Μια μικρή συμβολή πάνω στα σενάρια περί Grexit

Πάνε σχεδόν τέσσερεις μήνες από τις αρχές του θερμού Ιούλη και τη «δραματική» προκήρυξη του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό. Ακολούθησε μια θυελλώδης εβδομάδα μαύρης προπαγάνδας, κυβερνητικών εκκλήσεων για εφησυχασμό και θολών προσδοκιών. Εργοδοτικοί εκβιασμοί, ασαφή επίδικα και συγκεντρώσεις ποικίλου ενδιαφέροντος έσυραν την ελληνική κοινωνία σε μια άκρατη πολιτικολογία. Η συντονισμένη πίεση που άσκησαν τα ΜΜΕ λειτούργησε αντίστροφα, πολύς κόσμος αισθάνθηκε ότι «οι γερμανοί μας κάνουν ό,τι θέλουν», με τελικό αποτέλεσμα την ψήφιση ενός «όχι» που οδήγησε εκεί ακριβώς που η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι θα το χρησιμοποιήσει: Στην υπογραφή ενός νέου Μνημονίου.

Πολλά ακούστηκαν και γράφτηκαν εκείνες τις ημέρες γύρω από την πιθανότητα ενός Grexit. Οι απειλές για μια συνολική έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ αναμίχθηκαν με ευχολόγια για εθνικά νομίσματα και μονομερείς διαγραφές χρέους, προσχέδια για IOU ‘s και ύμνους για τη λαϊκή δημοκρατική έκφραση. Υπολογισμοί οικονομικών μεγεθών, χρεών, τόκων και πιθανών μέτρων πλημμύρισαν τη δημόσια σφαίρα μέχρι η πλειοψηφία της κυβέρνησης και η πλειοψηφία της αντιπολίτευσης να συμφωνήσουν ότι «διαφωνούν» με το προτεινόμενο μνημόνιο και τελικά να το ψηφίσουν.

Υπήρξε τελικά κίνδυνος εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και την ΕΕ;
Καταρχήν, το ίδιο το ερώτημα είναι παγίδα και να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι άλλο έξοδος από την ΕΕ κι άλλο έξοδος από την ευρωζώνη και το ενιαίο νόμισμα. Το «μαύρο μπλοκ των φιλοευρωπαϊστών» -ας μην ξεχνάμε πως υπάρχει και «κόκκινο μπλοκ φιλοευρωπαϊστών»- ταύτισε την έξοδο από το ευρώ με την άτακτη χρεοκοπία και τη νομοτελειακή έξοδο από την ΕΕ. Η κυβερνητική πλευρά εκτιμούσε ότι αυτά τα δύο δεν ταυτίζονταν, αφού είχε πάρει από νωρίς χαμπάρι ότι πολλοί εταίροι επιθυμούσαν την έξοδο της Ελλάδας από το ενιαίο νόμισμα και ότι η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη θα περνούσε δύσκολα κι αυτό μόνον μέσα από ένα σκληρό μνημόνιο. Οι βαρουφάκειες κορόνες (ότι τάχα δεν προβλέπεται καταστατικά το να μας πετάξει κάποιος από το ευρώ, ότι θα καταστραφεί οικονομικά η υφήλιος και λοιπές μπούρδες) που είχαν ξεκινήσει από τις πλατείες το 2011, αντικαταστάθηκαν από τη μεγαλειώδη μανούβρα του Τσίπρα και του επιτελείου του:

«Κάνω δημοψήφισμα» αναλογίστηκε. «Μάλλον θα βγει το όχι, οπότε αν μας εξαναγκάσουν σε έξοδο από το ευρώ, είμαι καλυμμένος. Αν καταφέρουμε μνημόνιο, είμαι καλυμμένος. Αν βγει το ναι, θα ξαναβγώ στις εκλογές και θα ‘μαι πάλι καλυμμένος ό,τι κι αν γίνει».

Το σενάριο που κυριάρχησε αφορούσε την παραμονή ή όχι της Ελλάδας στο ευρώ. Το πραγματικό, όμως, διακύβευμα αφορούσε την τύχη της ΕΕ και τον ενδεχόμενο χωρισμό της σε ζώνες δύο ταχυτήτων -στον ισχυρό Βορρά και τον αδύναμο Νότο. Το μόνο σίγουρο σε αυτή την ιστορία είναι ότι ποτέ δεν υπήρξε ο δράκος στην εξίσωση, δηλαδή η έξοδος της χώρας από την ΕΕ. Αυτή η προοπτική θα σήμαινε μια ρήξη που κανένα κόμμα δεν θα τολμούσε και καμιά από τις υπερδυνάμεις δεν θα επιθυμούσε και δεν θα επέτρεπε να συμβεί. Το πραγματικό διακύβευμα για όλο τον υπόλοιπο πλανήτη δεν είναι πια τα οικονομικά αποτελέσματα ενός Grexit, αλλά οι πολιτικές, γεωστρατηγικές και συμβολικές επιπτώσεις που θα προκαλούνταν στην παγκόσμια ισορροπία από μια αυτόνομη κρατική πολιτική.[i]

