομα, οι εισαγωγές τροφίμων σταμάτησαν, συνάλλαγμα δεν υπήρχε και ο πληθυσμός, ιδιαίτερα στην Αβάνα, είχε φτάσει στα όρια της λιμοκτονίας. Και τότε η κουβανέζικη κυβέρνηση έλαβε ριζοσπαστικά μέτρα. Δημιούργησε μεγάλους λαχανόκηπους γύρω από τις πόλεις, επέτρεψε σε όσους ήθελαν να καταλάβουν άδεια οικόπεδα στις γειτονιές και να αρχίσουν να τα καλλιεργούν και έδωσε την άδεια να λειτουργήσουν δεκάδες λαϊκές αγορές στις γειτονιές όπου οι παραγωγοί πουλούσαν σε χαμηλές τιμές τα λαχανικά τους. Μέσα σε δυό χρόνια η Κούβα είχε λύσει οριστικά το επισιτιστικό της πρόβλημα. Ένα παράδειγμα προς μίμηση για κοινωνίες που βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωπες με το φάσμα της πείνας.

Δικαίως η Αβάνα θεωρείται παγκόσμια πρωτεύουσα της αστικής γεωργίας. Από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα, το κουβανέζικο πρόγραμμα αστικής γεωργίας εξασφάλισε στα 2,2 εκατομμύρια κατοίκων της Αβάνας επάρκεια σε τρόφιμα και προπαντός μεταμόρφωσε μια βαθιά επισιτιστική κρίση σε πολιτικό και οικονομικό θρίαμβο. Μπροστά στη φανερή πλέον πορεία της χώρας μας, και κυρίως του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού πληθυσμού προς την επισιτιστική κρίση, το παράδειγμα της Αβάνας δείχνει με σαφήνεια τι θα έπρεπε να κάνουμε, αρχίζοντας ει δυνατόν από σήμερα. Βεβαίως, οι βαθιές διαφορές των πολιτικο-οικονομικών μοντέλων Κούβας και Ελλάδας, καθώς και οι εντελώς διαφορετικές διεθνείς συγκυρίες, θα παίξουν τον ρόλο τους στις μορφές που θα πάρει η ελληνική απάντηση στην κρίση. Τα πράγματα όμως είναι σαφή: Μπροστά μας έχει αρχίσει να ορθώνεται το φάσμα της πείνας και ο τρόπος που αντιμετώπισε η Κούβα μια παρόμοια βαθιά κρίση μπορεί να μας προσφέρει πολύτιμα μαθήματα.


Όταν το 1989 κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, η Κούβα βρέθηκε σε τραγική κατάσταση. Έχασε τον μοναδικό πελάτη της σε ζαχαροκάλαμο, άρα και ξένο συνάλλαγμα, έχασε τον βασικό προμηθευτή της σε τρόφιμα (εισήγαγε το 50% των συνολικών τροφίμων), έχασε την πρόσβασή της σε φτηνά ορυκτά καύσιμα, τα γεωργικά της εφόδια μειώθηκαν κατά 67%, η εισαγωγή γεωργικών μηχανημάτων σταμάτησε και υπολογίζεται ότι μεταξύ 1991 και 1995 τα τρόφιμα μειώθηκαν κατά 60%, κυρίως στην Αβάνα. Ξεκίνησε σε μεγάλη έκταση η διανομή τροφίμων με δελτίο για να διασφαλιστεί η δίκαιη διανομή, αλλά παρ’ όλα αυτά, μέχρι το 1995 ο μέσος κάτοικος της Αβάνας έχασε 10 κιλά από το βάρος του. Τα πράγματα μάλιστα επιδεινώθηκαν από την επιβολή αυστηρότερου εμπάργκο από τις ΗΠΑ. Ήταν φανερό ότι αν δεν δινόταν, και μάλιστα επειγόντως, μια οργανωμένη απάντηση, η επισιτιστική κρίση θα μετατρεπόταν σύντομα σε ανθρωπιστική. Τα στοιχεία που παραθέτουμε σ’ αυτό το άρθρο βασίζονται σε επιτόπια έρευνα του Μάριο Νόβο και της Κάθριν Μέρφυ.
