Ένας κήπος φουντώνει

Στην απελπισμένη γειτονιά Yarmouk της Δαμασκού, η καλλιέργεια τροφής είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Το Yarmouk έχει αντέξει σε πολιορκία από το 2012, και κλειδί για την επιβίωση των κατοίκων ήταν η καλλιέργεια της δικής τους τροφής. Lens young Yeldani
Σε μια σκοτεινή κουζίνα, στο φως ενός κεριού που τρεμοπαίζει, δύο άνδρες τυλιγμένοι σε καπέλα και μπουφάν για να προστατευτούν από το κρύο, αυτοσχεδιάζουν σε ένα σατιρικό βίντεο: ζωντανά από το Yarmouk, στο νοτιότερο άκρο της Δαμασκού, μια εκπομπή μαγειρικής για άτομα υπό πολιορκία.
«Αυτό είναι το νέο πιάτο στο στρατόπεδο του Yarmouk. Δεν έχει καν βγει ακόμη στην αγορά» λέει ο άνδρας στα δεξιά, ο 40χρονος FirasNazi, ο κυνικός και πνευματώδης παρουσιαστής.
Παίρνει ένα μεγάλο, σχεδόν μισό μέτρο, φύλλο από sobara, φραγκόσυκο στα αραβικά. Κρατώντας το προσεκτικά από το ένα άκρο για να αποφύγει τα αγκάθια, το παρουσιάζει στην κάμερα πρώτα από τη μία πλευρά και ύστερα από την άλλη.
«Στις ΗΠΑ έχουν Kentucky Fried Chicken και χοτ ντογκ. Στην Ιταλία, μακαρόνια και πίτσα», λέει, αναφέροντας τρυφερά με τη βραχνή φωνή του τα ονόματα απρόσιτων φαγητών. «Εδώ στο Yarmouk, έχουμε sobara»
«Δεν φτάνει που έχουμε σημεία ελέγχου στους δρόμους και βομβαρδισμούς», πρόσθεσε, αφήνοντας τον κάκτο πίσω στον πάγκο με ένα πικρό γέλιο. «Ακόμα και η μαγειρική μας έχει αγκάθια».

Όταν οι οργανώσεις «Ισλαμικό Κράτος τού Ιράκ και του Λεβάντε» (ISIL) και Jabhat Al-Nusra (το μέτωπο Al Nusra) εισέβαλαν και πήραν τον έλεγχο του Yarmouk τον περασμένο μήνα, πολεμούσαν ανθρώπους που ήταν υπό πολιορκία από το καθεστώς του προέδρου της Συρίας Basharal-Assadγια περισσότερο από δύο χρόνια. Από το Δεκέμβριο του 2012, οι 18.000 άνθρωποι που είναι παγιδευμένοι σε αυτή την περιοχή ζουν σχεδόν χωρίς ηλεκτρισμό ή καύσιμα. Δεν έχουν τρεχούμενο νερό από τον Σεπτέμβριο του 2014. Είχαν τόσο λίγο φαγητό που κάποια στιγμή ένας μουσουλμάνος κληρικός στο Yarmouk επέτρεψε με απόφασή του στους ανθρώπους να τρώνε κρέας γαϊδουριού, σκύλου και γάτας.
Ωστόσο ένα πράγμα δεν έλειψε ποτέ από το Yarmouk, το οποίο ήταν αρχικά ένας καταυλισμός εκτοπισμένων Παλαιστινίων, το sabr. Σε ελεύθερη μετάφραση, η λέξη sabr σημαίνει την υπομονή και την επιμονή από όπου παίρνει το φραγκόσυκο την αραβική ονομασία του. Για τους Παλαιστίνιους, η sobara – ακανθώδης και σκληρή, που συχνά φυτεύεται στα σύνορα των λαχανόκηπων ως ένας ζωντανός φράχτης - είναι ένα σύμβολο αντοχής.
Υπό πολιορκία πρώτα από το καθεστώς και τώρα από τους αντάρτες, οι ξεχασμένοι άμαχοι του Yarmouk μάχονται ενάντια στο μεσαιωνικό όπλο της πείνας με τη δημιουργικότητα, το χιούμορ και με την υπέρτατη λαϊκή στρατηγική αντίστασης: τους κήπους.