Η ΕΕ βρίσκεται αυτή τη στιγμή σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η Γερμανία έχει θριαμβεύσει σχεδόν ολοκληρωτικά επί των υπολοίπων εταίρων, βγαίνοντας κερδισμένη από την οικονομική κρίση, ούσα η κύρια εξαγωγική δύναμη της Ένωσης. Στο εσωτερικό της έχει καταφέρει να ελαχιστοποιήσει τις ταξικές αντιδράσεις, επιλέγοντας από το 2005 ένα συναινετικό μοντέλο διακυβέρνησης συνδυασμένο με μια ευρεία προνοιακή πολιτική και την ταυτόχρονη όξυνση της επιτήρησης και της καταστολής. Στο εξωτερικό έχει επιτύχει να ηγείται στη χάραξη στρατηγικής της ΕΕ, βασισμένη στην οικονομική της δύναμη που την φέρνει να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος απέναντι στους υπόλοιπους παραδοσιακά μεγάλους της ένωσης (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία). Ταυτόχρονα στηρίζεται από τα κράτη που οφείλουν την ένταξη και την ανάπτυξή τους στη γερμανική πολιτική, ενώ ειδικά για τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ η Γερμανία αποτελεί το συμβολικό και πραγματικό προστάτη τους από τη ρωσική επιβολή.
Έχοντας καρπωθεί τα προσωρινά οφέλη από την εξέλιξη της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη, η Γερμανία αποσκοπεί στην ισχυροποίηση του ενιαίου νομίσματος και την αποφυγή συστημικών κλυδωνισμών της ευρωζώνης από τις -ασθενέστερες και πιο εκτεθειμένες στην κρίση χρέους- χώρες του νότου. Τα σενάρια για ευρώ δύο ταχυτήτων ή για συρρίκνωση της ευρωζώνης φάνηκε, στην περίπτωση της ελληνικής διαπραγμάτευσης, πως κάθε άλλο παρά σενάρια ήταν. Η ελεγχόμενη επιστροφή σ’ ένα εθνικό νόμισμα για την Ελλάδα αποτέλεσε προτεραιότητα για τη Γερμανία και τους δορυφόρους της. Οι συντονισμένες πιέσεις -για λόγους εσωτερικών ισορροπιών της ΕΕ- από χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, αλλά και από τις ΗΠΑ, έβαλαν προσωρινά φρένο σε αυτή την κίνηση. Ωστόσο, επιδεικνύοντας τη σημασία της ύπαρξης πολιτικής συνοχής εντός της ΕΕ, οι εταίροι έπληξαν συντριπτικά την πιο απρόβλεπτη και ριζοσπαστική (για τα κρατικά ευρωπαϊκά δεδομένα) κυβέρνηση της γηραιάς ηπείρου, συνετίζοντας την προς παραδειγματισμό και των όποιων επίδοξων μιμητών.
Αυτό δείχνει εμφατικά και τη σημασία που αποδίδουν οι κυρίαρχες δυνάμεις στα πολιτικά χαρακτηριστικά σε αντίθεση με μια αφήγηση που βασίζεται μόνο πάνω στους στείρους οικονομικούς υπολογισμούς. Η άνοδος του Σύριζα στην κυβέρνηση ήταν για εμάς χαρακτηριστική της αδυναμίας του κινήματος να εξαπλωθεί μετά το 2011 και να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της ανάθεσης των ζωών μας στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η κινηματική άμπωτη και η παραίτηση, αποτέλεσμα σκληρής καταστολής και μιας ανυποχώρητης στάσης των προηγούμενων κυβερνήσεων απέναντι σε οποιοδήποτε κοινωνικό αίτημα, κεφαλαιοποιήθηκε εκλογικά από το Σύριζα. Πέρα, όμως, από τη δική μας οπτική, για τους ευρωπαίους εταίρους οι μικρές αμφισβητήσεις μιας ρεφορμιστικής αριστερής κυβέρνησης στο εύθραυστο πολιτικό σκηνικό του ευρωπαϊκού νότου ήταν μια συμβολική και πραγματική απειλή. Η Ελλάδα αποτελεί μέλος της ΕΕ και μέσα στο παιχνίδι των παγκόσμιων ανταγωνισμών οφείλει να έχει θέση σταθερά προσδεδεμένη στην ευρωπαϊκή (γερμανική) πολιτική.
Οι παλινωδίες των τελευταίων μηνών ώθησαν πολλούς από τους παίκτες του παγκόσμιου ανταγωνισμού να εκφράσουν δημόσια (και παρασκηνιακά βεβαίως) άποψη για την Ελλάδα. Σαφέστερη όλων ήταν η στάση των ΗΠΑ, που διακαώς επιθυμούν μια σταθερή κατάσταση στη σύμμαχο ελληνική επικράτεια, έχοντας αποδείξει τα τελευταία 25 χρόνια την προτίμησή τους στην αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής. Τα μέτωπα στην περιοχή είναι πολλά, ξεκινώντας από το διαμελισμό του Ιράκ και συνεχίζοντας με την ιδιαίτερη στάση της Τουρκίας που αντιτίθεται στην αμερικανική πολιτική στο κουρδικό ζήτημα, αλλά και στην ισραηλινή οικονομική πολιτική. Επιπρόσθετα, ο συριακός εμφύλιος έχει ήδη οδηγήσει στον ταυτόχρονο βομβαρδισμό της συριακής επικράτειας από τις συμμαχικές (ΗΠΑ), αλλά και ρωσικές δυνάμεις, οι οποίες θέλουν να διατηρήσουν την εκεί επιρροή τους. Σε αυτή την κατεύθυνση ανάσχεσης της ρωσικής επιρροής στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου[ii], οι ΗΠΑ πιέζουν για μια «εύρυθμη» Ελλάδα εντός ευρωζώνης, με «βιώσιμο» χρέος. Ας μην ξεχνάμε πως η Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP)[iii], είναι προ των πυλών και τα διακυβεύματα είναι πολύ σημαντικότερα από μερικά δις ελληνικού χρέους.
Εναρμονισμένη με αυτές τις επιλογές είναι και η Κίνα. Μετά την καλοκαιρινή υποτίμηση του νομίσματός της προκειμένου να επανεκκινήσει τη βιομηχανία της και να περιορίσει τις εργατικές διεκδικήσεις στο εσωτερικό της, η Κίνα επιθυμεί την απρόσκοπτη λειτουργία των εμπορικών της οδών. Μία απ’ αυτές είναι και τα ελληνικά λιμάνια.