Μέχρι το 1989, η αστική γεωργία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στην Αβάνα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να καλλιεργεί μόνος του κανείς τρόφιμα, ούτε καν οι φτωχότεροι. Με το ξεκίνημα όμως της κρίσης εμφανίστηκε η αστική γεωργία με σύνθημα να μη μείνει ακαλλιέργητη ούτε σπιθαμή γης, ακόμα και μέσα στην έντονα αστικοποιημένη Αβάνα. Το πρόγραμμα αυτοκατανάλωσης (autoconsumo), που είχε ξεκινήσει στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με στόχο την αυτάρκεια σε τρόφιμα, επεκτάθηκε και μείωσε κατά πολύ την ανάγκη για μεταφορές, κατάψυξη, αποθήκευση και άλλες απαιτητικές σε πόρους δραστηριότητες. Σε ολόκληρη την Αβάνα άρχισαν να εμφανίζονται αστικοί κήποι. Τους κατοίκους της πόλης δεν τους απασχολούσε τόσο το εάν θα ασχοληθούν με την καλλιέργεια τροφίμων και την εκτροφή ζώων, αλλά μάλλον το πώς θα το έκαναν.
Παραγωγή μέσα στην κοινότητα, από την κοινότητα, για την κοινότητα
Για τους Αβανέζους, η αστική γεωργία ήταν εξαρχής ένας τρόπος για να έρθουν κοντά οι παραγωγοί και οι καταναλωτές με στόχο τη σταθερή ροή φρέσκων και υγιεινών τροφίμων από την παραγωγή στην κατανάλωση. Εξαιρετική σημασία είχε εξαρχής η εγγύτητα παραγωγών και καταναλωτών, δηλαδή η τοπικότητα της όλης διαδικασίας. Γενικά, η αστική γεωργία στην Αβάνα είναι ένα σύστημα εντατικής, οργανικής καλλιέργειας (με οργανικά φυτοφάρμακα και οργανική λίπανση), που επιδιώκει την παραγωγή μιας ποικιλίας φυτικών προϊόντων και ζώων όλο τον χρόνο. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στη σωστή χρήση του νερού, την προσεκτική διαχείριση της γονιμότητας του εδάφους και την προστασία του περιβάλλοντος. Η υποστήριξη της κυβέρνησης είναι δεδομένη και πολλοί κρατικοί οργανισμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της αστικής γεωργίας. Οι δημοτικές αρχές της Αβάνας μάλιστα απαγόρευσαν εξαρχής τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων μέσα στα όρια της πόλης και έτσι τα παραγόμενα προϊόντα είναι όλα οργανικά. Το ενδιαφέρον όλων για συνεχείς βελτιώσεις παραμένει έντονο και καθημερινά σχεδόν νέες ιδέες και εφαρμογές δοκιμάζονται από παραγωγούς και επιστημονικά ινστιτούτα.
Τέλος στον κρατικό συγκεντρωτισμό
Τον Σεπτέμβριο του 1993, η κυβέρνηση της Κούβας έκανε μια πολύ σημαντική πολιτική στροφή. Με τον Νόμο 142, διέσπασε τα περισσότερα μεγάλα κρατικά αγροκτήματα και δημιούργησε τις λεγόμενες Βασικές Μονάδες Συνεταιρικής Παραγωγής (Unidades Básicas de Producción Cooperativa), δηλαδή μικρότερα αγροκτήματα που ανήκουν και διευθύνονται από τους εργαζόμενους σ’ αυτά. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση του Κάστρο εγκατέλειψε το συγκεντρωτικό μοντέλο παραγωγής με στόχο τη σύνδεση των εργαζόμενων με τη γη, την ανάπτυξη αίσθησης ευθύνης, την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης των εργαζόμενων και των οικογενειών τους, την άμεση διασύνδεση του εισοδήματος με την παραγωγικότητα και την αύξηση της αυτονομίας. Παράλληλα, επιτράπηκε να λειτουργήσουν πάλι οι μέχρι τότε απαγορευμένες αγορές παραγωγών.
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση συνέχισε να παίζει ενεργό ρόλο στην αστική γεωργία. Ο ρόλος της όμως ήταν πλέον υποβοηθητικός, συντονιστικός και εκπαιδευτικός και έτσι το ορμητικό κίνημα αστικής γεωργίας της Κούβας υποστηρίχθηκε για πρώτη φορά στον κόσμο από ένα συντονισμένο πρόγραμμα που περιλάμβανε εύκολη πρόσβαση στη γη, εκπαιδευτικές υπηρεσίες, ανάπτυξη έρευνας και τεχνολογίας, νέα καταστήματα γεωργικών εφοδίων και νέα σχήματα μάρκετινγκ και οργάνωσης των σημείων πωλήσεων των παραγωγών.
