Αmerican stories:θετικισμός και πολυλογίες.

Σα συγγραφέας τα πάω πολύ καλά με τα ψέματα
μία φορά όμως, παλιά, είχα κάνει μια σκέψη που μου φάνηκε ότι θα μπορούσε να γίνει η βάση για ένα μυθιστόρημα διαστημικό – επιστημονικής φαντασίας που λέμε και σήμερα : πώς θα `ταν δηλαδή ένας κόσμος, και τι θα γινότανε σ` αυτόν (και πώς δηλαδή θα αναπτυσσόταν – και πόσο διαφορετικά – και η κοινωνία, και η ιστορία, και η τέχνη μας) εάν η φύση μας ήτανε έτσι φτιαγμένη ώστε να μη χρειάζεται καν να μιλάμε – και συνεπώς να μην μπορούμε να λέμε και ψέμματα : τι θα γινόταν δηλαδή εάν η σκέψη μας ακουγόταν αυτόματα απ` τον απέναντι, ή και την διάβαζε, γραμμένη κάπου, την ώρα που εμείς την κάναμε, αυτοστιγμεί.

πρέπει να πω ότι δεν είναι μόνο η δικιά μου ζωή που με οδήγησε σ` αυτή την διαστημική φαντασία, και που για μια στιγμή τή νόμισα εξαιρετική : όχι : με απασχολούσε από χρόνια μια μετάφραση τού Ευριπίδη, και εκει μέσα υπάρχει αυτός ο προβληματισμός – από τότε – περίπου ολόκληρος :

λέει δηλαδή κάπου η μήδεια : πούστη θεέ, γιατί τούς κάνεις όσους είναι ψεύτες, να μιλάνε όμορφα ; Με ποιο δικαίωμα να έχει ικανότητες ρητορικές ο σκάρτος ; Γιατί να μην μπορούμε να διαβάζουμε στο μέτωπό του, απ` τήν αρχή, ότι έχουμε απέναντί μας έναν ψεύτη δηλαδή ; Γιατί να μη μάς δίνεις μια στιγμή κάποιο σημάδι, με ποιον έχουμε να κάνουμε ;

ο ευριπίδης, καθώς είν` συνοπτικός, και καθώς ελέγχει άριστα βεβαίως τίς ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, τό σταματάει φυσικά εκεί

εγώ περί ψεμάτων όμως θα μπορούσα να συνεχίσω όσο ήθελα : να επιμένω δηλαδή στο πρόβλημα της σκέψης και τής κάθε της μετάφρασης – αφού ετούτο είναι με μια πρώτη (βιαστική) ματιά τα λόγια : κι αν δεν υπήρχε αυτή η διάσταση, δεν θα υπήρχαμε καθόλου ούτε κι εμείς – γι’ αυτό ήμουν σίγουρη :τά λόγια είμαστε ολόκληροι, από τα λόγια μας αποτελούμαστε, ίσως, μονάχα

δεν θα υπεισέλθω σε φιλοσοφίες περί γλώσσας, και περί τής σχέσης που `χει η σκέψη με τη γλώσσα τώρα – και δεν θα μ` απασχολήσει ούτε το σε ποιο βαθμό, το με ποιον τρόπο μεταφράζουμε – θα με απασχολήσει όμως το τι σημαίνει εκείνο το κενό, εκείνη δηλαδή η σιωπή, ανάμεσα στην σκέψη και τον ήχο της μετά

διότι, βέβαια, μόνο σιωπή δεν είναι, και μόνο άδειο πράγμα, και κενό, δεν ήτανε αυτό ποτέ : Αν είμαστε ολόκληροι τα λόγια μας, είμαστε ακριβώς γιατί κρατάμε κάποια λόγια μέσα, που δεν μεταφράζονται : δεν είναι τόσο αυτά που κρύβουμε απ` τούς άλλους, είναι κυρίως αυτά που κρύβουμε από μας (κι εκεί βεβαίως μπαίνει θριαμβευτικά επί σκηνής ο κύριος Φρόιντ) – κι αυτά τα λόγια ασφαλώς δεν είναι λόγια στο αλφάβητο που ξέρουμε : έχουνε χρώματα, εικόνες, μυρωδιές, και πόνο, και αφή, και μνήμη

(τι είν` αυτή η μνήμη, πόσο διαφέρει από τη σκέψη μας ; και πόσο μέσα στα όνειρά μας την ακούμε ; ) (καμιά φορά βέβαια – και εδώ είναι που περισσότερο είμαστε ακριβώς εμείς ολόκληροι – την έχουμε ακούσει και αλλού – αυτή είν` η πεζογραφία και η ποίηση – αυτή είναι η τέχνη μας και ο χορός κι η μουσική μας)

