Λένε ψέμματα ή μας δουλεύουν;

«Ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού μας είναι ότι πέφτει πολύ δούλεμα. Το ξέρουν οι πάντες κι ο καθένας μας έχει το μερίδιό του σε αυτό. Τείνουμε όμως να θεωρούμε αυτή την κατάσταση σαν δεδομένη κι οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουν πως είναι σε θέση να καταλάβουν πότε τους δουλεύει κάποιος κι έτσι να μην την πατήσουν. Έτσι το δούλεμα έχει ελάχιστα μελετηθεί, με αποτέλεσμα να μην έχουμε μια καθαρή ιδέα περί τίνος πρόκειται, ούτε για ποιο λόγο αφθονεί ή σε τι ακριβώς εξυπηρετεί. […]


Πιστεύεται λόγου χάρη ότι το δούλεμα είναι κάπως σαν την προχειροδουλειά, δηλαδή ότι το κάνει κάποιος για να τα βγάλει πέρα με
μια κατάσταση χαλαρά, χωρίς να πολυκουραστεί. Είναι όμως έτσι; Αυτός που δουλεύει τους άλλους είναι απλά ένας απερίσκεπτος τεμπελάκος; Και το έργο του, το δούλεμα, είναι στ’ αλήθεια κάτι το τσαπατσούλικο ή το κακότεχνο; […]


Το καλοφτιαγμένο δούλεμα είναι κάτι που έχει μια κάποια εσωτερική ένταση. Η προσοχή στις λεπτομέρειες απαιτεί πειθαρχία και αντικειμενικότητα. Δεν μπορείς να φτιάξεις κάτι καλά αν δεν έχεις αποδεχτεί κάποια πρότυπα και περιορισμούς, που απαγορεύουν την απερισκεψία, την φαντασιοκοπία, την προχειροδουλειά και την τσαπατσουλιά. Κάτι τέτοιο φαίνεται να μην κολλάει με το δούλεμα κι όμως καθόλου δεν αποκλείεται. Ο χώρος της διαφήμισης και των δημόσιων σχέσεων, όπως και η σφαίρα της πολιτικής που συνδέεται πλέον στενά μαζί τους, είναι χώροι όπου το δούλεμα αφθονεί και ξεπερνάει κάθε φαντασία, τόσο που μπορούν να θεωρούν ως τα κλασσικότερα παραδείγματα της έννοιας ‘‘χοντρό δούλεμα’’. Και στους χώρους αυτούς συναντάει κανείς αληθινούς μάστορες του δουλέματος, ανθρώπους οι οποίοι −με τη βοήθεια προηγμένων τεχνικών που αφορούν στην έρευνα της αγοράς, στη σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης, τα ψυχολογικά τεστ, κ.ο.κ.− εργάζονται ακούραστα προκειμένου να χρησιμοποιήσουν όπως πρέπει την κάθε λέξη και την κάθε εικόνα. […]


Ωστόσο, με όση επιμέλεια κι ευσυνειδησία κι αν εργάζεται αυτός που δουλεύει τους άλλους, γεγονός είναι ότι κάτι θέλει να ξεφορτωθεί. Υπάρχει σε αυτό που κάνει κάτι παρόμοιο με την προχειροδουλειά, μια ορισμένη χαλαρότητα, μια επιδίωξη της ευκολίας, μια αποφυγή της πειθαρχημένης κι αντικειμενικής δουλειάς. Πρόκειται όμως για μια χαλαρότητα, που δεν ταυτίζεται με τη σκέτη τσαπατσουλιά ή την αδιαφορία για τις λεπτομέρειες. […]


Πράγματι, το δούλεμα έχει κάτι από το μπλοφάρισμα. Είναι πιο κοντά στη μπλόφα από την ψευδολογία. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη μπλόφα και το ψέμμα; Τόσο η μπλόφα όσο και το ψέμμα είναι τρόποι παραπλάνησης ή εξαπάτησης. Όμως αυτό που είναι κεντρικό στο ψέμμα, κι αποτελεί το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του, είναι η αναλήθεια. Ψεύτης είναι ουσιαστικά κάποιος που δεν λέει την αλήθεια. Η μπλόφα είναι κι αυτό ένας τρόπος παραπλάνησης, όμως διαφέρει από την ψευδολογία διότι εκείνος που μπλοφάρει δεν λέει ακριβώς ψέμματα αλλά προσποιείται. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η συγγένεια της μπλόφας με το δούλεμα. Γιατί ουσία του δουλέματος δεν είναι η ψευδολογία, αλλά η πλαστότητα.