Η εγκατάλειψη του συγκεντρωτισμού από το καθεστώς επέβαλε τη ρύθμιση του δικαιώματος χρήσης της γης από τους καλλιεργητές. Η βασική προτεραιότητα ήταν να διατεθεί η γη για παραγωγή τροφίμων. Για τον λόγο αυτό, έπρεπε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα χρήσης της γης σε όσους θέλουν να καλλιεργούν τρόφιμα. Το νέο Υπουργείο Ανάπτυξης Αστικής Γεωργίας που δημιουργήθηκε ανέλαβε αυτό το έργο και άλλαξε τους πολεοδομικούς κανονισμούς ώστε οι καλλιεργητές να έχουν νομική προτεραιότητα σε κάθε αχρησιμοποίητο χώρο. Οι πολίτες που θέλουν να ξεκινήσουν ένα κήπο κάνουν αίτηση στην τοπική αυτοδιοίκηση, ζητώντας συνήθως ένα συγκεκριμένο οικόπεδο. Με την αποκεντρωτική αυτή στρατηγική, η διασφάλιση του δικαιώματος καλλιέργειας της γης γίνεται γρήγορα και με ελάχιστη γραφειοκρατία. Κάθε αχρησιμοποίητη ιδιωτική γη δίνεται ως επικαρπία σε όποιον θέλει να την καλλιεργήσει. Πάντως, αν ο καλλιεργητής δεν αρχίσει παραγωγή μέσα σε έξη μήνες, όλα τα δικαιώματα επιστρέφονται στον νόμιμο ιδιοκτήτη.





Το σύστημα καλλιέργειας στην Αβάνα
Το 1998, ήταν σε λειτουργία πάνω από 8.000 επίσημα αναγνωρισμένες μονάδες αγροτικής παραγωγής, στις οποίες απασχολούνταν 30.000 άτομα. Το 30% περίπου της διαθέσιμης γης στην Αβάνα καλλιεργείται και τα αγροκτήματα και οι κήποι της πόλης μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε κατηγορίες.
1. Λαϊκοί κήποι
Η πιο δημοφιλής μορφή αστικής γεωργία στην Αβάνα είναι οι λαϊκοί κήποι (grupos de parceleros), που διευθύνονται από τους καλλιεργητές. Οι κήποι αυτοί εμφανίστηκαν λίγο πολύ αυθόρμητα σε αυλές, μπαλκόνια και ταράτσες σαν απάντηση στα προβλήματα της περιόδου της πείνας. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, όλα σχεδόν τα τρόφιμα από τους λαϊκούς κήπους της Αβάνας πήγαιναν κατευθείαν στις οικογένειες, τους στενούς φίλους και τους γείτονες των καλλιεργητών. Μια έρευνα το 1995 διαπίστωνε ότι κατά μέσο όρο 10 άτομα διατρέφονταν κανονικά από κάθε κήπο. Με τη χαλάρωση των νόμων για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, η παραγωγή αυξήθηκε και επιτράπηκε στους καλλιεργητές να έχουν και ένα οικονομικό όφελος.
Εντούτοις, οι καλλιεργητές χαρίζουν σημαντικές ποσότητες τροφίμων στη γειτονιά, ιδίως σε σχολεία και παιδικούς σταθμούς. Κι αυτό είναι λογικό, εφ’ όσον η κοινότητα τους προσφέρει δωρεάν τη γη. Σήμερα, πάνω από 26.000 λαϊκοί κήποι στην Αβάνα καλύπτουν πάνω από 24.000 στρέμματα και παράγουν 25.000 τόνους τροφίμων τον χρόνο. Η πλειονότητα των καλλιεργητών έχουν άλλη κύρια δουλειά και καλλιεργούν στον ελεύθερο χρόνο τους, ενώ ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτούς είναι συνταξιούχοι.
2. Βασικές Μονάδες Συνεταιρικής Παραγωγής
Όπως αναφέραμε παραπάνω, πρόκειται για τα συνεταιρικά αγροκτήματα που προέκυψαν από τη διάσπαση των μεγάλων κρατικών αγροκτημάτων. Βρίσκονται σε ολόκληρη τη χώρα και έχουν συνήθως 5–10 μέλη, ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους. Παράγουν διάφορα είδη προϊόντων, ενώ οι 16 Βασικές Μονάδες Συνεταιρικής Παραγωγής στην Αβάνα παράγουν γάλα.
3. Συνεταιρικές μονάδες εφοδιασμού
Η παραγωγή αυτών των μονάδων κατευθύνεται στον εφοδιασμό της καντίνας των εργοστασίων. Οι περισσότερες όμως απ’ αυτές παράγουν πλεόνασμα, που πωλείται στους εργαζόμενους σε χαμηλές “κρατικές τιμές”. Μπορούν επίσης να πωλούν κατευθείαν στο κοινό, συνήθως από ένα πάγκο δίπλα στο εργοστάσιο. Συχνά τα κέρδη από την καλλιέργεια διανέμονται μεταξύ των καλλιεργητών.