………

αυτό πάντως το οτιδήποτε που μας αποτελεί δεν γίνεται να βγει έξω ολόκληρο, παρά μονάχα μ` ένα είδος ψέμα – ένα είδος εφεύρεσης με άλλα λόγια : η ίδια η ομιλία αποτελεί, εφόσον είναι μια προσπάθεια να εκφραστεί αυτό το μέσα σύνολο, μία διαδικασία και μία προσπάθεια (και μια επιτυχία ή μια χονδροειδής απογοήτευση) απ’ την αρχή της καλλιτεχνική θα έλεγα

όλοι μας μ’ άλλα λόγια είμαστε ολόκληροι σε κείνο τό σημείο δηλαδή που δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να πούμε ακριβώς αυτό που θέλουμε : όχι γιατί δεν έχουμε τα μέσα (τα μέσα – η μίμηση – τόσο κινήσεων, όσο και ήχων – θα ήταν – είναι – επαρκή) αλλά γιατί δεν γίνεται να καταλήξουμε (εύκολα) τί είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε : τι είναι ακριβώς αυτό που `χουμε μέσα μας : και τι σκεφτόμαστε εντέλει :

κι αυτό που εμποδίζει πάνω απ’ όλα, δεν είν` η ανεπάρκειά μας να μιμηθούμε τον εαυτό μας, αλλά η «υπερεπάρκεια» (η ακούραστη, η καταστροφική η προθυμία) των άλλων να μιμούνται πράγματα, που ξέρουμε πως μες στη φύση δεν υπάρχουν : βέβαια η φύση είναι πια πολύ μακριά από μας – και πιθανώς αγνώριστη – : ίσως μες στον (αλλόγλωσσο) (και άγνωστό μας πλέον) παράδεισο, όταν μαζεύαμε μονάχα φρούτα (απαγορευμένα ή εφικτά) και ερωτευόμαστε ή πηδιόμαστε μονάχα, ίσως να μη μιλάγαμε πολύ : (μπορεί επιπλέον, εάν μας βλέπαμε τότε, από μακριά, να λέγαμε ότι απλώς μουγκρίζαμε – μονάχα – αλλ’ όμως σε καμιά περίπτωση προς κάποιου είδους θεό, να πούμε – αν είχαμε ανάγκη από ιδέες (και εξουσίες) ανώτερες, θα ’τανε σίγουρα αυτά γυναίκες και θεές – έτσι μας δείχνουν τα γλυπτά μας και οι μύθοι μας τουλάχιστον) : αν όμως διαθέταμε και βίντεα τής προϊστορίας αυτής, μπορεί να διαπιστώναμε ότι τα μουγκρητά εκείνα είχαν τόσες διαφορές ανάμεσά τους, και τόσο ενδιαφέρουσες διαφορές, ώστε να μοιάζουνε πραγματικά με άγνωστη μεν τώρα πια για μας, αλλά απολύτως λογική και δομημένη γλώσσα : έτσι μπορεί να άρχισε η γλώσσα όπως την εννοούμε κι όπως τη μιλάμε δηλαδή

: σα μια ερωτική κραυγή ικανοποίησης : ακολουθεί λοιπόν απλώς στην ιστορία η προσπάθειά μας να τήν ξαναζήσουμε : μπορεί η αρχική αφήγηση – που πουθενά δεν γράφτηκε – να ήτανε μία μίμηση πετυχημένη – άγραφη και πρωτόγονη, αλλά πετυχημένη ασφαλώς – κι ό,τι τήν έκανε αποτυχία, να είμαστε μόνο εμείς μέσα στον χρόνο : αλλά όμως τώρα πια, μόνο αυτό είμαστε εμείς

………

γιατί σχεδόν δεν γίνεται να θυμηθούμε τί άλλο είμαστε – παρά μονάχα αν αφήσουμε στον εαυτό μας χρόνο πάλι για μια – άλλη τώρα – θεία στιγμή : εκεί που, όχι μόνο ψάχνουμε να βρούμε τον εαυτό μας, αλλά και να τον θυμηθούμε ακριβέστερα : εκεί ακριβώς που δεν μπορούμε δηλαδή ούτε να μιλήσουμε ούτε να μεταφράσουμε και που αχρηστευόμαστε σε πρώτη φάση. Σε πρώτη φάση, επειδή είμαστε σε μία φάση ίσως τελική

