Λέξεις με προοπτική την ανία, τη θολούρα και την παρεξήγηση

«Η μεταβίβαση της εμπειρίας από τον ένα άνθρωπο στον άλλο γίνεται μέσω της λέξης. Ότι έχει γίνει βίωμα, δίνει στη λέξη υπεύθυνο βάθος, την κάνει μαρτυρία του προσώπου, μια όψη της προσωπικής του ουσίας. Μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, εμπειρικοί ή θεωρητικοί, επιστήμονες ή χειρώνακτες, οι άνθρωποι είναι η εμπειρία του κόσμου. Γι’ αυτό το λόγο έχει μικρή σημασία εάν η εμπειρία του ενός ανθρώπου είναι διαφορετική από την εμπειρία του άλλου, εφόσον αυτή ακριβώς η διαφορά επιτρέπει να υπάρξει ο διάλογος και δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να διακρίνει τον κόσμο μέσω ενός άλλου ανθρώπου, να κοινωνήσει ένα σύνδεσμο που δημιούργησε ο άλλος άνθρωπος. (…)

Η επιθετική ασυνεννοησία της εποχής μας τρέφεται από το γεγονός ότι η τεχνική ζωή συσκοτίζει το περιεχόμενο του κόσμου για χάρη πράξεων, οι οποίες συμβαίνουν χωρίς τον άνθρωπο. Έτσι οι άνθρωποι καταντούν να διαθέτουν λέξεις, μέσα στις οποίες συχνά δεν υπάρχει απολύτως τίποτε. Αν όμως η λέξη δεν περιέχει τον κόσμο όπως τον εσωτερικεύει ο άνθρωπος, τότε δεν είναι δυνατό να προσφέρει την εγγύηση της εμπειρίας του, ούτε και να δεχτεί την εγγύηση μιας άλλης προσωπικής εμπειρίας. Κι όταν η γλώσσα δεν διαθέτει αντίκρυσμα, τίποτα δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να φουσκώνουν αυθαίρετα την πραγματικότητα και όταν συνομιλούν, να εκπροσωπούν μια υπόθεση που δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει με τις άλλες, παράλληλες μεγαλοστομίες. (…)


Τελικά, η ίδια η συνομιλία χάνει το ενδιαφέρον της αφού κατά βάθος η ζωή του ανθρώπου παύει να ενδιαφέρει όσους ζουν κοντά του: όταν ο άνθρωπος δεν επιβάλλει πια τη θέλησή του στον κόσμο, τότε η ζωή του παύει να έχει βιογραφική αξία. Ακόμα κι αν του συμβεί κάτι το έκτακτο, πρόκειται περί κάποιου αναπόφευκτου γενικού απρόοπτου συμβάντος (ένας σεισμός, μια καταστροφή, κ.λπ.) που, ακριβώς επειδή είναι αναπότρεπτο και κοινό για όλους, δεν αξίζει τον κόπο να μεταδοθεί στους άλλους και μέσα από τη γλώσσα. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που οι άνθρωποι βαλθούν να μεταδώσουν γλωσσικά τέτοιας λογής συμβάντα σε όσους δεν τα υπέστησαν, τις περισσότερες φορές δεν αφηγούνται πώς αντιμετώπισαν τον αιφνιδιασμό και πώς φάνηκαν άξιοι της στιγμής, ώστε να δώσουν στους ακροατές τους ένα παράδειγμα συμπεριφοράς, αλλά πώς παραδόθηκαν στον απροσδόκητο ξένο και τι ακριβώς είπε και έπραξε αυτός. Έτσι, ακόμη κι αν η ιστορία αυτή είναι καμιά φορά ενδιαφέρουσα, το ενδιαφέρον της δεν βασίζεται σ’ εκείνους που τη διηγούνται.


Οι άνθρωποι γίνονται λοιπόν μεταξύ τους ανιαροί, καθώς δεν έχουν να διηγηθούν τίποτε άλλο παρά μόνο ό,τι πληροφορούνται: «έμαθες τα νέα;», «διάβασες τι είπε ο Χ;», «είδες το τάδε φιλμ;», ρωτούν, και συνεχίζουν για να δείξουν ότι όχι μόνο δεν έχασαν την ευκαιρία, αλλά συνέλαβαν το φαινόμενο με λεπτομέρειες, τις οποίες οι άλλοι δεν πρόσεξαν —κι ούτε καν τους περνάει απ’ το μυαλό ότι, κομπάζοντας, διατρέχουν τον κίνδυνο να θίξουν πράγματα που δεν γνωρίζουν. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ομιλία αποκτά ένα περίεργο υποκειμενικό χαρακτήρα, που κάποια στιγμή θα εξοργίσει τους άλλους άπαξ και αντιληφθούν ότι τα λεγόμενα δεν συμφωνούν προς ό,τι εκείνοι υποθέτουν. Αυτό βέβαια δεν διορθώνει τα πράγματα, διότι οι αποδέκτες της ένστασης, ακριβώς επειδή μιλούν για να κάνουν επίδειξη, θεωρούν ότι θίγονται και βιάζουν τη γλώσσα ακόμα περισσότερο να τους ακολουθήσει στην καταστροφή του νοήματός της.