4. Ιδιωτικά αγροκτήματα
Μέσα στα όρια της πόλης της Αβάνας υπάρχει ένα αριθμός ιδιωτικών αγροκτημάτων (Campesinos particolares). Η μέση έκταση αυτών των αγροκτημάτων είναι 130 στρέμματα. Το μεγαλύτερο μέρος του γάλακτος και των κομμένων λουλουδιών που πωλούνται στην Αβάνα προέρχεται από αυτά τα αγροκτήματα. Το γάλα δεν πωλείται στις αγορές παραγωγών, αλλά διανέμεται μέσω του κρατικού συστήματος διανομής.
5. Κρατικά αγροκτήματα
Υπάρχουν τρεις κρατικές αγροτικές επιχειρήσεις στην Αβάνα. Κάθε επιχείρηση είναι οργανωμένη σε δημοτικά αγροκτήματα που τροφοδοτούν την επιχείρηση σε “λογικές τιμές”. Το προϊόν κατόπιν διανέμεται από το κρατικό σύστημα διανομής.
6. Organopónicos και εντατικοί κήποι
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αβανέζικης αστικής γεωργίας είναι τα λεγόμενα organopónicos. Είναι κήποι με ζαρντινιέρες και υψωμένα παρτέρια με υψηλή περιεκτικότητα κομπόστ (50%). Τα organopónicos χρησιμοποιούνται κυρίως για εντατική παραγωγή λαχανικών. Το σύστημα λειτουργεί καλά στο αστικό περιβάλλον – π.χ. σε πλακόστρωτα οικόπεδα ή σε αγροτεμάχια με άγονο χώμα. Μερικά organopónicos είναι ενταγμένα σε μια κρατική επιχείρηση, ενώ άλλα είναι οργανωμένα σε Βασικές Μονάδες Συνεταιρικής Παραγωγής. Έχουν υψηλή παραγωγικότητα και αναφέρονται σοδειές που φτάνουν τα 30 κιλά ανά τετραγωνικό μέτρο. Το μεγαλύτερο organopónico διευθύνεται από την Ομοσπονδία Κουβανέζων Γυναικών και απασχολεί 140 γυναίκες.
Εκεί που το χώμα είναι κατάλληλο, το σύστημα των organopónicos βαθμιαία αντικαθίσταται από τους εντατικούς κήπους (huertos intensivos). Οι κήποι αυτοί αξιοποιούν μεθόδους εντατικής καλλιέργειας σε υψωμένα παρτέρια χωρίς τειχώματα. Οι 800 περίπου μονάδες organopónicos και huertos intensivos καλύπτουν πάνω από 3.900 στρέμματα και έχουν μέση παραγωγή 21 κιλά ανά τετραγωνικό μέτρο.
Η αγροτική παραγωγή στην Αβάνα
Το συνολικό εμβαδόν της Αβάνας είναι 720 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα και απ’ αυτά τα 300 περίπου χρησιμοποιούνται για αγροτική παραγωγή.
Πίνακας 1: Αστική αγροτική παραγωγή στην πόλη της Αβάνας
Έτος1995199619971998
Παραγωγή (τόνοι)44,24380,46296,653113,525
Πίνακας 2: Αστική αγροτική παραγωγή στην Κούβα ανά σύστημα παραγωγής (1997)
ΤομέαςΠαραγωγή (τόνοι)
Λαϊκοί κήποι28,385
Αυτοκατανάλωση23,389
Organopónicos47,651
Ιδιωτικά αγροκτήματα44,480
Κρατικά αγροκτήματα16,095
ΣΥΝΟΛΟ160,000
Πηγή: Grupo Provincial Agropecuario, 1998
Οι λαϊκοί κήποι όχι μόνο παραμέρισαν τη μονοτονία των διαθέσιμων τροφίμων, αλλά και επανέφεραν παραδοσιακές παραγωγές (λ.χ. σουσάμι) και εισήγαγαν νέες, όπως το σπανάκι. Μεταξύ των διάφορων τύπων παραγωγής παρατηρούνται κάποιες διαφοροποιήσεις. Οι οικιακοί κήποι και οι κήποι στους χώρους εργασίας παράγουν κυρίως για αυτοκατανάλωση και γι’ αυτό οι κηπουροί καλλιεργούν ό,τι θέλουν να καταναλώσουν, όπως φρέσκα λαχανικά, ρίζες και κονδύλους, καρυκεύματα και λίγα φρούτα. Πολλοί επίσης εκτρέφουν μικρά ζώα για κρέας, γάλα, αυγά κλπ.
