Χάλασα το χρόνο, τώρα ο χρόνος χαλάει εμένα.

ΑΠΕΙΡΟΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ ΚΑΙ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ τον αξύπνητο. Πεθαίνουν στις μάχες και στους ωκεανούς, στον αέρα, στο διάστημα και στις μεγάλες λεωφόρους· πεθαίνουν στα σπίτια τους και στα εργοστάσια· πεθαίνουν περπατώντας ή σε στιγμές αφροδίσιας παραφοράς· πεθαίνουν στις
κλινικές και στα νοσοκομεία· πεθαίνουν από δηλητήριο, πιστόλι ή μαχαίρι, από ξένα ή από δικά τους χέρια· πεθαίνουν θέλοντας και μη. Το φαινόμενο είναι τόσο οικείο και καθημερινό ώστε ενδιαφέρει μονάχα τους στατιστικολόγους. Αρκεί όμως, σαν κάννη, να το στρέψει κανείς προς τον εαυτό του για να γίνει εν ριπή οφθαλμού σκάνδαλο. Πεθαίνουν οι άλλοι, η ανώνυμη μάζα ή τα πιο κοντινά πρόσωπα —άλλα κι εγώ;

Μολονότι όλη η νεκρή ανθρωπότητα το μαρτυράει εν χορώ, ο θάνατος παραμένει για τον άνθρωπο κάτι απαράδεκτο και ακατανόητο. Γενικά την κρυπτική της βαθύτητα η ζωή την οφείλει πιθανώς στο ότι την διάγουμε ολόκληρη, ή το μεγαλύτερο μέρος της, με τη βασανιστική σκέψη μιας στιγμής που είναι απολύτως αδύνατο να βιώσουμε. Εξ ου και οι αμήχανες εκφράσεις: «έχασε τη ζωή του», «πεθαίνει» κτλ. Κανείς δε χάνει τη ζωή του... Κανείς δενπεθαίνει σε ενεστώτα... Τη στιγμή του θανάτου ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Ακόμα και στην τελευταία του στιγμή δε «χάνει» ούτε «πεθαίνει» —απλώς ανήκει στη ζωή.
Όσο λογικό δαιμόνιο κι αν διαθέτει ο θνητός, του είναι αδύνατο να κατανοήσει το πέρασμα από την παρουσία στην απουσία, να δεχτεί την ελάχιστη στάχτη που αφήνει το καμένο του κορμί. Σαν τερατώδης άρνηση της ζωής, ο θάνατος παραμένει το απροσπέλαστο. Κανείς ζωντανός δεν τον γνωρίζει κι όσοι τον «γνώρισαν» δεν μπορούν πια να μας μιλήσουν. Σκοτεινός ορίζοντας στις ακρώρειες της ζωής, αλλά και αθέατη σκιά πίσω από κάθε μας πράξη, απειλεί σιωπηλά και στη σιωπή καταδικάζει όσους τον «βιώνουν».
Αυτή την αλλόκοτη μη βιωσιμότητα του θανάτου ο Επίκτητος τη χαρακτήριζε πολύ απλά: ουδέν προς ημάς. Δεν μας αφορά. Τι νόημα έχει για τον άνθρωπο κάτι που όσο ζει αδυνατεί να το γευτεί και μόλις το δοκιμάσει κεραυνοβολείται για πάντα; Η στωική απάθεια δεν θέλει να δει ότι, παρά το ανέφικτο της εξήγησής του, ο θάνατος —ως σκέψη, φόβος, όριο του μέλλοντος, σαρδόνιος γέλως— αναστατώνει τη ζωή γιατί γελοιοποιεί τα ερείσματά της. Την μεταμορφώνει σε απίθανη παρωδία της ευτυχίας, γιατί αφαιρεί από την ύπαρξη του θνητού κάθε πειστικό νόημα. Προς τι η παρουσία, όταν ισοβίως βιώνεται σε μια κατάσταση πολιορκίας με προεξοφλημένη έκβαση; Τι ποντοπορία είναι αυτή που έχει σίγουρο το ναυάγιο;
Το ουδέν προς ημάς έχει κάτι από τις ιδιοφυείς παιδικές αντιδράσεις. Αντίθετα, η θνητή ύπαρξη φαίνεται να βρίσκει τη σοβαρότητά της από τη στιγμή που κατορθώνει να συλλαβίζει το σκοτεινό υδατόσημο που ενέχει. Τότε η ζωή μοιάζει συνταγμένη με τα ιερογλυφικά του θανάτου. Πρόκειται για μια συνταρακτική διττογραφία που, όταν γίνει συνείδηση, πειθαναγκάζει τον κάθε θνητό να φοράει κατάσαρκα, μέσα από την κατά κόσμον στολή, το σάβανό του. Όσες φορές κι αν το πούμε δεν αρκούν. Υπάρχει το μέγα βασίλειο των νεκρών. Το ισχυρότερο αντίδοτο της έπαρσης.
