Η ιστορία του θορύβου και της σιωπής

<<Υπήρχε ένας καιρός τους καιρούς όπου ο καιρός δεν μετριόταν. Εκείνο τον καιρό , οι πιο μεγάλοι θεοί , αυτοί που γέννησαν τον κόσμο , περπατούσαν όπως περπατάνε πάντα οι πρώτοι θεοί , δηλαδή χορεύοντας. Εκείνο τον καιρό , θόρυβος πολύς υπήρχε , απ’ όλες τις μεριές ακούγονταν φωνές και ουρλιαχτά. Πολύς ο θόρυβος και τίποτα δεν ακουγόταν. Κι είναι που ο θόρυβος αυτός που υπήρχε δεν ήταν για να ακούσεις κάτι , παρά για να μην ακούς τίποτα. Πίστεψαν στην αρχή οι πρώτοι θεοί ότι ο θόρυβος ήταν μουσική και χορός και γρήγορα πήραν το ταίρι τους κι άρχισαν να χορεύουν , έτσι>>- κι ο γέρο-Αντόνιο σηκώνεται και επιχειρεί ένα βήμα χορού που συνίσταται στο να ισορροπείς πρώτα στο ένα πόδι και ύστερα στο άλλο.<<Αλλά φαίνεται πως ο θόρυβος δεν ήταν μουσική , ούτε χορός ήταν , γιατί ήταν θόρυβος , και δεν μπορούσες να χορέψεις και να ‘σαι χαρούμενος. Κι έτσι οι θεοί οι πιο μεγάλοι σταμάτησαν για να ακούσουν με προσοχή και να μάθουν τι ήθελε να πει αυτός ο θόρυβος που ακουγόταν , αλλά δεν ακουγόταν τίποτα , γιατί ήταν θόρυβος ο θόρυβος , βλέπεις. Κι όπως το θόρυβο δεν μπορούσαν να τον χορέψουν έτσι οι πρώτοι θεοί , αυτοί που γέννησαν τον κόσμο , δεν μπορούσαν πια να περπατήσουν , γιατί θεοί οι πρώτοι περπάταγαν χορεύοντας , και έτσι σταμάτησαν και πολύ λυπημένοι ήταν που δεν περπατούσαν , γιατί πολύ τους άρεσε το περπάτημα αυτών των θεών , των πιο μεγάλων των πιο ωραίων.
<<Και μερικοί από τους θεούς δοκίμασαν να περπατήσουν , δηλαδή να χορέψουν με τον θόρυβο αυτό , αλλά δεν γινόταν και έχαναν τα βήματα τους και το δρόμο τους και συγκρούονταν ο ένας με τον άλλον και έπεφταν , κι έπεφταν πάνω σε δέντρα σε πέτρες και πολύ πληγώνονταν αυτοί οι θεοί >> Σταματά ο γερο-Αντόνιο για να ξανανάψει το τσιγάρο που του είχαν σβήσει η βροχή και ο θόρυβος. Μετά την φωτιά ακολουθεί ο καπνός , μετά τον καπνό ακολουθεί ο λόγος : <<Έτσι οι θεοί έψαξαν μια σιωπή για να προσανατολιστούν ξανά, αλλά δεν την έβρισκαν πουθενά , ένας θεός ξέρει που είχε πάει η σιωπή , και δικαιολογημένα , γιατί ήταν πολύς ο θόρυβος που υπήρχε. Κι απελπίστηκαν οι πιο μεγάλοι θεοί γιατί δεν έβρισκαν την σιωπή για να  βρούνε το δρόμο κι έτσι συμφώνησαν να κάνουν μια συνέλευση των θεών και πολύ τσακώθηκαν στην συνέλευση που έκαναν , γιατί γινόταν πολύς θόρυβος και τελικά συμφώνησαν να ψάξει ο καθένας μια σιωπή για να βρει το δρόμο , κι έτσι έμειναν ευχαριστημένοι για την συμφωνία που έκαναν , αλλά δεν φάνηκε και πολύ γιατί υπήρχε πολύς θόρυβος. Κι έτσι κάθε θεός άρχισε να ψάχνει μια σιωπή για να βρει τον εαυτό του , κι άρχισαν να ψάχνουν δεξιά και αριστερά , τίποτα , επάνω , τίποτα , κάτω , τίποτα , κι όπως πια δεν υπήρχε που να ψάξει κανείς για μια σιωπή , άρχισαν να ψάχνονται μέσα τους κι άρχισαν να κοιτάνε μέσα τους , κι εκεί έψαξαν την σιωπή κι εκεί την βρήκαν , εκεί βρήκαν τον εαυτό τους , εκεί ξαναβρήκαν το δρόμο τους , οι πιο μεγάλοι θεοί , αυτοί που γέννησαν τον κόσμο, οι πρώτοι.>>

Σώπασε ο γερο-Αντόνιο , και η βροχή επίσης. Λίγο κράτησε η σιωπή , γρήγορα ήρθαν οι γρύλοι να σπάσουν τα τελευταία κομμάτια εκείνης της νύκτας του Φλεβάρη πριν από δέκα χρόνια.
Ανέτελλε πια στο βουνό , όταν ο γερο-Αντόνιο αποχαιρέτησε μ’ ένα <<Ήρθα πια>>. Εγώ απέμεινα να καπνίζω κάτι κομματάκια σιωπής που το ξημέρωμα ξέχασε στα βουνά του νοτιανατολικού Μεξικού.

Υποδιοικητής ΜΑΡΚΟΣ                                              

από το βιβλίο ΟΙ άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ    ( οι εκδόσεις των συναδέλφων )


Απέναντι Όχθη
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.