Οι μονάδες εφοδιασμού καλλιεργούν παρόμοιες παραγωγές επειδή σκοπός τους είναι να τροφοδοτούν το γεύμα των εργαζόμενων στους τόπους εργασίας. Όταν υπάρχει διαθέσιμος χώρος, οι κήποι αυτοί συχνά εκτρέφουν ζώα, μερικές φορές ακόμα και αγελάδες. Το 1997 παρήγαγαν 8.355.000 αυγά, 1.392.000 λίτρα γάλα και 240 τόνους κρέας.
Τα organopónicos έχουν διαφορετικό ρόλο και εστιάζονται στην παραγωγή συμπληρωματικών τροφίμων που οι κάτοικοι της πόλης δεν μπορούν να εξασφαλίσουν από το δελτίο. Τα τρόφιμα αυτά που συνήθως αγοράζονται καθημερινά περιλαμβάνουν το μαρούλι, τα φρέσκα κρεμμυδάκια, το σπανάκι, τις τομάτες, τα φρέσκα φασολάκια και κάποια άλλα λαχανικά και καρυκεύματα.
Ζωική παραγωγή
Στην Αβάνα εκτρέφονται επίσης και πολλές χιλιάδες ζώα, αν και έχουν θεσπιστεί κανονισμοί για το πού λαβαίνει χώρα η χοιροτροφία, ώστε να μην επηρεάζεται ο τοπικός πληθυσμός ή να μη μολύνονται τα αποθέματα νερού. Γι’ αυτό, η χοιροτροφία υπάρχει κυρίως στα όρια της πόλης. Το 1998 υπήρχαν 63.000 χοίροι, εκ των οποίων το 68% ανήκαν σε ιδιώτες. Επίσης, στην Αβάνα υπήρχαν την ίδια χρονιά 700 μονάδες παραγωγής κουνελιών με 3.500 κονικλομητέρες. Ακόμα, οι κάτοικοι είχαν μεγαλώσει μέσω του προγράμματος αστικής γεωργίας 170.000 πουλερικά. Επίσης, υπήρχαν πρόβατα και κατσίκες όχι μόνο για το κρέας, αλλά και για το γάλα τους.
Υποστηρικτικές υπηρεσίες
Οι κάτοικοι της Αβάνας δεν έγιναν έμπειροι κηπουροί σ’ ένα βράδυ. Ήταν γεμάτοι ενθουσιασμό, αλλά πολύ λίγα γνώριζαν για τις εντατικές, αγρο-οικολογικές και μικρής κλίμακας μεθόδους που απαιτούνταν για ένα επιτυχές πρόγραμμα αστικής γεωργίας. Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια μείζων αλλαγή από μια γεωργία με μεγάλη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων σε μια βιώσιμη οργανική γεωργία δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τεχνική υποστήριξη. Εδώ ο ρόλος του κουβανέζικου κράτους ήταν καθοριστικός. Η ορμητική ανάπτυξη της αστικής γεωργίας στην Κούβα έγινε εφικτή μέσα από ένα εντυπωσιακό σύνολο οργανισμών υποστήριξης των παραγωγών. Ένα καλά οργανωμένο σύστημα που απαρτίζεται από δημοτικές αρχές, λαϊκά συμβούλια, ινστιτούτα ερευνών, καθώς και ένα υποστηρικτικό δίκτυο, πλαισιώνει σε καθημερινή βάση τους καλλιεργητές.
1. Το υποστηρικτικό δίκτυο
Κάθε δημοτική αρχή της Αβάνας διαθέτει ένα υποστηρικτικό δίκτυο με δύο έως επτά εργαζόμενους, ανάλογα με το μέγεθος και τον αριθμό των κήπων στον δήμο. Το δίκτυο προσφέρει γεωπονικές και κτηνιατρικές υπηρεσίες, μεταφορά τεχνολογίας, επισκέψεις και βοήθεια στους παραγωγούς για παρακολούθηση των καλλιεργειών, εντοπισμό ασθενειών και παρασίτων και εξασφάλιση των αναγκαίων προϊόντων βιολογικού ελέγχου.