και έτσι μπαίνει στη σκηνή ο κύριος Φρόιντ κι η ανάλυση – την είπε ανάλυση ψυχής γιατί δεν ήξερε τι άλλο να τό ονομάσει, όμως είναι ουσιαστικά η ανάλυση εκείνης τής ολότητας που `χουμε χάσει : εκείνης τής χαράς που απλώς θυμόμαστε (αν τη θυμόμαστε). Και είναι ακριβώς η καταβύθιση μας σε εκείνο το «κενό», το άδειο, το γεμάτο, που δεν λέγεται – κι ίσως δεν νιώθεται κιόλας καλά – και είναι βέβαια, εντέλει, η προσπάθεια να το μεταφράσουμε κιόλας μόλις το βρούμε : δεν μεταφράζουμε ποτέ καλά, δεν μεταφράζεται ποτέ καλά, κι αυτή η αποτυχία είναι επίσης ένα είδος σωτηρίας μας : είμαστε πάντοτε πολύ πιο ατέλειωτοι απ` ό,τι γίνεται να βγει αυτό στους άλλους, προς τα έξω, και ακόμα και σ` εμάς τούς ίδιους πιθανόν δεν βγαίνει, γιατί και για το ασυνείδητο μας είμαστε πια ένα άλλο ένα ξένο κι ένα έξω πια κι εμείς

όμως και η ζωή μας, και η τέχνη μας, στηρίζεται σε κείνην την προσπάθεια να αναδυθεί να διερευνηθεί και να μιλήσει σε μετάφραση το άγνωστο, που αξιολύπητα εκλιπαρούμε να μην μας πει αλήθεια ακριβώς, να μην μας πει όμως ούτε και εντελώς χοντροκομμένο ένα ψέμα

………

μες στους αιώνες γίναν θαύματα φτιάχνοντας από ετούτη την ανικανότητά μας ποιήματα. Και ότι πιο σωτήριο προέκυψε για αυτόν τον ταλαιπωρημένο τον πλανήτη, προέκυψε από το πείσμα (μερικών) απέναντι σε τούτη την αποτυχία τους να μεταφράσουν και τούς ήχους και τη χρώματα σωστά : αυτό που δεν περιέχει λόγια, να αποκτήσει για τούς άλλους μ` άλλα λόγια, λόγια.

αυτό τό πείσμα είναι όμως επικίνδυνο για μια κατασκευή όπως η κοινωνία που ’χουμε, και με ανθρώπους τού δικού μας είδους : Το πείσμα μας μονίμως να αποτυχαίνουμε να λέμε αυτό που δεν μπορούμε δηλαδή να πούμε, είναι μεν ότι ανατρεπτικότερο προέκυψε (αν κι ίσως μόνο για τό ορατό μας παρελθόν και για το πιο αόρατο τό μέλλον) – αλλά ακριβώς προς το παρόν έχουμε γίνει πονηροί κι ηλίθιοι, έχουμε εγκαταστήσει τη φτηνότερη (και καταστρεπτικότερη) φιλοσοφία, έχουμε υιοθετήσει τον καθόλου αθώο κι εντελώς θρασύ θετικισμό ως μάρτυρα τής χαζομάρας μας και της δειλίας μας, είμαστε αξιολύπητα και κατά κράτος ηττημένοι, δηλαδή μισοί :

γι’ αυτό όταν είπε ο Αντόρνο – αναφερόμενος στη φράση τού Βιτγκενστάιν ότι «για κείνο που δεν μπορείς να μιλήσεις δεν πρέπει να μιλάς» – ότι είναι «απλώς αντίθετη προς την φιλοσοφία» (άσχετη της) δεν ξεμπέρδεψε εύκολα ή δογματικά με κάτι πιο περίπλοκο και δύσκολο : έλεγε ο ίδιος κάτι δύσκολο, που εύκολα μπορεί να υπερκεραστεί, αν έτσι έχουμε εμείς αποφασίσει