Θέλοντας και μη οι πάντες ζουν με το εξιτήριο στο χέρι. Γι' αυτό ακριβώς οι θρησκείες έχουν το μεταφυσικό δίκιο με το μέρος τους. Η δημαγωγία της αθανασίας της ψυχής, ονομάζοντας τη ζωή απλό πέρασμα, γέφυρα, εξορκίζει το θάνατο γιατί τον κάνει μεσοσταθμό και όχι τέρμα. Με παρόμοιες υποσχέσεις, που έχουν άπειρες δυνατότητες πειθούς ώστε να αντέξουν όσο και ο ανθρώπινος τρόμος, όχι μόνο νικιέται ο θάνατος, αλλά και η ζωή αποκτά κύρος. Κάθε στιγμή, αντί να γίνεται μια επιπλέον ρωγμή στην ύπαρξη, παίρνει νόημα αιωνιότητας. Και νυν και αεί.
Ακόμα και οι σπουδασμένοι στα δώδεκα σκαμνιά —της γνώσης, του πόνου, της ταπείνωσης— αναγνωρίζουν τη μέγιστη πειθώ της ρητορικής τού μετά θάνατον. Συνάδουν κι αυτοί στο ρυθμό τού «δώστε μου αυτό που δεν έχω». Μέχρι πότε όμως;
Έστω κι αν το ψέμα είναι το αλάτι της αλήθειας, έρχεται μια στιγμή που κουράζουν αφόρητα τόσο το ψέμα όσο και η αλήθεια. Αιώνες αναμονής και άγονης υπακοής άρκεσαν για να μετατρέψουν την πίστη στην αθανασία της ψυχής ή στη θνητή της μοίρα, από θρησκευτικό πρόβλημα σε θέμα ύφους. Ποιος ενδιαφέρεται πια για το στοίχημα του Πασκάλ; Αφού με ένα «πιθανόν» ή ένα «ίσως» αλλάζει κυριολεκτικά νόημα ό κόσμος, με τη βοήθεια ενός απλού «όχι» μπορεί κανείς να βρει την ελευθερία του.
Ο θάνατος έχει την ιδία συμπεριφορά με το φαρμάκι. Σε μικρές δόσεις όχι μόνο δε σκοτώνει, άλλα δίνει δύναμη. Το δάσος από τα ξύλα του καίγεται, λέει το φαρμάκι, και ή ζωή από ζωή πεθαίνει. Πεθαίνει κανείς επειδή έζησε. Τίποτε άλλο. Όσες φανταστικές κλίμακες κι αν πλάσουμε για να γλυτώσουμε από τον κόσμο, στο τέλος βαραίνει η πίκρα του Αχιλλέα και o νόστος του για τον θνητό βίο.
