Η φύση της εργασίας στο συνεταιρισμό

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής ταυτότητας ενός συνεταιρισμού είναι η φύση της εργασίας που ασκείται στο πλαίσιο της οικονομικής του δραστηριότητας. Αυτό δεν είναι απλά ένα οικονομικό ή τεχνικό ζήτημα. Όπως ένας συνεταιρισμός έχει διπλή φύση, οικονομική και κοινωνική, έτσι και η εργασία σε αυτόν δεν είναι απλά ένα οικονομικό του χαρακτηριστικό, αλλά και κοινωνικό. Εδώ το κοινωνικό νοείται με την καθολική (ολοκληρωμένη) έννοια του όρου, που περιλαμβάνει το οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις.

Τι είναι ο αμειβόμενος εργαζόμενος συνεταιριστής, δηλαδή, το μέλος του συνεταιρισμού που εργάζεται και αμείβεται γι’ αυτό; Είναι αφεντικό ή μισθωτός υπάλληλος ή ταυτόχρονα αφεντικό και μισθωτός υπάλληλος ή αυτοαπασχολούμενος ή κάτι άλλο; Ποια είναι η κοινωνική σημασία της εργασίας, που ασκείται στο συνεταιρισμό χωρίς να αμείβεται (συνήθως ονομαζόμενη εθελοντική) και ποια η σχέση της με την αμειβόμενη; Πως σχετίζεται η φύση της εργασίας στο συνεταιρισμό με το κοινωνικό όραμα που φέρουν οι συνεταιρισμοί της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας;

Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται να απαντηθούν – μεταξύ άλλων – τα παραπάνω ερωτήματα αξιοποιώντας τη θεωρία και την πράξη του διεθνούς συνεταιριστικού κινήματος, καθώς και τα φιλοσοφικά και επιστημονικά θεμέλια της διαλεκτικής.

Η προσέγγιση της εργασίας από το διεθνές συνεταιριστικό κίνημα
Μια σημαντική βάση για την κατανόηση της φύσης της εργασίας σ’ ένα συνεταιρισμό είναι τα σχετικά πρότυπα και οι αρχές, που διατυπώνονται στις παγκόσμιες διακηρύξεις και αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων της κορυφαίας οργάνωσης του διεθνούς συνεταιριστικού κινήματος, που είναι η Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία. Σημειώνεται ότι, η Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία (International Co-operative Alliance – ICA) ιδρύθηκε το 1895, περιλαμβάνει σήμερα ενώσεις συνεταιρισμών, που προέρχονται από 100 και πλέον χώρες και εκπροσωπούν περίπου 1 δισεκατομμύριο άτομα – μέλη των τοπικών συνεταιρισμών και ένας από τους στόχους της είναι η προαγωγή και η υπεράσπιση των συνεταιριστικών αρχών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο συνεργατικός χαρακτήρας των συνεταιρισμών [1].


Η θεμελιώδης προσέγγιση της εργασίας στο συνεταιρισμό, σύμφωνα με την ICA, περιλαμβάνει τρεις βασικές θέσεις:
1) το είδος της εργασίας που ασκείται σε ένα συνεταιρισμό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του συνεταιρισμού,
2) η εργασία αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το είδος του συνεταιρισμού, πχ όλα τα πρότυπα της Παγκόσμιας Διακήρυξης για τους εργατικούς συνεταιρισμούς πρέπει να ισχύουν και για τους εργαζόμενους μέλη των κοινωνικών συνεταιρισμών και
3) η σχέση των εργαζομένων μελών με το συνεταιρισμό πρέπει να θεωρείται ως διαφορετική από εκείνη της συμβατικής μισθωτής εργασίας και από εκείνη της αυτόνομης ατομικής εργασίας (δηλ. της αυτοαπασχόλησης) [2,3].