όμως ακόμα και σ` έναν θετικισμό που έχει νικήσει κατά κράτος, κι ο ίδιος ο Βιτγκενστάιν ακόμα απλοποιείται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να γίνει ακόμα βλακωδέστερος : Τό πράγμα έχει μετατραπεί στο ότι οφείλουμε απλούστατα πλέον να τα λέμε όλα : μ` έναν μοιραίο επίσης τρόπο αυτό επιπλέον μετατράπηκε στο ότι : δεν υπάρχει παρά μόνο ό,τι αναδύεται ευκόλως και κοσμίως, και ευκόλως και κοσμίως μεταφέρεται στους άλλους : μεταφράζεται αμέσως, εύκολα, καλά. Η υποβόσκουσα και, ας πούμε ειλικρινής, διάθεση στον θετικισμό (όλες οι καλές προθέσεις φυσικά παρούσες) για καταδίκη τού (μεταφυσικού υποτίθεται) ψεύδους, έχει μετατραπεί τώρα μονάχα σε έναν μηχανισμό λογοκρισίας που αναστέλλει την ανάδυση (ή την «ανασκαφή» όπως τού άρεσε τού Φρόιντ να το λέει) κάθε άλλου στρώματος, ή βάθους : από το «μπορεί να μην γίνεται να το εκφράσω σωστά και ολόκληρο, αλλά θα το πω στραβά και μισό», πήγαμε στο «αφού δεν το `χω ψάξει και δεν το ’χω εντοπίσει, δεν υπάρχει». Κι ακόμα περισσότερο : ο εντοπισμός είν` όχι μόνο άχρηστος, είναι κι ανόητος – και είν’ και βλαβερός

κάποιοι γερμανοί, εκ φραγκφούρτης, ανατρέχοντας στα πιο δικά τους παρελθόντα, διαπιστώσαν ότι ήταν ανατρεπτικότερη η μεταφυσική ας πούμε τού χριστιανισμού απ’ τόν θετικισμό που ενέσκηψε (κηρύσσοντας ανήλεα την άτεγκτη υποταγή σε κάθε υπαρκτό παρόν) : καθώς εκείνη τουλάχιστον αναγνώριζε τόν εφιάλτη ετούτου τού παρόντος, και αυτού τού υπαρκτού, εφευρίσκοντας μια άλλη ζωή, καλύτερη – έστω και για το αόρατο το μέλλον

εμείς απλώς εξολοθρεύουμε έτσι με το γάντι, πέρα από τη ζωή μας, κι όλη την παρελθούσα κι ένδοξη υποτίθεται φιλοσοφία μας, καθόσον παίρνει η μπάλα και την καημένο τον Ηράκλειτο και τό εδιζησάμηντου – κατά ειρωνική απολύτως σύμπτωση την ίδια εποχή που ’χουμε κρεμαστεί με νύχια και με δόντια από τα αρχαία μας, μια που αισθανόμαστε δικαίως πιο κενοί από κάθε άλλη εποχή στα νέα –

………

λοιπόν όχι μόνο κάθε ανασκαφή και αναζήτηση και ανάλυση είναι εκτός μόδας πλέον και δεν νοείται ότι χρησιμεύει και σε τίποτα, αλλά (πολύ περιέργως) αντί αυτή η τύφλωση, κι η έλλειψη λόγου, να οδηγήσει στη σιωπή, οδήγησε σε μία πολυλογία επιεικώς ακατάσχετη

και το, ακόμα πιο περίεργο, είναι ότι αυτή η πολυλογία έχει όλα τα σουσούμια μιας προσπάθειας για αυτοεξερεύνηση που εξαπλώνεται με υστερικό σχεδόν τρόπο κατά πλάτος, όντας υποχρεωμένη να αγνοήσει ταυτοχρόνως την ίδια την (τρομοκρατική γι’ αυτόν τον καταπτοημένο πληθυσμό) έννοια τού βάθους : και, απ’ την άλλη, το πολύ τραγικό είναι ότι η κατάσταση αυτή ταυτίζεται σήμερα με μια εξόχως και σχεδόν αποκλειστικά γυναικεία πολυλογία : Το βλέπουμε στο υποτιθέμενο μυθιστόρημα (μιλάμε για διεθνές φαινόμενο – στην Ελλάδα το είδος μιμείται απλώς τα ήδη κατισχύσαντα λανσαρισμένα – κουλτούρα μαζική, πασπαλισμένη με όλα τά μπαχαρικά μιας συμπαθούς, μισής και άθλιας, και αυτοκαταργούμενης χειραφέτησης)