Απόφαση ή στάση ζωής, αυτή η σκέψη αναγκάζει όλο το βίο να καταγίνεται στη διευκρίνηση τού «τίποτε άλλο». Όποια μάτια κι αν δανειστούμε βλέπουμε πάντα δι' εσόπτρου εν αινίγματι. Γι' αυτό και όλοι οι δρόμοι υπόσχονται μελλοντολογώντας. Φυσικοποιώντας το θάνατο —πεθαίνουμε σαν τις γάτες, σαν τα φύλλα, σαν τα σκουλήκια— η φύση καταλήγει να γίνει αίνιγμα. Μετατρέποντάς τον σε μετεμπειρικό δράμα, ο κόσμος ξεπέφτει σε συμπτωματική ιλαροτραγωδία. Εξορθολογίζοντάς τον (ό,τι είναι ο ύπνος για τον άνθρωπο, είναι ο θάνατος για το είδος) φτάνουμε να λέμε πράγματα που το κόστος της αληθοφάνειάς τους είναι κατά πολύ ανώτερο από την αλήθεια τους. Γενικά κάθε επινοημένη οδός, αντί να πασχίζει για τη συντομία, επιμηκύνεται ατελεύτητα με απώτερη σκοπιμότητα να αποκρύψει το τέρμα. Όσο για τη γνωστή διέξοδο, να στραφεί κανείς προς τη ζωή για να μοιάσει με τους άλλους, δείχνει γρήγορα το ιταμό της πρόσωπο. Είτε διαλύεται σε απροσωπία, είτε κατανοεί ότι όσο βαθύτερα στη ζωή, τόσο βαθύτερα στο θάνατο.
Αλλά δεν ισχυριζόμαστε ότι η ανθρωπότητα ζει αποκλειστικά με ερμηνείες. Πριν από κάθε εξήγηση, αλλά και μετά από κάθε εξήγηση, τον πρώτο λόγο έχει η αμεσότητα που εξασφαλίζει με συντριπτικό ποσοστό ψήφο εμπιστοσύνης. Το αθεμελίωτο είναι κι αυτό θεμέλιο. Έτσι το αίσθημα του τερατωδώς εξαπατημένου που έχει κάθε θνητός, όταν στα μισά του βίου του (nel mezzo del camin di nostra vita) ανακαλύπτει ότι ζει-για-να-πεθάνει ή έστω ζει-και-θα-πεθάνει, με τις αναρίθμητες προσαρμογές, από ριζική απελπισία καταντά πωρωμένος σχετικισμός. Τότε ο σοβαροφανής τραγέλαφος διαπρέπει. Με λεπτότατες λοβοεκτομές, που παραδόξως πάντα πετυχαίνουν, η φημισμένη κλινική του αυτονόητου συντηρητισμού δρέπει τις δάφνες της καθυποταγης. Η μόνη μεταφυσική είναι πια η αποφυγή του ανεξήγητου. Η καθημερινότητα βιώνεται ως παρακαμπτήριος. Όλα συμπλέκονται μέσα σε αυτό το απατηλό υφάδι. Εκτός βέβαια από τη μία, την εξ ορισμού αβελόνιαστη κλωστή.
Μέσα στην κοινωνία της κακής πίστης, μέσα στην ανοστανάλατη ζωή που τρώει το κουτόχορτο ατελώνιστο —ω κοινωνική επιτυχία! ω λαμπρή σταδιοδρομία! ω όνειρα που γίνατε πραγματικότητα!— παρά να ψάχνει, με κίνδυνο φυσικά, να βρει το σπάνιο γκρεμνόχορτο, ο μεθυσμένος φέρνει το γκρεμνόχορτο μέσα του. Δεν είναι πάντα ο χαρισματικός. Δεν έχει τη σοβαρότητα η οποία κατέχει το ασφαλές ένστικτο της αλήθειας. Τις περισσότερες φορές το τάλαντό του είναι αρνητικό. Δεν δημιουργεί. Υπονομεύει και υπονομεύεται. Ωστόσο έχει το λαμπρό κύρος της αθλιότητάς του ώστε στις μοναδικές εξάρσεις του να μπορεί να αφουγκράζεται την μαύρηmusica humana.
