Επιβίωση

Τον ρωτήσαμε τι θέλει από τη ζωή του, τι ονειρεύεται. Μας απάντησε πως δεν θέλει τίποτα, πως θέλει απλά να επιβιώσει!

Διερωτώμαι γιατί. Γιατί να θέλει να επιβιώσει; Ποιος είναι ο λόγος; Για να αποφύγει το θάνατο; Γιατί φοβάται αυτό που δεν ξέρει. οπότε «επιλέγει» τη μια και μοναδική επιλογή που βλέπει: την επιβίωση;

Και τι είναι η «επιβίωση»; Τρώω, κοιμάμαι, δουλεύω, πληρώνω λογαριασμούς και φροντίζω όσο μπορώ να μην πηγαίνω κόντρα στις αρχές; Δεν ξέρω… ίσως ο καθένας να θέτει δικά του, παρόμοια όμως, περιεχόμενα στο «επιβιώνω». Μα, μου φαίνονται όλα εξ’ ίσου ανιαρά, ανώφελα και περιοριστικά.

Μπορεί να το κάναμε αυτό στο παρελθόν. Να ήταν δικαιολογημένο. Να μην ξέραμε τίποτ’ άλλο. Όμως δικαιούμαστε/δικαιολογούμαστε τώρα να μην ξέρουμε; Έχουμε την πολυτέλεια να συνεχίζουμε να ζούμε όπως ζούσαμε τις τελευταίες δεκαετίες; Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, τόσο καθημερινά και όπου το αύριο είναι τόσο άγνωστο, τόσο ρευστό, δικαιούμαστε να παραμένουμε στην «επιβίωση»;

Ήταν σκυθρωπός, σαν να είχε ένα πέπλο να σκίαζε την όρασή, το Είναι του. Ήταν διεκπεραιωτικός, σαφής, χωρίς καμία επιπλέον, «άσχετη» κουβέντα, κάνοντας πιστά τη «δουλειά» του, στην προσωρινή γνωριμία μας. Η χαρά έλειπε παντελώς, όχι μόνο από το πρόσωπό του μα και από τη ζωή του, την ψυχή του. Ήταν ολοφάνερο.

Σίγουρα δεν συμπλήρωνε τις προδιαγραφές για νευρωτικό ή καταθλιπτικό, σύμφωνα με τα συμπτώματα που έχει ανάγκη η ψυχιατρική. Μα φανερά απουσίαζε από τη ζωή του, φανερά παρατημένος, δεν είχε λόγο να ζει! Και δεν ήταν/είναι ο μόνος!

Και δεν έχει σημασία πόσα έχει, τι δουλειά κάνει, τι έχει καταφέρει….τίποτα δεν έχει σημασία εκτός από τον τρόπο που κοιτάει με τα μάτια του νου γιατί η καρδιά κλείνει, όταν ο νους επιβάλλει την περιοριστική θέασή του.

Δεν είπα τίποτα, δεν σχολίασα την απάντησή του. Έφυγα…μου μύριζε θάνατος και δεν είχα καμία δουλειά εκεί.

Πώς να του πω πως πεθαίνει καθημερινά, πως κάθε στιγμή και κάθε αναπνοή του είναι ήδη μια δήλωση θανάτου. Δεν έχει σημασία πότε ή πώς θα έρθει ο βιολογικός θάνατος που τόσο φοβάται…. Τόσο πολύ που τρέμει να ζήσει! Πανικοβάλλεται να χαρεί, ούτε λόγος ν’ αφεθεί. Όσο φοβάται τόσο προσπαθεί να ελέγχει. Όσο προσπαθεί να ελέγχει, τόσο χάνονται αυτά που κρατάει σφικτά, μέσα από τα χέρια του.

Έφυγα, όχι γιατί μπορεί να με επηρεάσει, όχι γιατί φοβάμαι το σκοτάδι του, όχι γιατί μπορεί να με τραβήξει μέσα του. Έφυγα γιατί δεν με έβλεπε καν, δεν άκουγε οτιδήποτε άλλο πέρα από τις βέβαιες προσταγές του νου του και των φοβιών του. Δεν είχε νόημα η παραμονή μου.

Είναι αυτός ο κόσμος του και τον σέβομαι εφόσον θέλει να τον αντιλαμβάνεται και να τον ενισχύει. Έχω καιρό παραιτηθεί από την ουτοπία πολλών λατρειών του «φωτός» (ψεύτικο φως αλλά δεν το αντιλαμβάνονται) ν’ αλλάξουν τον κόσμο, να φέρουν τον παράδεισο στη γη, να νικήσουν το σκοτάδι, να επικρατήσει η ειρήνη….και ό,τι άλλο προσφέρει η ουτοπία που αντίστοιχα θέλουν να πιστεύουν…για να επιβιώνουν κι αυτοί. Άλλωστε, έχω περάσει απ’ όλα αυτά τα μονοπάτια του πειρασμού. Κάποια μοιάζουν φανερά πιο ελκυστικά από άλλα. Δεν παύουν να είναι όμως κατασκευασμένες πραγματικότητες που κρύβουν την αλήθεια.

Ποια είναι η Αλήθεια; Αυτή φανερώνεται μόνο σε όσους έχουν το θάρρος να την αποκαλύψουν, σε όσους έχουν παραιτηθεί από τη δική τους εκδοχή της αλήθειας, σε όσους έχουν την τόλμη να «αφήσουν τα πάντα πίσω τους» για να βρίσκονται μέσα στην Αλήθεια, που έχει τάξη, νόμους, νόημα και σκοπό…


Χριστιάνα Σοφία
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.