το βλέπουμε όμως και σ` ένα άλλο είδος που προϋποθέτει και εμπεριέχει τυπικά όλες τις ιδιότητες τού μυθιστορήματος, και μάλιστα εκείνου τού μυθιστορήματος που ήτανε επίσης «μαζική κουλτούρα» κάποτε στις εφημερίδες : την τηλεοπτική σειρά. Να πω ότι είναι εξόχως διασκεδαστικές και ενδιαφέρουσες ορισμένες – αν έχει μάλιστα κανείς υπόψη του από πόσα κύματα (στην Αμερική μόνο, εννοείται) περνάνε τα σενάρια ώσπου να εγκριθούν, θαυμάζει την επιμονή των σεναριογράφων (που συχνά είναι γυναίκες) στο να «περάσουν» κάποια «τολμηρότερα» τού συνήθους λόγια, ή πράξεις : θα `λεγε κανείς ότι είναι δώρον–άδωρον, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι εντελώς άδωρο το δώρο : δεν ισοπεδώνονται μέσα στη γενική αρλούμπα και όλα, και ειδικά όσον αφορά την όποια ελευθερία τού έρωτα υπάρχουν πράγματα που ακόμα και περασμένα από σαράντα μηχανισμούς ισοπέδωσης, εξακολουθούν να προβάλλουν σαν αγκάθια ή κέρατα : ενοχλούν, κι αυτό ποτέ δεν βλάπτει

η παραπάνω διαπίστωση πρέπει όμως να συνοδευτεί από τό λυπηρό συμπλήρωμα πως τα αγκάθια αυτάλειαίνονται εξαιρετικά μέσω τής ίδιας λογικής την οποία υποτίθεται ότι ενοχλούν : όταν ας πούμε ο οργασμός (των γυναικών : σχεδόν ποτέ οι σειρές δεν μιλάνε για οργασμό αντρών) αντιμετωπίζεται σαν χόμπυ (μίας μεμονωμένης και εκκεντρικής ηρωίδας κατά τα λοιπά απολύτως συμβιβασμένης και συμβιβαστικής) – και η γυναικεία μαλακία αφορά μετ` επιτάσεως αποκλειστικά δονητές που μιμούνται πέη – στα οποία το μέγεθος έχει βέβαια τη γνωστή σημασία – τότε είναι εκεί ακριβώς, για να το πούμε απλά, που η αντρική μυθολογία μπαίνει στην κυριολεξία από την πίσω πόρτα – και ο έρωτας επανέρχεται ως αποκλειστικά σχεδόν βίτσιο αντρών

όμως άλλο εμένα μου προξενεί απέραντη θλίψη κι απέχθεια : Αυτή η πολυλογία τού «να τα λέμε όλα» εμπεριέχει σπόρους τέτοιας αποβλακωτικής απλοποίησης που καταντάει θα `λεγε κανείς κι ανήθικη : Και εδώ πάλι το αξιοπερίεργο είναι ότι τό φαινόμενο εξαπλώνεται αγνοώντας κάθε δήθεν εθνική ιδιομορφία με μια διάθεση χειραφέτησης πάλι πιθανόν, αλλά που η επιφανειακότητά της σού φέρνει σύγκρυο : Δεν ξέρω αν επηρέασε το σήριαλ τις συμπεριφορές, ή το ανάποδο, αλλά το ζήτημα είναι ότι καθιερώνεται ένα είδος ειλικρίνειας που οδηγεί πια όχι σε αυτολογοκρισία απλώς, αλλά σε αυτοευνουχισμό, λοβοτομή : ό,τι δεν γίνεται με λίγα λόγια να μεταφερθεί από το τηλέφωνο, ή την ώρα τού μπαρ, δεν υπάρχει – και έχει κανείς την εντύπωση ότι είναι αντιστρόφως και υποχρεωτικό, ότι υπήρξε, να μεταφέρεται αμέσως από το τηλέφωνο, ή την ώρα τού μπαρ : Πέρα από τήν ικανότητα τού σύγχρονου, μοντέρνου ανθρώπου να ζει συνεχώς ποζάροντας σαν να έχει μπροστά του μόνιμα έναν φακό (άλλοτε φωτογραφικό και τώρα τηλεόρασης), πρέπει τώρα κιόλας να μιλάει, λέγοντας (και σκεπτόμενος, αφού ό,τι σκέφτεται το λέει) σαν να απαγγέλλει διαρκώς ένα σενάριο που πέρασε κι από την έγκριση (βεβαίως) των παραγωγών