Αξίζει ασφαλώς να πούμε εδώ ότι η μέθη δεν έχει σχέση με τις χαζοπαρέες που, στεφανωμένες με τα φτηνά άνθη της φλυαρίας, υποκαθιστούν τη χλιαρή τους φύση με την δανεική έξαρση του αλκοόλ και εγκαταλείπουν πολύ πριν αρχίσει η καθαυτό τελετή. Το μεθύσι, ό,τι κι αν λέει η παράδοση αιώνων, δεν είναι πράγμα της χαράς. Μοιάζει με τη θάλασσα: άλλοι την ταξιδεύουν και την κολυμπούν, κι άλλοι πάνε στα νερά της να πνιγούν. Όπως λοιπόν χωρίζουμε τον δημοσιογράφο από τον συγγραφέα, τον καθ' έξη φουστανάκια από τον ερωτευμένο, επιβάλλεται μια βασική διάκριση εκείνων που πίνουν για να έρθουν στο κέφι από τον —ας πούμε τη λέξη— επαγγελματία μέθυσο.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την πασίγνωστη ατμόσφαιρα του πανηγυριού, του γάμου, της πολυπρόσωπης συντροφιάς που χρησιμοποιεί το αλκοόλ σαν παυσίπονο και μεγεθυντικό μετασχηματιστή της απόλαυσης. Κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει αυτά τα (ομηρικής καταγωγής) ξεφαντώματα. Μέσα τους πάλλει η ψυχή της κοινότητας. Τους λείπει όμως η πένθιμη εσωτερικότητα που διακρίνει την κατάσταση του αληθινού μέθυσου. Ο τελευταίος δεν πίνει για να ξεχάσει —αντίθετα με το πιοτό ανασταίνεται η μνήμη του. Προπάντων, δεν πίνει με μέτρο από φόβο μήπως ξεπεράσει τα όρια. Ίσα ίσα τα όρια είναι που τον ενοχλούν. Πίνει απολύτως. Αχόρταγα και βάρβαρα, όπως έγραφε για τον Πόε ο Μποντλέρ. Και μέσα στην ακόρεστη διψομανία του, με την επικουρία της τύχης, συναντά ένα βέβηλο νεύμα που ψάχνει τα ανύπαρχτα ριζώματα.
Όπως ο μαθητευόμενος σαμάνος δέχεται να τον φτύνει ο δάσκαλός του στο στόμα και καταπίνει το σάλιο του για να μυηθεί στους δρόμους των δυστυχιών και της κόλασης, ο μέθυσος πίνει κι αυτός το σάλιο του Θεού του. Κάθε πότης κρύβει μύηση και ως τέτοια απαιτεί μακρόχρονη άσκηση. Θα πρέπει να σβήσουμε από τη μνήμη μας το άχαρο θέαμα των ανθρώπων που υποκύπτουν αμέσως στο αλκοόλ με τα πρώτα ποτήρια. Αυτούς που χάνουν τον κόσμο γύρω τους, ζαλίζονται, εμέσουν, κλαίνε, λιποθυμούν. Σαν το χέρι του παλιού εργάτη, που δε φουσκαλιάζει πια γιατί έχει τους κάλους του, η πολύχρονη συνήθεια έχει θωρακίσει τον μέθυσο από αυτούς τους κινδύνους. Δεν τον κάνει Σωκράτη. Αντίθετα τον προετοιμάζει για την τελική κατάρρευση, η οποία όμως δεν είναι ανάξια αδιαθεσία, αλλά πανάρχαιος πόνος.