Σχετικά με την αμοιβή της εργασίας, οι συνεταιρισμοί πρέπει να αποζημιώνουν την εργασία των μελών τους δίκαια, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη λειτουργία, την υπευθυνότητα, την πολυπλοκότητα και την ιδιαιτερότητα που προϋποτίθεται από τις θέσεις εκάστου μέλους, την παραγωγικότητά τους και την οικονομική ικανότητα της επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να προσπαθούν να μειώσουν τη διαφορά μεταξύ των υψηλότερων και των χαμηλότερων αποζημιώσεων [2,3].


Με δεδομένο ότι δεν πρόκειται ούτε για μισθωτή εργασία, ούτε για αυτοαπασχόληση, οι συνεταιρισμοί πρέπει να προστατεύουν τα εργαζόμενα μέλη με κατάλληλα συστήματα (ανάλογα με το τι υφίσταται σε κάθε χώρα) κοινωνικής πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης και συνθηκών υγιεινής σε χώρους εργασίας [2,3].


Και τέλος, σε ότι αφορά τη σχέση με τις εργατικές οργανώσεις, το συνεταιριστικό κίνημα πρέπει να διατηρήσει ένα μόνιμο διάλογο με τα συνδικάτα, καθώς και με τους αντιπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να διασφαλιστεί, ότι αυτοί κατανοούν την φύση και την ουσία της συνεταιριστικής εργατικής ιδιοκτησίας, ως ένα ξεχωριστό τρόπο ύπαρξης εργασιακών σχέσεων και ιδιοκτησίας. Πρέπει επίσης να διατηρηθεί ο διάλογος με τα συνδικάτα και τους αντιπροσώπους των εργαζομένων, έτσι ώστε να υποστηριχτεί η εργασιακή συνεταιριστική ιδιοκτησία, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη σημασία της και τις προοπτικές που προσφέρει στην ανθρώπινη κοινωνία [2,3].


Συνοψίζοντας, για το διεθνές συνεταιριστικό κίνημα, δεν μπορεί να υφίσταται η σχέση «αφεντικά – μισθωτοί υπάλληλοι εργαζόμενοι» σε ένα συνεταιρισμό. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ούτε αφεντικά ούτε υπάλληλοι εργαζόμενοι σε ένα συνεταιρισμό, που θέλει να διατηρεί το συνεργατικό του χαρακτήρα. Επίσης, το είδος της ασφαλιστικής κάλυψης των εργαζόμενων μελών του συνεταιρισμού είναι ανεξάρτητο από το είδος της εργασίας στο συνεταιρισμό και φυσικά δεν το καθορίζει. Έτσι, η αναγκαιότητα για ασφαλιστική κάλυψη (για σύνταξη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κλπ) των εργαζόμενων μελών ενός συνεταιρισμού, που οδηγεί για παράδειγμα, στην ένταξη στο καθεστώς του ΙΚΑ με τις σχετικές κρατήσεις, δεν σημαίνει και την αποδοχή και την καθιέρωση από το συνεταιρισμό της έννοιας του μισθού και άρα του όρου μισθωτός, δηλαδή, την ύπαρξη εξαρτημένης μισθωτής εργασίας και άρα την ύπαρξη αφεντικών και υπαλλήλων εργαζομένων.


Διαλεκτική προσέγγιση της εργασίας
Πρώτα απ’ όλα, ο άνθρωπος με την εργασία αλληλεπιδρά με τη φύση, αλλάζοντας και τη φύση και τον ίδιο του τον εαυτό. «Η εργασία είναι πρώτα μια διαδικασία ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, μια διαδικασία όπου ο άνθρωπος με τη δική του πράξη μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και τη φύση …… Επενεργώντας με την κίνηση αυτή πάνω στη φύση που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν και αλλάζοντάς την, αλλάζει ταυτόχρονα και τη δική του φύση» [4].