το θέμα έχει ατέλειωτες παραλλαγές : Σε κάποιες εκπομπές τύπου big brother (τις παρακολουθούσα σκεφτόμενη με κατάπληξη τήν κατάπληξη που θα ’νιωθε ο Όργουελ από την πανηγυρική αποδοχή ετούτου τού φριχτού ονόματος) οι παίχτες και κυρίως οι παίκτριες αυτοσχεδίαζαν σενάρια πολύ καλύτερα τών ήδη υπαρχόντων, και παίζανε (ζούσαν) μιμούμενοι τούς ηθοποιούς που βλέπουμε στην τηλεόραση, όμως : ακολουθώντας ακριβώς την υποκριτική τους είχε κανείς την εντύπωση ότι ήταν πολύ καλύτεροι ηθοποιοί από τα πρότυπά τους (το ξέρουμε δα, ότι στους ηθοποιούς τής τηλεόρασης δεν επιτρέπεται ούτε τον εαυτό τους δημιουργικά να μιμηθούν)

κι είναι ανήθικο αυτό το κακό γούστο τελικά, όχι μονάχα από μια άποψη «στενόμυαλα» αισθητική : είναι πράγματι, και σε βάθος, ανήθικο γιατί προσβάλλει μια ανάγκη που ήτανε, όμως, ανά τούς αιώνες,ηθική : να μη μένει η ζωή – των γυναικών κυρίως, αυτονών κυρίως μοίρα ήταν αυτό – μονίμως στη σιωπή : αυτή η μετατροπή τώρα τής προσπάθειας για ομιλία σε κουτσομπολιό, τσακίζει κόκαλα

………

η συνομιλία τής Μήδειας με τις γυναίκες τού χορού εμπεριέχει όχι μόνο την απελπισμένη προσπάθεια να εκμαιεύσει η ίδια μια απόφαση από τον εαυτό της, και την έγκριση γι` αυτήν την απόφαση από τις – κατάπληκτες – άλλες (την αποσπάει την έγκριση αυτή τελικά : κάν` το, τής λεν στο τέλος, δίκιο έχεις – να τον τιμωρήσεις, έτσι αχρεία που σε κορόϊδεψε), αλλά εκθέτει κυρίως την προσπάθειά της να μεταπείσει η ίδια τον εαυτό της : όμως γι` αυτό έχουμε να κάνουμε με τραγωδία : τα λόγια εδώ δεν είναι «για να είμαστε ειλικρινείς» και να «μη λέμε ψέματα» – αλλά για να μην πεθάνουμε –

η θλίψη όμως εξαφανίζεται (και σαν πρόθεση και σαν αποτέλεσμα) όχι απλώς με την ανυπαρξία πια έργων καλών, αλλά με τήν πολυλογία πάνω απ’ όλα των ζωντανών ηρώων εν ζωή : πολυλογία που ανακουφίζει απλώς ότι έχει ήδη ισοπεδωθεί – κι ότι δεν κινδυνεύει πια γιατί έχει ήδη πεθάνει –

………

λοιπόν ως προς το θέμα τής «αυτόματης» μετάφρασης των σκέψεων, που έλεγα και στην αρχή για το διαστημικό μου, κατέληξα (από καιρό) ότι αυτό θα δημιουργούσε έναν εφιάλτη απόλυτης ασυνεννοησίας, έχθρας θυμού και θανάτου. Το είδος αυτό με την φοβερή ειλικρίνεια και τίς φοβερές «μεταφραστικές» ικανότητες, ή θα όδευε ολοταχώς προς εξαφάνιση, ή θα κατέληγαν όλοι φυτά, όπου δεν θα σκεφτόταν πλέον κανείς απολύτως τίποτα

μια απελπισμένη ίσως ομάδα θα ήταν αυτή που θα προσπαθούσε να μάθει να κρύβεται – ιδέα δεν θα `χε ότι αυτό θα οδηγούσε στην «τέχνη» μας – γι` αυτούς θα οδηγούσε απλώς στην επιβίωσή τους –

αλλά αυτή η τάση όλο θα μεγάλωνε (εγώ είμαι αισιόδοξη) και τό είδος θα ανέπτυσσε μια τεχνική να δημιουργεί τέτοια στρώματα σκέψεων (πιο μέσα ή πιο βαθιά ώστε να μην ακούγονται – και να μπορούν να καμώνονται όλοι ότι οι εν λόγω σκέψεις δεν υπάρχουν : ) στρώματα βαθιά χωμένα, που δεν θα ακουγόντουσαν και δεν θα μεταφράζονταν

και, για να προχωρήσω λίγο ακόμα την αφήγηση τού διαστημικού μου, που φυσικά ποτέ δεν έγινε, από αυτό το είδος, που θα είχε αυτήν την ειδικά ανεπτυγμένη ανικανότητα, θα προερχόμαστε αργότερα όλοι εμείς.


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.