Την πιο ιδιαίτερη στάση έχει κρατήσει η Ρωσία. Μέσα στις περίπλοκες σχέσεις που υπαγορεύουν η ουκρανική και η συριακή κρίση, οι οικονομικές κυρώσεις και η ενεργειακή συνεργασία με τη Δ. Ευρώπη, οι ρώσοι δουλεύουν την αναθέρμανση των σχέσεών τους με τη Γερμανία. Έτσι, παρά το ότι μπορούσαν να επέμβουν στην ελληνική κρίση ακόμα και μόνο με υπόνοιες για μια μελλοντική οικονομική βοήθεια, αρνήθηκαν αυτό το ρόλο και άφησαν ανοιχτό το πεδίο στη Γερμανία να επιβάλλει απερίσπαστη τη δική της γραμμή στο ελληνικό ζήτημα.
Είναι σαφές ότι στους παγκόσμιους ανταγωνισμούς σε καιρό ειρήνης τα στρατόπεδα δεν διαμορφώνονται ποτέ με εμφανείς όρους και οι προτεραιότητες και οι συμμαχίες μπορούν να αλλάζουν ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του κάθε ζητήματος. Είναι εξίσου σαφές ότι στο ελληνικό ζήτημα όλες οι αντίρροπες δυνάμεις οδήγησαν στην παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και την εσωτερική σταθερότητα. Πολιτικά ζητήματα, όπως η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, οι περιφερειακές συρράξεις στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, η θέση της ένωσης στους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, το μεταναστευτικό, αλλά και η εξάλειψη μιας πιθανής αντιπολίτευσης των αδύναμων εντός της ΕΕ, βαραίνουν εξίσου και συχνά περισσότερο από την οικονομική αστάθεια ενός υπέρογκου χρέους.
Οι «πρώτη και δεύτερη φορά αριστερά» αριστεροδεξιές συγκυβερνήσεις το γνωρίζουν καλά αυτό. Η τυχοδιωκτική τους συμπεριφορά τούς το απέδειξε και εμπειρικά. Η πολιτική διαχείριση του ελληνικού κράτους μπορεί να τους αφήσει μόνο ελάχιστα παράθυρα για εσωτερική κατανάλωση. Δυστυχώς, όμως, τα ερείσματά τους στην ελληνική κοινωνία είναι ακόμα αρκετά και συμμερίζονται και υποστηρίζουν την –εντός της ΕΕ προσδεδεμένη- κυβερνητική πολιτική. Εξίσου σημαντική με αυτά είναι η παραίτηση και η ηττοπάθεια που προκλήθηκε από το δημοψήφισμα, το οποίο καταγράφηκε ως μια απλή επιδοκιμασία των κυβερνητικών χειρισμών και η επιβεβαίωση του Σύριζα με μια ξέπνοη «ανανέωση της λαϊκής εντολής» με 45% αποχή.
Αυτό που επίσης φάνηκε, ήταν ότι η αναζήτηση μετωπικών συνεργασιών ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων που συντελέστηκε μέσω ψευδοδιλημμάτων που έθεσε η εξουσία, ισχυροποίησε άθελά της τις κυβερνητικές επιλογές. Βασικό μέλημα του κινήματος θα πρέπει να είναι η συνεπής και από τα κάτω δουλειά σε μια σειρά κοινωνικών ζητημάτων και η πρωταγωνιστική θέση στον αγώνα ενάντια στις πολιτικές που η κυβέρνηση θα ξεδιπλώσει μες στο επόμενο διάστημα. Με οργανωμένο τρόπο, στρατηγική και στόχευση, αλλά –κυρίως- βασισμένοι στις δικές μας δυνάμεις και στο δικό μας λόγο. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μια πιο «εύπεπτη» ρητορική, αλλά αυτό που πάντα ανέβαζε την κοινωνική επιρροή των αναρχικών: Η αδιάλειπτη παρουσία μας σε όλα τα πεδία των κοινωνικών συγκρούσεων με αντιιεραρχικό, εξωθεσμικό και ριζοσπαστικό χαρακτήρα.