Ο λόγος γίνεται σήμερα άμετρος επειδή δεν βασίζεται στην πραγματικότητα, αλλά εκφράζει την προσπάθεια του ανθρώπου να ξεχωρίσει απο τη μάζα, να παρουσιαστεί όπως δεν είναι, να υπερνικήσει τη μηδαμινότητά του προβάλλοντας ακλόνητους ισχυρισμούς, να δώσει στον εαυτό του και στους άλλους την αίσθηση ενός εγώ, το οποίο, σε ό,τι το πολυτιμότερο έχει, σκορπίζεται μέσα στον κόσμο. Να λοιπόν πώς συμβαίνει οι άνθρωποι, μην έχοντας εσωτερική αντίληψη των πραγμάτων, να διαπληκτίζονται ατέρμονα. (…)


Έτσι πολλαπλασιάζεται το φαινόμενο των ‘‘πνευμάτων αντιλογίας’’. Όσοι κινδυνεύουν να χάσουν την αίσθηση της ύπαρξής τους, αρνούνται κι αντιλέγουν συνεχώς και χωρίς λόγο με την ελπίδα ότι, αντιλέγοντας και πάλι αντιλέγοντας, θα δοκιμάσουν τι είναι οι ίδιοι. Μοιάζουν δηλαδή με ανθρώπους που θα έπαιρναν φόρα και θα ’πεφταν πάνω σ’ ένα τοίχο ώστε να πονέσουν και να καταλάβουν έτσι πως υπάρχουν. (…)


Ο άνθρωπος που κλονίζεται εσωτερικά αναγκάζει σήμερα το λόγο του να γίνει αυταρχικός και να μη θέλει να διακρίνει την ορθότητα ιδίως όπου αυτή υπάρχει, αφού η παραδοχή αυτή θα σήμαινε για τον ίδιο ότι απέτυχε στη σκέψη του και θα πρέπει να έρθουν άλλοι για να τον απαλλάξουν από την πλάνη. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, η συστηματική αντίρρηση και αντιλογία είναι μια προσπάθεια να υπερνικηθεί η κρίση της συνείδησης —μια τακτική για να μην παρατηρήσει ο άνθρωπος πού βρίσκεται το πραγματικό του πρόβλημα κι έτσι να λησμονήσει ό,τι ακριβώς δεν θέλει να παραδεχτεί. (…)


Κατά συνέπεια, ο σημερινός, τεχνικός άνθρωπος δεν κινείται μόνο εκτός λόγου, αλλά επιπλέον φοβάται το λόγο αφού υπάρχει κίνδυνος να του δείξει ότι τόσο καιρό τον πέρασε άσκεφτα. Το ότι με αυτό τον τρόπο στο τέλος υποβιβάζει τη λέξη σε τεχνικό σήμα και τον εαυτό του σε εκτελεστή του σήματος, αυτό είναι κάτι που δεν του περνάει απ' το μυαλό. (…)


Από εδώ προκύπτει η αδιαφορία και η απαξίωση του σημερινού ανθρώπου για την αλήθεια.Αφ’ ενός μεν οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πια το βάθος του κόσμου, διότι τότε θα ήταν δυνατό να προκύψουν υποχρεώσεις που να καθυστερήσουν την τεχνική τους απόδοση και κατά συνέπεια να βλάψουν την κοινωνική τους θέση. Αφ’ ετέρου, δεν είναι περήφανοι για την ύπαρξή τους, αποδοκιμάζουν σιωπηρά τον τρόπο ζωής τους και δεν αντέχουν, έτσι όπως είναι, στο εσωτερικό βλέμμα όσων ζουν στο πλευρό τους. Κι ένας τρίτος λόγος είναι ότι η ζωή προγραμματίζεται μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια, περιορίζεται μέσα σε πράγματα που δεν μιλούν και συγχρόνως χάνει την εσωτερική της ένταση και το σύνδεσμό της προς το περιβάλλον, το οποίο αποκρούει τον άνθρωπο και μένει απαθές σε ό,τι τον συγκινεί και τον φοβίζει. (…)


Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι αρχίζουν ολοένα και περισσότερο να ζουν από την ικανότητά τους να δημιουργούν και να προμηθεύονται σενάρια προσωπικής ανωτερότητας. Και καθώς ο σημερινός άνθρωπος τείνει να χρειάζεται την πλάνη σαν όρο για να ζήσει αυτή την απρόσωπη ζωή, το ψέμμα γίνεται η βιολογική βάση της ιστορίας: στο όνομά του επιτρέπονται τα πάντα.


Φυσικά, όσο ο άνθρωπος τάσσεται υπέρ του ψεύδους άλλο τόσο θα ήθελε στην τάση του αυτή να μην συμμετέχει άλλος κανείς. Ο ίδιος θέλει να πλανά τους άλλους, αλλά με τίποτα δεν θέλει να πέφτει θύμα της δικής τους ικανότητας να ψεύδονται και να τον παραπλανούν.


Σε αυτό το πλαίσιο ζωής, το πού βρίσκεται η αλήθεια, καταντάει μια ερώτηση άνευ σημασίας κι οι άνθρωποι λογομαχούν χωρίς ούτε και να ελπίζουν ακόμα ότι το έπαθλο της διαμάχης τους θα είναι η αλήθεια: το μόνο που τους ενδιαφέρει, είναι ο τρόπος με τον οποίο μια πλάνη θα καταρρίψει μια άλλη πλάνη, ή μια άγνοια θα ξεγυμνώσει μια άλλη άγνοια.»


Σπύρος Κυριαζόπουλος, Η σημερινή γλώσσα. Γλωσσολογία της Τεχνικής. (1964)

Πηγή

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.