Για να καταλάβουμε αυτή τη διαφορά, πρέπει να σκεφτούμε ότι κάτι το προσποιητό ή το πλαστό δεν είναι καθόλου απαραίτητο να είναι κατώτερο από το πραγματικό, από το αυθεντικό πράγμα. Σε τελική ανάλυση, μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά πιστό αντίγραφό του.Το επιλήψιμο με κάτι το πλαστό δεν βρίσκεται στο πώς μοιάζει, αλλά στο πώς φτιάχτηκε.


Από εδώ μπορούμε να δούμε μια θεμελιώδη όψη αυτού που είναι ουσιαστικά το δούλεμα: παρ’ όλο που παράγεται χωρίς καμιά μέριμνα για το τι είναι αληθινό, δεν είναι οπωσδήποτε ένα ψέμμα. Αυτός που δουλεύει τους άλλους, διαστρεβλώνει και παραποιεί τα πράγματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι λέει ψέμματα. […]


Σ' ένα μυθιστόρημα, ο ήρωας θυμάται το μακαρίτη τον πατέρα του που του έλεγε:


‘‘Ποτέ μη λες ψέμματα σε κάποιον όταν μπορείς να τον δουλέψεις.’’


Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ψευδολογία και το δούλεμα, αλλά και ότι το δεύτερο, κατά τη συμβουλή του μακαρίτη, είναι προτιμότερο. Προτιμότερο, όχι σαν ηθικά ανώτερο από το ψέμμα. Ούτε σαν αποτελεσματικότερο από το ψέμμα. Σε τελική ανάλυση, ένα καλοδουλεμένο ψέμμα μπορεί να κάνει τέλεια τη δουλειά του. Ίσως λοιπόν να το είπε προτιμότερο επειδή είναι πιο εύκολο να τη σκαπουλάρεις αν σε πιάσουν να δουλεύεις τους άλλους παρά αν τους έχεις πει ψέμματα. Γιατί πραγματικά, οι άνθρωποι τείνουν ν’ αντιμετωπίζουν ηπιότερα το δούλεμα από την ψευδολογία, ίσως επειδή θεωρούν το ψέμμα βαριά προσβλητικό για την προσωπικότητα του θύματος. […]


Όπως και να ’χει πάντως, η συμβουλή ‘‘ποτέ μη λες ψέμματα σε κάποιον όταν μπορείς να τον δουλέψεις’’ δεν σημαίνει απλά ‘‘άμα χρειαστεί, δούλεψε τον άλλον’’, αλλά ‘‘μάθε να δουλεύεις τους άλλους’’. Κι από εδώ μπορούμε ίσως να καταλάβουμε γιατί το πρότεινε σαν προτιμότερο από το ψέμμα.


Το να σκαρώσεις ένα ψέμμα απαιτεί μεγάλη συγκέντρωση και σαφή εστίαση. Πρέπει να κατορθώσεις να εισαγάγεις ένα συγκεκριμένο στοιχείο παραποίησης σε ένα συγκεκριμένο σημείο μιας τάξης ή ενός συστήματος πεποιθήσεων, έτσι ώστε η αλήθεια να εκδιωχτεί από εκεί και να μην μπορεί να επιστρέψει. Αυτό απαιτεί μια ορισμένη δεξιοτεχνία, γιατί ο ψεύτης έχει έναν αντικειμενικό περιορισμό: οφείλει να έχει υπόψη του την αλήθεια. Για να μπορέσει να σκαρώσει ένα καλό ψέμμα, πρέπει να το σχεδιάσει οδηγούμενος από αυτή την αλήθεια.


Από την άλλη μεριά, εκείνος που δουλεύει τους άλλους έχει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Δεν χρειάζεται να εστιάσει κάπου συγκεκριμένα. Δεν χρειάζεται να εισαγάγει μια παραποίηση σε ένα συγκεκριμένο σημείο και επομένως δεν περιορίζεται από τις αλήθειες που περιβάλλουν αυτό το σημείο, ούτε και χρειάζεται να τις έχει σταθερά υπόψη του. Δεν παραποιεί ένα σημείο του ‘‘κειμένου’’∙ διαστρεβλώνει όλο το ‘‘κείμενο’’. […]


Αυτό που το δούλεμα ουσιαστικά παραποιεί δεν είναι ούτε η κατάσταση πραγμάτων στην οποία αναφέρεται, ούτε αυτά που ο ακροατής του πιστεύει γι’ αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Αυτό το κάνει η ψευδολογία. Εκείνος που δουλεύει τους άλλους, δεν τους λέει ψέμματα, ούτε τους παραπλανά σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα. Τους παραπλανά σχετικά με αυτό που ο ίδιος κάνει.