Οι άνθρωποι, ως κοινωνικά όντα, στο πλαίσιο παραγωγής της υλικής τους ζωής «έρχονται σε καθορισμένες σχέσεις, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγής ….. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί το οικονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, την υλική βάση, που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και που σε αυτήν αντιστοιχούν ορισμένες πάλι κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την εξέλιξη της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ζωής. Το τι είναι οι άνθρωποι, δεν καθορίζεται από τη συνείδησή τους, αλλά, αντίστροφα, το κοινωνικό τους είναι, καθορίζει τη συνείδησή τους ……. Όταν μεταβάλλεται η οικονομική βάση, ανατρέπεται λιγότερο ή περισσότερο, γρηγορότερα ή αργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα» [5].

Αυτό σημαίνει ότι το οικονομικό επίπεδο είναι μεν το καθοριστικό σε τελευταία ανάλυση, αλλά μόνο σε τελευταία. Η καθολική, η ολοκληρωμένη ανάλυση είναι η κοινωνική, που περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό) και τις αλληλεπιδράσεις τους. Επίσης, η κοινωνική εξέλιξη δεν καθορίζεται ντετερμινιστικά, αλλά κυριαρχείται από τη σύμπτωση, τις πιθανότητες, την τυχαιότητα (σημαντική εδώ η σύνδεση της διαλεκτικής με τη θεωρία του χάους [6]). Συγκεκριμένα, οι οικονομικές συνθήκες «είναι αυτό που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την ιστορική εξέλιξη. Υπάρχουν όμως εδώ δυο σημεία που δεν πρέπει να τα παραβλέπουμε: α) Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, φιλολογική, καλλιτεχνική κτλ. ανάπτυξη βασίζεται στην οικονομική. Όλες τους όμως αντεπιδρούν επίσης η μια πάνω στην άλλη και πάνω στην οικονομική βάση. Τα πράγματα όμως δεν έχουν καθόλου έτσι, ότι δηλαδή η οικονομική κατάσταση είναι η μόνη αιτία που δρα, ενώ όλα τα άλλα είναι μόνον παθητικό αποτέλεσμα. Εδώ έχουμε αλληλεπίδραση πάνω στη βάση της οικονομικής αναγκαιότητας που επιβάλλεται πάντα σε τελευταία ανάλυση ……. β) Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. Οι προσπάθειές τους διασταυρώνονται, κι ακριβώς γι’ αυτό σ’ όλες αυτές τις κοινωνίες κυριαρχεί η αναγκαιότητα, που ολοκλήρωση και μορφή έκφρασής της είναι η σύμπτωση» [7].


Για τους εργαζόμενους στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής «η ελευθερία καταργήθηκε από το σύστημα του καταμερισμού της εργασίας, στο οποίο το άτομο βλέπει να του αποσπούν το προϊόν της εργασίας του …… Η υπεραξία της εργασίας του ….. καρπώνεται από την κοινωνική τάξη που εκμεταλλεύεται τις παραγωγικές του δυνάμεις. Ο εκάστοτε εργαζόμενος δουλεύει σε κάποιο εξειδικευμένο, συγκεκριμένο τμήμα της παραγωγής και είναι αποκομμένος από το προϊόν της εργασίας του ….. Ο εργάτης δεν βλέπει απλά την αλλοτρίωση του σε σχέση με την εργασία του, αλλά επίσης βλέπει να υφαρπάζεται το προϊόν αυτής ….. Ο κόσμος της παραγωγής αποτελείται από άτομα που εκμεταλλεύονται και εκμεταλλευόμενους. Ο άνθρωπος αποξενώνεται όχι μόνο από το προϊόν της εργασίας του αλλά και από τους άλλους ανθρώπους. Η πηγή αυτής της αμοιβαίας εκμετάλλευσης είναι η ιδιοκτησία των μέσων που καθιστούν εφικτή την οικονομική παραγωγή (π.χ. εργοστάσια, χωράφια κλπ)» [8].