[i] Ως αναρχικοί πρέπει να καθιστούμε συνεχώς σαφές ότι η όποια κρατική πολιτική, εξαρτημένη ή αυτόνομη, «φιλολαϊκή» ή «αντιλαϊκή» κ.ο.κ. μας βρίσκει εχθρικά διακείμενους και δεν την προτιμάμε ή ανεχόμαστε για λόγους τακτικής. Το παρόν κείμενο εξετάζει το γιατί η υφιστάμενη ισορροπία δυνάμεων καθιστά απίθανη την έξοδο της Ελλάδας από την ΕΕ και εξετάζει υπό αυτό το πρίσμα την πολιτικολογία που αναπτύχθηκε το καλοκαίρι του 2015 γύρω από την έννοια του Grexit.
[ii] Εδώ να πούμε ότι το όλο ζήτημα των συγκρούσεων στην περιοχή είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ όσο συνήθως παρουσιάζεται. Η συνεχιζόμενη αστάθεια φαίνεται να ευνοεί περισσότερο τις ΗΠΑ, δημιουργώντας προβλήματα στις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις. Ο έλεγχος των πηγών του Ιράκ έδωσε τη δυνατότητα στις ΗΠΑ να ρίξουν τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, γεγονός που οδήγησε τη Ρωσία σε τεράστιες οικονομικές απώλειες. Ταυτόχρονα ευνοήθηκε η Κίνα, που είχε ανάγκη για φτηνή ενέργεια, σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία. Η πώληση από την Κίνα αμερικανικών ομολόγων (αμερικάνικου χρέους) σε τρίτες χώρες στο ίδιο χρονικό διάστημα, αντί να επιβραδύνει την αμερικανική οικονομία όπως επί χρόνια εικαζόταν, οδήγησε εν τέλει σε μια ισχυροποίηση του δολαρίου. Σχηματικά, σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία, οι ΗΠΑ επωφελούνται από την αστάθεια στη Μ. Ανατολή, αλλά και στο Αφγανιστάν-Πακιστάν, στερώντας από τους ανταγωνιστές τους την πρόσβαση σε προσοδοφόρες εμπορικές οδούς και την αύξηση της σφαίρας επιρροής τους.μική συγκυρία. Η πώληση αμερικανεχνετ

[iii] Η ΤΤΙΡ –που τελευταία έχει αρχίσει να ακούγεται όλο και περισσότερο- είναι μια αδιαφανής διαπραγμάτευση ΗΠΑ-ΕΕ για –μεταξύ άλλων- τη φιλελευθεροποίηση των εμπορικών σχέσεων, την άρση του προστατευτισμού της εργασίας, την όξυνση των ιδιωτικοποιήσεων και την εύνοια υπέρ των πολυεθνικών εις βάρος των κατά τόπους κρατικών νομοθεσιών. Η συμφωνία θα επηρεάσει τις χώρες που παράγουν το 45% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Κείμενο από Luisi και @arlekinos36
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.