Να γιατί δεν επιτρέπει ποτέ στον εαυτό του να εγκαταλείψει το μεθύσι του στην απλή ζάλη, στον χαμηλό πυρετό. Ο σκοπός του, γιατί εξάπαντος υπάρχει σκοπός στο ποτό, είναι να φτάσει στη μέθη, στο (θλιβερό) ναυάγιο. Τα μάτια των άλλων σε ετούτες τις ώρες είναι το μόνο βαρόμετρο. Όσο ανεβαίνει ο οίκτος στις ψυχές τους, τόσο αυτός κατεβαίνει στα έγκατά του. Γίνεται κουρέλι. Πληγώνει τον ανύποπτο αέρα γύρω του. Δεν τον κρατάνε τα πόδια του. Στην ουσία δεν τον κρατάει τίποτα. Στις ακραίες εντάσεις του δε γνωρίζει ούτε τη μάνα που τον γέννησε. Εντούτοις μέσα του, κατά θυμόν, εξακολουθεί να τρεμοπαίζει ένα πελιδνό φως (συνθηματικά χτυπήματα σε μια θύρα, βουβή συνομιλία με την απόγνωση). Κατρακυλώντας από τις πληθωρικές εγκαρδιότητες της αρχής σε μιαν αντικοινωνικότητα αγίου, ταξιδεμένος σύρριζα στη νύχτα, τολμάει να πει με χειρονομία αρχιερατική: Ίδε ο άνθρωπος!
Θα έλεγε κανείς ότι οι λίγες ώρες της μέθης συγκεφαλαιώνουν ολόκληρη τη ζωή. Αρχίζει κι αυτή με αμήχανα γέλια και λειψά φερσίματα. Σιγά σιγά γίνεται έφηβη και ψυχανεμίζεται τη δύναμη. Η προσωπικότητα πολλαπλασιάζεται, γεμίζει πτυχές, για να φτάσει σε ένα σημείο όπου το μυαλό φουντώνει κανονικά σαν πυρκαγιά. Βλέπει τότε κανείς μέσα από τους μικρούς φεγγίτες των ματιών του μεθυσμένου τις φλόγες που γλείφουν την αρχιτεκτονική του κρανίου του. Είναι η στιγμή που όλα μπορεί να γίνουν. Κι όπως κάθε πυρκαγιά, δεν αργεί πολύ να κοπάσει. Επέρχεται τότε μια καθολική κατάρρευση, που έχει πολλά από τα γνωρίσματα του θανάτου. Είπαν το θάνατο αποτυχία, ναυάγιο, κατασυντριβή —ό,τι δηλαδή είναι η μέθη στην ευγενή (και γι' αυτό άθλια) εκδοχή της.
Ο μέθυσος είναι θιασώτης του διαμπάξ. Το τελευταίο ποτήρι δεν προλαβαίνει ποτέ να το πιει. Γι' αυτό και κάθε σχετικός πότος, κάθε μέτρο και συγκρατημός μοιάζουν στα μάτια του με την τρέλα εκείνου που ανάβει το λυχνάρι για να δει τον ήλιο. Η ροπή του, σαν καταραμένος ίμερος, κατατείνει στην πλήρη απογύμνωση. Να γίνει σαν το θάνατο, έξω από κατηγορίες και εξηγήσεις. Τότε επαληθεύεται ότι τα δανεικά ρούχα ζεστασιά δεν πιάνουν. Ό,τι προσφέρεται στη μέθη είναι δανεικό ρούχο. Και ειδικά ή μέριμνα για την υγεία, αυτή τη θεά που αργά ή γρήγορα παραδίνεται στα χέρια των γιατρών.
Σαν το θάνατο που δεν ολοκληρώνει τίποτα, δε δικαιώνει, δεν κάνει φιλίες ούτε δίνει αποκρίσεις, η μέθη που όντως σέβεται τον εαυτό της φτάνει σε ένα σημείο αυτοδιάλυσης όπου όλος ο κόσμος κρέμεται από ένα στάχυ. Άθυρμα αθύρματος. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αυτοχειροτονείσαι σε μύστη του θανάτου και να κρίνεις, αν όχι να εκδικείσαι τη ζωή. Ο μεθυσμένος δεν θέλει να βγάλει από μέσα του το αλκοόλ, αλλά τον κόσμο. Το σύμπαν ολόκληρο μαζί με την συντετριμμένη του ύπαρξη. Όπως η εσχατολογία στην αντιστροφή της γίνεται σκατολογία, ο μεθυσμένος, διάκονος κι αυτός της υπέρβασης, δραπετεύει από το είναι με το μόνο τρόπο πού διαθέτει: προκαλώντας γενική συσκότιση. Εκεί είναι η νύχτα μέσα στη νύχτα. Καμιά ιστορική αύρα δε θροΐζει, καμιά παλίρροια του νοήματος δεν ανεβαίνει.