Αυτή η αλλοτρίωση, η αποξενωμένη εργασία χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και το άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτόν σύστημα της μισθωτής εργασίας [9]. Και μάλιστα, «σ’ αυτό το είδος της ανταλλαγής ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία θεμελιώνεται ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος της παραγωγής ή το μισθωτό σύστημα και που υποχρεωτικά πρέπει να καταλήγει πάντα στην αναπαραγωγή του εργάτη σαν εργάτη και του κεφαλαιοκράτη σαν κεφαλαιοκράτη» [10]. «Το κεφάλαιο προϋποθέτει τη μισθωτή εργασία, η μισθωτή εργασία προϋποθέτει το κεφάλαιο. Το ένα προϋποθέτει το άλλο, το ένα παράγει το άλλο» [11]. «Κατά συνέπεια, το να θέλει κανείς ν’ αφήσει τη μισθωτή εργασία να υπάρχει και ταυτόχρονα να καταργήσει το κεφάλαιο είναι ένα αίτημα αυτοαναιρούμενο, που δεν μπορεί να σταθεί» [12].


Η συνεταιριστική δημοκρατική οργάνωση στον αντίποδα της ιδιωτικής και κρατικής ιεραρχικής και αντιδημοκρατικής οργάνωσης της εργασίας


Ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η ιεραρχική και αντιδημοκρατική οργάνωση τόσο των ιδιωτικών και κρατικών επιχειρήσεων όσο και του ίδιου του κράτους (των κρατικών υπηρεσιών). Οι εργαζόμενοι μισθωτοί σε αυτές, δεν έχουν κανένα λόγο για κανένα ζήτημα. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πάντα “από τους επάνω”. Αυτό το χαρακτηριστικό στο οικονομικό επίπεδο, επιδρά στο πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα, “εκπαιδεύοντας” τους εργαζόμενους και τους πολίτες στο να θεωρούν ότι η αποτελεσματικότητα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας συνδέεται υποχρεωτικά με την ανάθεση των αποφάσεων και των επιλογών σε κάποιους “από πάνω”, και ότι η διακυβέρνηση «είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού» [13].


Στον αντίποδα, βρίσκεται ο συνεταιρισμός, όπου η δημοκρατική οργάνωσή του (αποφάσεις από τη γενική συνέλευση όλων των μελών, ένα άτομο – μία ψήφος κλπ) στο οικονομικό επίπεδο, επιδρά στο πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα, εκπαιδεύοντας τους εργαζόμενους και τους πολίτες στη δημοκρατία, στην ενεργό συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων και των επιλογών και τελικά, στη διακυβέρνηση “από τα κάτω”.


«Στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ….. η οργάνωση της εργασίας είναι ιδιαίτερα στρωματοποιημένη ….. Από κοινού, μεγαλομέτοχοι και διοικητικό συμβούλιο ….. λαμβάνουν όλες τις σημαντικές αποφάσεις. Τι θα παράγει η εταιρεία, πώς, πού, και τέλος, τι θα γίνει με τα κέρδη. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σε μια καπιταλιστική επιχείρηση υποχρεούνται να ζουν υπό το βάρος των αποφάσεων αυτών, από τη διαδικασία λήψης των οποίων έχουν αποκλειστεί….. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων πρέπει να αποδεχθεί τις αποφάσεις, δεν έχει κανένα νομικό δικαίωμα, ώστε να τις απορρίψει.
Η συνεταιριστική επιχείρηση είναι το κλειδί, η αποφασιστική εναλλακτική απέναντι σε μια παραδοσιακή καπιταλιστική επιχείρηση ..… Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως του τι κάνουν στο εσωτερικό της επιχείρησης, πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στη συλλογική λήψη των αποφάσεων, δημοκρατικά, αναφορικά με το τι, πώς, πού θα υλοποιείται η παραγωγή και τι θα γίνει με τα κέρδη..… Ένας άνθρωπος, μια ψήφος είναι το μέτρο με το οποίο λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις…..
Ο λόγος για τον οποίο ενδιαφερόμαστε για τη μετάβαση από μια ιεραρχική καπιταλιστική οργάνωση των επιχειρήσεων σε μια ριζοσπαστικά διαφορετική συνεταιριστική ή δημοκρατική οργάνωση, είναι απλός: Πιστεύουμε ότι πλέον έχει τελειώσει η ιστορική χρησιμότητα της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Πλέον δεν είναι ικανή [η οργάνωση αυτή] να παρέχει αγαθά. Παρέχει κέρδη και ευημερία μόνο σε μια μικρή μερίδα του πληθυσμού και μόνο τα «αρνητικά» στην πλειονότητα» [14].