Εδώ βρίσκεται η αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στο δούλεμα και το ψέμμα, ανάμεσα σ’ εκείνον που δουλεύει τους άλλους και σ’ εκείνον που ψεύδεται. Και οι δυο τους παρουσιάζονται παραπλανητικά σαν κομιστές αλήθειας. Η επιτυχία τους εξαρτάται από το αν θα τους πιστέψουμε ότι λένε αλήθεια. Όμως αυτό που κρύβει ο ψεύτης, είναι το ότι προσπαθεί να μας οδηγήσει μακριά από τη σωστή αντίληψη της πραγματικότητας: πρέπει να κρύψει ότι θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε κάτι που ο ίδιος γνωρίζει πως είναι ψέμμα.


Απεναντίας, αυτό που θέλει να μας κρύψει εκείνος που μας δουλεύει, είναι το ότι δεν τον ενδιαφέρει καθόλου αν αυτά που λέει είναι αλήθεια ή ψέμματα. Πρέπει να μην καταλάβουμε ότι πρόθεσή του δεν είναι ούτε να μας πει την αλήθεια, ούτε και να την κρύψει −ότι, δηλαδή, του είναι παντελώς αδιάφορο πώς έχουν στ’ αλήθεια τα πράγματα για τα οποία μιλάει.

Αυτός που δουλεύει τους άλλους δεν είναι ούτε με τη μεριά της αλήθειας, ούτε με τη μεριά του ψέμματος. Δεν τον ενδιαφέρει αν αυτά που λέει έχουν κάποια σχέση με την αλήθεια. Με αυτή την έννοια, το δούλεμα είναι πολύ χειρότερος εχθρός της αλήθειας από το ψέμμα. […]


Η σημερινή άνθιση του δουλέματος έχει βαθύτερες ρίζες στις διάφορες μορφές του σκεπτικισμού, οι οποίες θεωρούν ότι είναι εντελώς αδύνατο να γνωρίσουμε την αλήθεια των πραγμάτων. Αυτές οι θεωρίες υπονομεύουν τόσο την αξία των προσπαθειών να καθοριστεί με κάποιο αδέκαστο τρόπο τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο, όσο και την ίδια την έννοια της αντικειμενικής έρευνας. Έτσι απομακρυνθήκαμε από την ιδέα ότι η γνώση αποκτάται μέσα από την αφιέρωσή μας στο ιδεώδες της ορθότητας και οδηγηθήκαμε σε μια εντελώς διαφορετική ιδέα, την αναζήτηση της ειλικρίνειας. Αντί δηλαδή να επιδιώκουμε κατά πρώτο λόγο να γνωρίσουμε με ακρίβεια τον κοινό μας κόσμο, ψάχνουμε με ποιο τρόπο θα είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας.


Είναι όμως εντελώς παράλογο να φανταζόμαστε πως είναι δυνατόν να γνωρίσουμε με ακρίβεια τον εαυτό μας, τη στιγμή που θεωρούμε ότι για όλα τα άλλα μια τέτοια γνώση είναι αδύνατη! Άλλωστε, ούτε θεωρητικά και σίγουρα ούτε και πρακτικά υπάρχει κάτι που να στηρίζει την απίθανη αυτή ιδέα, ότι είναι ευκολότερο το να γνωρίσει κανείς την αλήθεια για τον εαυτό του. Ποιος είπε ότι αυτά που αφορούν τον εαυτό μας είναι τόσο ανθεκτικά και άτρωτα στη διαλυτική δράση του σκεπτικισμού; […]


Όμως όταν κανείς παύει να πιστεύει ότι είναι δυνατόν να διαπιστώσει με βεβαιότητα αν κάτι που λέγεται είναι αληθινό ή ψεύτικο, δεν έχει παρά δυο δρόμους μπροστά του. Ο ένας είναι να απέχει τόσο από κάθε προσπάθεια να πει την αλήθεια, όσο και από κάθε απόπειρα να παραπλανήσει −πράγμα που σημαίνει να πάψει εντελώς να εκφράζει άποψη για τα γεγονότα. Κι ο άλλος είναι να συνεχίζει να εκφράζει απόψεις, οι οποίες θα καμώνονται ότι περιγράφουν το πώς έχουν τα πράγματα αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορούν να είναι τίποτε άλλο παρά δούλεμα.»


Χάρι Φράνκφουρτ, On Bullshit (2005)


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.