Μια άλλη σημαντική ευθύνη των εργαζόμενων του δικτύου είναι η διανομή της γης στους καλλιεργητές. Οι κάτοικοι κάθε δήμου ζητούν οικόπεδα και αγροτεμάχια για καλλιέργεια κατευθείαν από τον υπεύθυνο του δικτύου υποστήριξης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να βρει κατάλληλο αγροτεμάχιο, να κατοχυρώσει τα δικαιώματα του καλλιεργητή και να του εκδώσει άδεια πωλήσεων την εποχή της συγκομιδής. Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος διαπιστώσει πως ένα αγροτεμάχιο δεν έγινε παραγωγικό, προειδοποιεί επανειλημμένα τον παραγωγό και, αν αυτός αδιαφορήσει, παραχωρεί τη γη σε άλλο καλλιεργητή.
Οι εργαζόμενοι στο υποστηρικτικό δίκτυο συνεργάζονται στενά με τους άλλους θεσμούς που εμπλέκονται στην αστική γεωργία – καταστήματα αγροτικών εφοδίων, παραγωγούς σπόρων και κέντρα αγροτικών ερευνών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι διάφοροι θεσμοί αλληλοσυμπληρώνονται. Παράδειγμα αυτής της συνεργασίας είναι τα εκπαιδευτικά σεμινάρια τόσο για τους εργαζόμενους του δικτύου όσο και τους καλλιεργητές. Μέχρι το 1998, 30.000 άτομα στην Αβάνα είχαν παρακολουθήσει τέτοια σεμινάρια οργανωμένα από το δίκτυο και τα κέντρα ερευνών.
2. Αγροτικά καταστήματα και σύμβουλοι
Η Αβάνα διαθέτει 26 καταστήματα αγροτικών εφοδίων που παρέχουν και συμβουλές στους καλλιεργητές. Στόχος τους είναι να εξασφαλίσουν την τεχνική και υλική βιωσιμότητα της αστικής γεωργίας. Τα καταστήματα βρίσκονται σε αστικές περιοχές και προσφέρουν σπόρους, φυντάνια, δενδρύλλια, βιο-λιπάσματα, βιο-φυτοφάρμακα, βελτιωτικά εδάφους και εργαλεία, όπως τσάπες, σκαλιστήρια κ.ά. Ο πελάτης βρίσκει επίσης σ’ αυτά τεχνικές συμβουλές για την καλλιέργεια και εκδόσεις του υπουργείου.
Αρχικά, τα καταστήματα διευθύνονταν από το υπουργείο, αλλά μέσα στο γενικό πλαίσιο της αποκέντρωσης οι υπάλληλοι έγιναν αυτοαπασχολούμενοι διαχειριστές με μεγάλο βαθμό αυτονομίας. Το προσωπικό των καταστημάτων είναι πτυχιούχοι γεωπόνοι ή έχουν σοβαρή αγροτική εμπειρία. Οι τιμές καθορίζονται από τα καταστήματα και οι αμοιβές του προσωπικού εξαρτώνται από τα καθαρά κέρδη.
3. Κέντρα βιολογικού ελέγχου ασθενειών
Οι οικονομικές κρίσεις στέρησαν από την Κούβα το απαραίτητο ξένο συνάλλαγμα για την εισαγωγή χημικών προϊόντων από τα οποία η χώρα εξαρτιόταν τα προηγούμενα χρόνια. Η κατάσταση αυτή επιτάχυνε την υιοθέτηση και παραγωγή βιο-φυτοφαρμάκων. Έντεκα Κέντρα Παραγωγής Εντομοκτόνων και Εντομοπαθογόνων (CREE) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους παραγωγούς. Τα κέντρα παράγουν και πωλούν βιο-φυτοφάρμακα μέσω των αγροτικών καταστημάτων που ήδη αναφέραμε παραπάνω. Και καθώς οι δημοτικοί κανονισμοί δεν επιτρέπουν τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων εντός των ορίων της πόλης, τα βιο-φυτοφάρμακα ήταν καθοριστικά για την ανάπτυξη της αστικής γεωργίας. Συνεργαζόμενη με τα CREE είναι η υπηρεσία φυτο-υγιεινής, η οποία απασχολεί ελεγκτές με δικαίωμα επιβολής προστίμων για κάθε παραβίαση των κανονισμών.