Από τους αποξενωμένους και εξαρτημένους μισθωτούς στους ελεύθερους συνεταιρισμένους δημιουργούς


Ο εργαζόμενος που προβαίνει με την ελεύθερη βούλησή του στη δημιουργία συνεταιρισμού μαζί με άλλους, αρνείται την αλλοτριωτική, αποξενωμένη και εξαρτημένη μισθωτή εργασία, αρνείται το δίπολο αφεντικό / μισθωτός υπάλληλος, αρνείται ταυτόχρονα και τους δύο πόλους της αντίθεσης: και το ρόλο του αφεντικού και το ρόλο του μισθωτού. Αυτή του όμως η δράση, που γεννιέται ως άρνηση μέσα στον κόσμο της εκμετάλλευσης, δεν είναι μόνον άρνηση. Τη ίδια στιγμή δρα καταφατικά και δημιουργικά. Δημιουργεί μια οικονομική δραστηριότητα, στην οποία καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την οποία υποτάσσει στις ανθρώπινες ανάγκες και όχι στα κέρδη, δρώντας αρμονικά με τη φύση και όχι κυριαρχώντας πάνω της όπως «κάποιος κατακτητής κυριαρχεί πάνω σ' έναν ξένο λαό, όπως κι' ένας που θάστεκε έξω από τη φύση - αλλά πως εμείς, με τη σάρκα, το αίμα και τον εγκέφαλό μας, ανήκουμε σ' αυτή και βρισκόμαστε μέσα της και πως όλη η κυριαρχία μας πάνω της συνίσταται στο ότι διαθέτουμε απέναντι σ' όλα τ' άλλα δημιουργήματα της φύσης το πλεονέκτημα, ότι μπορούμε να διακρίνουμε και να εφαρμόζουμε σωστά τους νόμους της» [15].


Οι εργαζόμενοι συμμετέχοντας ισότιμα στο συνεταιρισμό μετατρέπουν τα μέσα παραγωγής πλούτου σε συνεταιριστική ιδιοκτησία και έτσι, καταργούν τον ίδιο τους τον εαυτό ως μισθωτούς εργαζόμενους, καταργούν τις ταξικές διαφορές και διακρίσεις στο χώρο της συγκεκριμένης δραστηριότητας [16,17]. Η δραστηριότητά τους αυτή, τους καθιστά κατ’ αρχήν στο οικονομικό επίπεδο «ελεύθερους συνεταιρισμένους παραγωγούς» [4,12].


Η έννοια των «παραγωγών» αναφέρεται στο οικονομικό επίπεδο. Όμως δεν είναι μόνον αυτό που αλλάζει με αυτήν τη δραστηριότητα. Είναι ότι «αλλάζουμε μέσω της δραστηριότητάς μας. Και αυτό ισχύει για όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων. Κάθε διαδικασία δραστηριότητας έχει δύο προϊόντα: τη μεταβολή των συνθηκών και τη μεταβολή αυτού που δρα. Κάθε εργασιακή διαδικασία δημιουργεί ένα διττό προϊόν, ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο προϊόν» [18]. Με αυτή τη δραστηριότητα «οι παραγωγοί αλλάζουν επίσης, με την έννοια ότι δημιουργούν νέες ιδιότητες στον εαυτό τους, αναπτύσσονται μέσα στην παραγωγή, μετασχηματίζονται, αναπτύσσουν νέες δυνάμεις και ιδέες, ..… νέες ανάγκες και νέα γλώσσα» [12]. Και εδώ βρίσκεται η πεμπτουσία του συνεργατισμού: «όταν ο εργάτης συνεργάζεται με άλλους εργάτες βάσει ενός σχεδίου, αποβάλλει τα δεσμά της ατομικότητάς του και αναπτύσσει τις δυνατότητες του ανθρώπινου είδους» [4]. Αυτό σημαίνει ότι με τη δραστηριότητα αυτή, αλλάζει και το εποικοδόμημα (πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο), δηλαδή, αλλάζει το κοινωνικό, με την καθολική (ολοκληρωμένη) έννοια του όρου, που περιλαμβάνει το οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις.


