Το επιεικές φως του Σεπτεμβρίου

Αυτό το λοξό φως της γλυκύτητας που καμπυλώνει τη σύγκρουση. Η σκιά που μεγαλώνει αργά σαν όνειρο. Ο ήχος (και η μυρωδιά) του μακρινού που πέρασε για πάντα. Η επιείκεια. Αυτό είναι το φως του Σεπτεμβρίου. Ή μάλλον αυτό διδάσκει: την άφεση προς το άλλον. Τη βαθιά σκέψη προς Εκείνο που είναι ο Άλλος. Ένα φως που δεν κατηφορίζει ούτε ανηφορίζει. Απλώς υπάρχει. Ως μετάβαση από τη σκληρότητα του φωτός στη σκληρότητα μιας (απαραίτητης) σκοτεινιάς. 

Ο Σεπτέμβριος, λοιπόν, είναι το όχημα της επιείκειας ανάμεσα στις ακρότητες των συμπερασμάτων. Γιατί βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το συμπέρασμα είναι μια πολύμοχθη ακραία στιγμή. Και πολύ επικίνδυνη. Επειδή νομίζουμε ότι δεν είναι στιγμή, αλλά κατάσταση. Γι’ αυτό καλό θα ήταν να μην ξεχνάμε την επιείκεια φωτός, ενός φωτός που αποπλέει και αποχαιρετά με απαντοχή τους θριάμβους, πηγαίνοντας προς τη δύση που το ίδιο προκάλεσε. Να μην ξεχνάμε την επιείκεια που δεν είναι οχύρωση, δεν είναι όρυγμα, δεν είναι καν πένθιμον ύδωρ που υπέσκαψε τους οχυρωμένους έρωτες. Αντίθετα είναι το έξω αεράκι του βυθισμένου σύμπαντος μέσα στον ουρανό του, για να ανακαλέσει από το φλοίσβο όλα τα σύμφωνα και (κυρίως) όλα τα φωνήεντα που φτιάχνουν τη σιωπή. Τη σιωπή ενός σώματος που βυθίζεται μέσα στην επιείκεια του Άλλου σώματος. Και άρα βυθίζεται μέσα στη σιωπή μιας επιείκειας υπαρκτής, χωρίς την οποία δεν έχει νόημα η ύπαρξη. 

Δεν έχει νόημα η δωρεά του υπάρχειν. Αυτό το επιεικές της τυχαιότητας. Α, ναι το φως του Σεπτεμβρίου. Δεν απαστράπτει, αλλ’ όμως αντιλάμπει σα να παίζει ο Τζον Κολτραίην για τα θύματα της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι. Σα να διδάσκει ο Κάρολος Κουν τους «Όρνιθες» μιλώντας για την αργή πτώση των ονείρων. Σαν να χαιρετάει ο Ρώμος Φιλύρας, χαμογελώντας, τους φίλους και τους περαστικούς μέσα από τα παράθυρα του Δρομοκαείτιου. Αυτό το φως του αποχαιρετισμού. Αυτή η επιείκεια της δικαιοσύνης, όπου χωράει ακόμα και ο χλωρός ίππος της Αποκάλυψης, γιατί η επιείκεια όλα τα περιλαμβάνει και για όλα έχει προνοήσει το χώρο της δικαιοσύνης τους. Το χώρο όπου μπορούν να χορτάσουν και να ξεδιψάσουν τα όνειρά τους, χωρίς να πεινάσουν και να διψάσουν τα όνειρα των άλλων.

Μεγάλο φως, το φως του Σεπτεμβρίου. Διαρκώς έρχεται από τη δύση του σαν ποίημα του Τάκη Σινόπουλου. Φως επαρχίας. Ένα φως ψιθυρισμένο που μυρίζει κομμένο. Κομμένο στάχυ, κομμένο σταφύλι, κομμένη αμμουδιά από τα τελευταία βήματα των ερώτων και τα τελευταία κύματα της πλησμονής. Κι όλα μαζί μέσα στο φως της επιείκειας, που είναι το φως του Σεπτεμβρίου.

Δεν έχει απ’ έξω πόμολο. Μόνο από μέσα το ανοίγεις. Γιατί αυτό είναι το θαύμα της επιείκειας: να ανοίγεις το σύμπαν από μέσα και να το αφήνεις να σε κατακλύσει αργά. Όχι να σε πλημμυρίσει. Να σε κατακλύσει με φυσικότητα φωτός, σαν να κολυμπάς απόγευμα σε έναν όρμο όπου η θάλασσα είναι τόσο ήρεμη, το φως τόσο ήρεμο, το βουνό τόσο απαλό, ώστε να μην νοιάζεσαι για τις σκληρές αήθειες των περατωμένων (μέσα σε θάνατο) πλουτίσεων. Θέλω να πω, να μην θέλγεσαι από το θορυβώδες, αλλά να παρασύρεσαι από τη επιείκεια προς τα επικείμενα θύματα που δεν κατορθώνουν να φτάσουν σε κανένα φως κανενός Σεπτεμβρίου. Σ’ αυτό το αργότερο, επιλύχνιο φως που προλαβαίνει την οιμωγή. Αλλ’ όμως έχει θύματα λύπης. Θύματα Εσπερινού των ανθρώπων. Γιατί να ξέρεις: Δεν είναι εύκολο πράγμα ο Σεπτέμβριος. Δεν είναι εύκολο πράγμα η επιείκεια. Τίποτα δεν είναι εύκολο στον κόσμο των αληθινών ανθρώπων.

Κώστας Καναβούρης
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.