4. Κέντρα αγροτικών ερευνών
Η Κούβα διαθέτει ένα μεγάλο τομέα αγροτικών ερευνών. Η ανάπτυξη της αστικής γεωργίας υποστηρίχθηκε από την έρευνα και τεχνική βοήθεια των ερευνητικών ινστιτούτων. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα των γεωργικών σχολών έχει προσαρμοστεί στη μεταμόρφωση του αγροτικού τομέα, εξασφαλίζοντας έτσι πτυχιούχους ερευνητές για το μέλλον. Ο ρόλος των ερευνητικών ινστιτούτων στην  Κούβα είναι πολύμορφος και ορισμένα από αυτά συντονίζουν την παραγωγή σε φυτώρια σπόρων και φυντανιών στην Αβάνα. Άλλα ινστιτούτα συνεργάζονται στενά με τους παραγωγούς και προσφέρουν πόρους, εκπαιδευτικό υλικό και ειδικευμένη βοήθεια.
Τα προβλήματα της αστικής γεωργίας στην Αβάνα
Σε μεγάλο βαθμό, η επιτυχία της αστικής γεωργίας στην Αβάνα βασίστηκε στον υποστηρικτικό ρόλο του κράτους και στην άμεση συμμετοχή του στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Με τη συντονισμένη πρόσβαση στους διαθέσιμους πόρους, αποφεύχθηκε στην Αβάνα ο έντονος ανταγωνισμός και η κερδοσκοπία, όπως συνέβη σε πολλές άλλες πόλεις του κόσμου. Οπωσδήποτε, ο συντονισμός αυτός ωφέλησε την αστική γεωργία στην Αβάνα, επειδή η γη αξιοποιήθηκε παραγωγικά και οι χώροι παραγωγής οργανώθηκαν σε κατάλληλα σημεία της πόλης, λόγου χάρη κοντά σε υδάτινους πόρους. Οι πόροι όμως δεν επαρκούν.
Η επάρκεια νερού είναι ένα μεγάλο πρόβλημα για τους κήπους της Αβάνας. Το δίκτυο υδροδότησης δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες των νοικοκυριών. Έτσι, αναζητούνται συνεχώς άλλες πηγές υδροδότησης των κήπων (π.χ. πηγάδια), καθώς και μέθοδοι πρόληψης των απωλειών σε νερό και καλύτερης διατήρησης της υγρασίας του χώματος.
Ένα άλλο πρόβλημα που αφορά γενικά την αστική γεωργία είναι η περιορισμένη γη για αγροτική παραγωγή. Επιπλέον, η διαθέσιμη γη συχνά έχει σκληρό χώμα, γεμάτο χαλίκια και με χαμηλή περιεκτικότητα σε οργανική ύλη. Για να γίνει παραγωγική αυτή η γη απαιτείται μεγάλη προσπάθεια και μεγάλες ποσότητες οργανικής ύλης και κομπόστ. Σε μερικές περιοχές χωρίς χώμα, οι κηπουροί καλλιεργούν αποκλειστικά σε κομπόστ, είτε σε υψωμένα παρτέρια είτε σε ζαρντινιέρες.

Επάρκεια τροφίμων και άλλα οφέλη
Χωρίς αμφιβολία, η Αβάνα αποτελεί το επιτυχέστερο παράδειγμα αξιοποίησης της αστικής γεωργία για να αντιμετωπιστεί η επισιτιστική κρίση, όχι μόνο από τους κατοίκους της πόλης, αλλά και σαν επίσημη κρατική στρατηγική. Αν και είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τότε που η Αβάνα κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες εισαγόμενων τροφίμων, σύντομα η πόλη κατόρθωσε να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς λαχανικών στη χώρα – γεγονός που αποδεικνύει πόσο σημαντική μπορεί να αποβεί η αστική γεωργία.
Η αστική γεωργία βοήθησε ουσιαστικά στην αναστροφή της επιδεινούμενης επισιτιστικής κατάστασης κατά τα χρόνια της κρίσης. Οι αστικοί κήποι έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην ελάφρυνση των επισιτιστικών προβλημάτων. Βέβαια, η αστική παραγωγή δεν ήταν αρκετή για να καλύψει όλες τις επισιτιστικές ανάγκες της Αβάνας, αλλά συνέβαλε αφ’ ενός στην αύξηση των διαθέσιμων τροφίμων αφ’ ετέρου στη μείωση της τιμής τους. Οι καλλιεργητές της Αβάνας κατά μέσο όρο πωλούν τα προϊόντα τους 20% φτηνότερα από τους μανάβηδες. Σημαντικό επίσης όφελος για τη συνολική οικονομία προσφέρει το γεγονός ότι επειδή η παραγωγή πωλείται επιτόπου δεν χρειάζεται αποθήκευση και μεταφορές, πράγμα που μειώνει τις δαπάνες μετά τη συγκομιδή.