Είναι εξαιρετικής σημασίας να υπογραμμισθεί στο σημείο αυτό, ότι στους συνεταιρισμούς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας δεν υπάρχει μόνον αμειβόμενη εργασία. Υπάρχει και η μη αμειβόμενη εργασία, αυτή που στην καθομιλουμένη γλώσσα συνήθως αποκαλείται εθελοντική. Τα μέλη αυτών των συνεταιρισμών που εργάζονται χωρίς να αμείβονται δεν ασκούν φιλανθρωπία, ελεημοσύνη, αλτρουισμό ή προσκοπισμό. Ασκούν κοινωνική αλληλεγγύη προσφέροντας εργασία ανάλογα με τις δυνατότητές τους και λαμβάνουν από το συνεταιρισμό μηδενική αμοιβή, διότι δεν την έχουν ανάγκη (καλύπτουν τις ανάγκες τους από άλλη δραστηριότητα). Σε αυτούς τους συνεταιρισμούς και ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του συνεταιρισμού (την οικονομική του βιωσιμότητα) τείνει να διαμορφωθεί η κάλυψη των αναγκών των πολιτών «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» [19]. Σε ένα πιο προχωρημένο επίπεδο, μπορεί να υπάρχει και αυτοπεριορισμός αμοιβής, δηλαδή, αμειβόμενοι εργαζόμενοι να ζητούν μικρότερη αμοιβή, όταν έχουν μικρότερες ανάγκες [20].


Κατά συνέπεια, η εργασία στο συνεταιρισμό (αμειβόμενη και μη αμειβόμενη), όποια δραστηριότητα κι αν αφορά, χειρωνακτική, πνευματική, επιστημονική, καλλιτεχνική με σκοπό την ολοκλήρωση και την ομορφιά (διότι «ο άνθρωπος παράγει επίσης σύμφωνα με τους νόμους της ομορφιάς» [9]), δεν είναι απλά εργασία, δεν είναι μόνον οικονομική δραστηριότητα, δεν είναι μόνον παραγωγή. Πρόκειται για δημιουργία. Και οι συμμετέχοντες σε αυτήν δεν είναι απλά «ελεύθεροι συνεταιρισμένοι παραγωγοί». Είναι ελεύθεροι συνεταιρισμένοι δημιουργοί.


Αντί επιλόγου: Συνεταιρισμοί μεν, αλλά με ξεκάθαρες ιδέες


Κάθε ονομαζόμενος συνεταιρισμός δεν σημαίνει ότι αυτόματα ανήκει στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, αν δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένες βασικές αρχές. Οι συνεταιρισμοί «έχουν αξία μόνον εφόσον είναι ανεξάρτητο δημιούργημα των εργαζομένων και δεν προστατεύονται ούτε από τις κυβερνήσεις ούτε από τους αστούς» [21], διότι, όταν οι εργαζόμενοι «θέλουν να δημιουργήσουν τους όρους της συνεργατικής παραγωγής σε μια κοινωνική κλίμακα και πρώτα απ’ όλα σε εθνική κλίμακα, στη χώρα τους, σημαίνει μόνο ότι αυτοί εργάζονται να ανατρέψουν τους σημερινούς όρους της παραγωγής και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη δημιουργία συνεταιρισμών με τη βοήθεια του κράτους» [21]. Και επιπλέον, όταν «οι υλικοί όροι της παραγωγής αποτελούν συνεργατική ιδιοκτησία των ίδιων των εργαζομένων, τότε και ο τρόπος διανομής των μέσων κατανάλωσης θα είναι διαφορετικός από το σημερινό» [21].