Ένα ζήτημα ζωής και θανάτου

Το Yarmouk είναι μια από τις λίγες γειτονιές, χωριά ή πόλεις που πολιορκήθηκαν κατά τη διάρκεια της τετράχρονης συριακής σύγκρουσης. Σε όλη τη χώρα, οι πολιορκημένοι πολίτες έχουν επινοήσει δημιουργικές στρατηγικές επιβίωσης για να τρέφονται οι ίδιοι και οι γείτονές τους. Πολλές από αυτές βασίζονται σε αρχαίες αγροτικές πρακτικές, όπως η συλλογή τροφής, οι συλλογικές κουζίνες και οι συλλογικοί κήποι. Στο Yarmouk μια νέα γενιά αστικών κηπουρών έχει αψηφήσει τις σφαίρες και τα πυρά του πυροβολικού καλλιεργώντας επτά μεγάλα κοινοτικά οικόπεδα και δεκάδες μικρότερους λαχανόκηπους.
«Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους στο Yarmouk ασχολούνται με την κηπουρική σήμερα», δήλωσε μέσω Skype ο Abdallahal-Khateeb, ένας 25χρονος γέννημα – θρέμμα του Yarmouk, σπουδαστής, που έγινε ακτιβιστής και μετά καλλιεργητής, σε μια συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε πριν από την κατάληψη από την ISIL. «Οι περισσότεροι έχουν φτιάξει μικρά αγροκτήματα μέσα στα σπίτια τους ή κοντά σε αυτά».

Μαρούλι καλλιεργημένο στη Δαμασκό. Σε όλη την επικράτεια της Συρίας, οι πολιορκημένοι πολίτες έχουν καταφύγει σε κήπους για την επιβίωσή τους. Lens young Yeldani

Ανάμεσα σε κτίρια, εγκαταλελειμμένα οικόπεδα και στις στέγες των σπιτιών, οι πολιορκημένοι κηπουροί του Yarmouk καλλιεργούν τα πάντα, από μελιτζάνες μέχρι mulukhiyeh, ένα είδος γιούτα με του οποίου τα γυαλιστερά φύλλα φτιάχνεται ένα πλούσιο πράσινο στιφάδο. Όταν έρχεται η εποχή της συγκομιδής, συσκευάζουν την παραγωγή σε σακούλες του ενός κιλού, κρεμάνε τις σακούλες στα τιμόνια από τα σαραβαλιασμένα ποδήλατά τους και μοιράζουν το φαγητό στους γείτονές τους. Εστιάζουν σε όσους κινδυνεύουν περισσότερο από ασιτία: παιδιά, φτωχοί, ηλικιωμένοι.

Στην πολιορκημένη Yarmouk, η κηπουρική είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Τον Ιούνιο του 2014, από μια κυβερνητική βομβιστική επίθεση σκοτώθηκαν τρεις άνδρες ακριβώς έξω από έναν από τους κήπους της γειτονιάς. Τουλάχιστον δύο άνθρωποι πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν από ελεύθερους σκοπευτές, ενώ μάζευαν αγριόχορτα. Και οποιοσδήποτε παρέχει τροφή, νερό ή ιατρική περίθαλψη διατρέχει ιδιαίτερο κίνδυνο να δολοφονηθεί, να απαχθεί από ένοπλες ομάδες ή να «εξαφανιστεί» από την κυβέρνηση. Τους πρώτους τρεις μήνες του 2015, καθώς μαχητές από την ISIL και την Jahbat Al-Nusra εισχωρούσαν στο στρατόπεδο και ετοιμαζόταν να πάρουν τον έλεγχο,τουλάχιστον δέκα ειρηνικοί ακτιβιστές σκοτώθηκαν.