Μια τέτοια απόκληρη ψυχή δεν έχει αξίες, δεν παράγει έργο, δε μεριμνά. Ακόμα και η αυτοσυντήρηση σφαδάζει μέσα της φιμωμένη. Αρχαϊκά σχήματα την τυραννούν και μέσα από τα ασυνάρτητα λόγια της μπορεί κανείς να διακρίνει κάποιες μυστηριακές φρικιάσεις, που δεν τιμούν ποτέ τις νηφάλιες ψυχές. Η σκέψη της αεροσέρνεται σαν λαβωμένη ελευθερία πού σπαταλιέται άγονα, γιατί η σπατάλη είναι η ίδια η δύναμή της.
Το θεμελιακό σε αυτή τη βάρβαρη γιορτή του αυτοαφανισμού είναι ότι το μεθύσι δεν έχει δικό του μυαλό. Άρα δεν μπορεί να σκεφτεί με δικό του κεφάλι. Ο πόλεμος που στήνει έχει σκοπό να γκρεμίσει το φρούριο του νου, να σύρει αυτή την εξουσία ποδοπατώντας την. Έτσι εξηγείται η γοερή διάθεση αυτοτιμωρίας που προδίδουν τα νεύματα του μεθυσμένου. Στο βάθος της μέθης υπάρχει πάντα ένα πομπώδες θυσιαστήριο, που αναμένει τον σφαγιασμό της αυτοσυνείδησης.
Ύπαρξη χωρίς ξεχωριστή μοίρα και ολοκλήρωση, χωρίς κανέναν ηρωισμό, μια ψυχή μέσα σε μια φτυσιά, όπως θα έλεγε ο Σιοράν, ό μεθυσμένος έχει τη δική του αυτοκτονία. Δεν τσακίζεται πέφτοντας από τα ύψη, δε γίνεται φονιάς του εαυτού του, προτίμα την καθημερινή αυτοκτονία, όπως αυτοχειρία είναι η όποια ζωή που καθημερινά μικραίνουν οι προθεσμίες της: καθ' εκάστην ήμέραν αυτοαναλίσκετω ό βίος και μέρος αυτού καταλείπεται έλαττον. Από μέρα σε μέρα και από μποτίλια σε μποτίλια τω εγγυτέρω του θανάτου εκάστοτε γίγνεσθαι.
Κάθε Παρασκευή θάβει μια Πέμπτη και κάθε μεγαλοβδομάδα μια μικρή, κάθε Απρίλης θάβει κάποιον Μάρτη και κάθε χρόνος κάποιον άλλο χρόνο, ο αιώνας θάβει τον αιώνα και μέχρι την έλευση του μεγάλου ενιαυτού το μαύρο γάλα προσμένει να γαλουχήσει τις γενιές των θνητών. Αλλά η μέθη δεν πρέπει να πέφτει στα χέρια των γυναικών και των εφήβων. Οι γυναίκες μεθάνε μόνο με έρωτα, ενώ η ήβη δεν έχει ικανή υποψία της νύχτας. Οι ευγένειές της έχουν το σφυγμό των θετικών πλευρών της ζωής. Μόνο ό άντρας που είναι αληθινά βασάνης, τιμωρημένος από τη σκέψη και την ηδονή, μπορεί να πετάει τις σάρκες του στα όρνια. Γι' αυτόν μιλάει ο στίχος του Μποντλέρ: χωρίς φόβο και τύψη θα γείρω καταγής να κοιμηθώ σαν το σκυλί.


ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ, 

Περί μέθης (1990)
Το Περί θανάτου είναι το προτελευταίο κείμενο
από το τελευταίο κεφάλαιο (Ε') με τίτλο
Χάλασα το χρόνο, τώρα ο χρόνος χαλάει εμένα.
Ριχάρδος Β'



Απέναντι Όχθη
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.