Μιλώντας για το συνεργατικό κίνημα, μιλάμε για «μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας επί της πολιτικής οικονομίας της ιδιοκτησίας» [22], που δημιουργεί καθημερινά, από τώρα και “από τα κάτω” έναν καινούργιο υπαρκτό κόσμο «όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».


Βιβλιογραφία


[1] International Co-operative Alliance – ICA, http://ica.coop
[2] CICOPA (International organisation representing worker and social cooperatives, a sectoral organisation of the International Cooperative Alliance - ICA), “World declaration on worker cooperatives”, approved by the ICA General Assembly, Cartagena, Colombia, 23 September 2005
[3] CICOPA, “World Standard of Social Cooperatives”, CICOPA General Assembly, Cancun, Mexico, 16 November 2011
[4] Marx K., “The Capital. A critique of political economy”, Ed. Lawrence and Wishart, London, 1954
[5] Marx K., “Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας”, Εκδ. Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης, Αθήνα, 1956
[6] Νικολάου Κ., “Επιστήμη και κρίση: Προσεγγίζοντας την κοινωνικά δίκαιη έξοδο”, Πρακτικά 21ου Πανελλήνιου Συνέδριου Χημείας, ΕΕΧ, Θεσσαλονίκη, 9-12.12.2011. Επίσης στο: Διαλεκτικά, 10.12.2011, www.dialektika.gr
[7] Engels F., “Letter to Hans Starkenburg”, January 25, 1894, www.marxists.org
[8] Αργυρός Δ., “Οι δυναμικές της χειραφέτησης. Από το «δικαστήριο της ιστορίας» στους «ελεύθερους συνεταιρισμένους παραγωγούς»”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2015
[9] Marx K., “Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα”, Εκδ. Γλάρος, Αθήνα, 1975
[10] Marx K., “Μισθός, τιμή και κέρδος”, Εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα
[11] Marx K., “Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο”, Εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα
[12] Marx K., “Grundrisse – Fondements de la critique de l’ économie politique”, Ed. Anthropos, Paris, 1968
[13] Brecht Β., “Deutsche Krigsfibel” (Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου), 1939
[14] Wolff R., “Ο θάνατος του καπιταλισμού και το αντιπαράδειγμα της συνεταιριστικής οικονομίας”, Συνέντευξη τουRichard Wolff στον Ed Rampell, http://www.counterpunch.org. Επίσης στο: https://barikat.gr, 2013
[15] Engels F., “Διαλεκτική της φύσης”, Εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα
[16] Engels F., “Letter to August Bebel”, March 18-28, 1875, www.marxists.org
[17] Engels F., “Σοσιαλισμός ουτοπικός και επιστημονικός”, Εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα, 2006
[18] Lebowitz M., “Ανακαλύπτοντας εκ νέου το σοσιαλισμό και ανακτώντας τον Μαρξ”, Παρουσίαση στο φεστιβάλ ανατρεπτικού κινηματογράφου, συζήτηση για το «Σοσιαλισμό», 3-7 Μαϊου 2010, Ζάγκρεμπ, Κροατία. Επίσης στο: Θέσεις, τ.112, 2010
[19] Marx K., Engels F., “Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος”, Εκδ. Γνώσεις, Αθήνα, 1968
[20] Νικολάου Κ., “Σημειώσεις για τον Ολοκληρωμένο Συνεταιρισμό Καταλονίας”, Διαλεκτικά, 22.12.2015,www.dialektika.gr
[21] Marx K., “Κριτική του προγράμματος της Γκότα”, Εκδ. Καμπίτση, Αθήνα
[22] Marx K., “Inaugural Address of the International Working Men’s Association - The First International”, 1864, Marxists Org.


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.