Αναφέρθηκε πιο πάνω ότι οι κήποι της γειτονιάς χαρίζουν τρόφιμα σε σχολεία και παιδικούς σταθμούς. Έτσι, η αστική γεωργία στην Αβάνα προωθεί καλύτερες διατροφικές συνήθειες στα παιδιά και τους νέους, με μακροπρόθεσμα ευεργετικά αποτελέσματα στην υγεία του κουβανέζικου λαού. Οι κάτοικοι της Αβάνας τρώνε τώρα περισσότερα φρέσκα λαχανικά απ’ ότι πριν από την κρίση, ενώ οι λαϊκοί κήποι ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη στις γειτονιές.
Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή της αστικής γεωργίας στη δημιουργία νέων ευκαιριών απασχόλησης. Συνολικά, υπολογίζεται ότι δημιουργήθηκαν περίπου 150.000 θέσεις εργασίας στην αστική γεωργία και σε δουλειές που σχετίζονται μ’ αυτή. Το δε οικογενειακό εισόδημα πολλών από τους εργαζόμενους στην αστική γεωργία είναι ψηλότερο από τον μέσο όρο εισοδήματος σε ολόκληρο το νησί.
Περιβαλλοντικά κέρδη
Πριν από την εμφάνιση της αστικής γεωργίας, η Αβάνα είχε μάλλον λίγα περιβαλλοντικά προβλήματα σε σύγκριση σε άλλες πόλεις του κόσμου. Όπως αποδείχτηκε στην πράξη, με τη συντονισμένη δράση κράτους και πολιτών το πρόγραμμα αστικής γεωργίας στην πόλη συνέβαλε στη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση της αστικής γεωργίας στην Αβάνα βοήθησε πολύ στην αποφυγή των προβλημάτων που συνδέονται με την αστική γεωργία σε άλλες πόλεις. Π.χ. η χρήση τοξικών αγροτικών χημικών έχει απαγορευθεί. Η απαγόρευση αυτή έγινε δυνατή επειδή τα ερευνητικά ινστιτούτα ήταν σε θέση να προσφέρουν αφ’ ενός μεθόδους βιολογικού ελέγχου των εντόμων, των μυκήτων και των βακτηριδίων αφ’ ετέρου οργανικό έλεγχο μέσω φυτών με εντομοκτόνες ιδιότητες, όπως ο καπνός.
Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στις αλλαγές στον πολεοδομικό σχεδιασμό ώστε η αστική γεωργία να μη γίνει εμπόδιο και πρόβλημα στην ανάπτυξη της πόλης. Καταστρώθηκαν πολεοδομικά σχέδια που προέβλεπαν πού επιτρέπονταν οι χρήσεις γης για καλλιέργεια. Π.χ. η εκτροφή χοίρων περιορίστηκε στην αστική περιφέρεια με αυστηρούς κανονισμούς υγιεινής και κτηνιατρικό έλεγχο. Ορισμένες αγροτικές δραστηριότητες απαγορεύτηκαν κοντά σε πηγές νερού.
Σημαντική επίσης ήταν η συμβολή της αστικής γεωργίας στη διαχείριση των απορριμμάτων της πόλης. Η Αβάνα παράγει καθημερινά 1.400 τόνους απορριμμάτων από τις περιοχές κατοικίας. Ένα μέρος αυτών των απορριμμάτων ανακυκλώνεται σε 25 ειδικές μονάδες παραγωγής κομπόστ, η οποία φυσικά διοχετεύεται στους κήπους της πόλης. Τέλος, μια σημαντική συμβολή της αστικής γεωργίας στο περιβάλλον της πόλης ήταν το πρόγραμμα αναδάσωσης Mi Programma Verde (Το πράσινο πρόγραμμά μου) που είχε θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του πράσινου στην πόλη, στην καλύτερη παρακράτηση νερού στο υπέδαφος, στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα και στον καλλωπισμό του αστικού τοπίου.
Η αστική γεωργία στην Αβάνα ήταν προϊόν της ανάγκης. Απέναντι στο οξύτατο επισιτιστικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε, η πόλη ανέπτυξε μια αξιοθαύμαστη άμυνα – το πιο επιτυχημένο πρόγραμμα αστικής γεωργίας στον κόσμο. Η συντονισμένη δράση πολιτών και κράτους κατόρθωσε να απομακρύνει το φάσμα της πείνας από την πόλη και ταυτόχρονα να προσφέρει ένα έξοχο παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει μια πόλη που αντιμετωπίζει επισιτιστική κρίση.
(Όλες οι φωτογραφίες είναι από αστικούς κήπους της Αβάνας) .









Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.