Ο Naji, ο κεφάτος παρουσιαστής της σατιρικής εκπομπής μαγειρικής και επί σειρά ετών ακτιβιστής, ήταν ένας από αυτούς.
Όταν άρχισε η πολιορκία, ο Khateeb και άλλοι δημιούργησαν το Κοινωνικό Ίδρυμα Basmeh, μια κοινοτική ομάδα βοήθειας του Yarmouk. Οργάνωσαν παραστάσεις με κλόουν και ομάδες παιχνιδιού για τα παιδιά, ένα κοινοτικό κήπο, ένα υδροδοτικό έργο και μια σειρά από βίντεο που δείχνουν τη ζωή υπό πολιορκία – συμπεριλαμβανομένης της σατιρικής εκπομπής μαγειρικής. Ο Naji υπήρξε μέντορας για τους νεότερους ακτιβιστές αρχικά, και στη συνέχεια ανέλαβε έναν πιο ενεργό ρόλο, καθώς πολλοί από αυτούς συνελήφθησαν ή σκοτώθηκαν. Στις 23 Φεβρουαρίου, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Είχε πυροβοληθεί στο κεφάλι, σα να τον είχαν εκτελέσει.
Οι δολοφόνοι του Naji δεν έχουν εντοπιστεί. Αλλά ο θάνατός του ταιριάζει στον τρόπο που ενεργεί η ISIL για τον αφανισμό των ντόπιων ηγετών της κοινότητας, των οποίων η δημοτικότητα θέτει σε αμφισβήτηση τον έλεγχό τους. «Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να κινητοποιήσει τους πεινασμένους ανθρώπους», λέει ο Salim Salamah, γέννημα –θρέμμα του Yarmouk και εκπρόσωπος της Παλαιστινιακής Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. «Η κινητοποίηση των 18.000 ανθρώπων του Yarmouk ήταν κάτι που μόνο λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να κάνουν. Και αυτοί ήταν οι άνθρωποι που σκοτώθηκαν».
Ο Naji και ο Khateeb ήταν στενοί φίλοι. Ο Khateeb είναι αυτός που κινηματογράφησε την σατιρική εκπομπή μαγειρικής. Στις 8 Μαρτίου, δύο εβδομάδες μετά τη δολοφονία του Naji, μια ομάδα ενόπλων περικύκλωσε τον Khateeb καθώς έφευγε από το σπίτι του και προσπάθησε να τον επιβιβάσει βίαια σε ένα αυτοκίνητο. Κατόρθωσε να δραπετεύσει. Αλλά οι δολοφονίες συνεχίστηκαν.
Οι φίλοι και οι συνάδελφοι του Naji πιστεύουν ότι σκοτώθηκε επειδή το έργο του απείλησε τα κύρια κέντρα εξουσίας μέσα στο στρατόπεδο: τους μαυραγορίτες που επωφελούνται επειδή η πολιορκία έχει εκτινάξει στα ύψη τις τιμές των τροφίμων, τους πολιτοφύλακες που υποστηρίζουν το καθεστώς και τις ένοπλες ομάδες όπως η ISIL που ελέγχουν τον πληθυσμό ολοένα και περισσότερο.

«Ο Firas Naji σκοτώθηκε επειδή πρόσφερε στους ανθρώπους την επιλογή της αξιοπρέπειας, της διατροφικής αυτάρκειας», λέει ο Raji Abdulsalam, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την Παλαιστινιακή Οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μιας μη-κομματικής ομάδας που παρακολουθεί την κατάσταση στα παλαιστινιακά στρατόπεδα. «Σε πολλούς ανθρώπους αυτό δεν άρεσε. Μιλάω τόσο για τους εξτρεμιστές, όσο και για το καθεστώς.»

Μια συμφωνία για τους σπόρους

Η συριακή κυβέρνηση ίδρυσε το Yarmouk το 1957 ως στρατόπεδο για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Αλλά όλα αυτά τα χρόνια, έρχονταν όλο και περισσότεροι Σύριοι, ιδιαίτερα στα μέσα της δεκαετίας του 2000, καθώς η ξηρασία και η κυβερνητική εγκατάλειψη είχε καταστρέψει τις αγροτικές περιοχές στα βορειοανατολικά της χώρας. Μέχρι το 2011, είχε μεταβληθεί σε μια πυκνοκατοικημένη, ζωντανή γειτονιά όπου αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στριμώχνονταν στα 4/5 ενός τετραγωνικού μιλίου. Λιγότεροι από το ένα τρίτο από αυτούς ήταν Παλαιστίνιοι.

Όταν ξεκίνησε η εξέγερση κατά του Assad, το Μάρτιο του 2011, εκτοπισμένοι Σύριοι πλημμύρισαν το Yarmouk. Ομάδες της αντιπολίτευσης, όπως ο Απελευθερωτικός Στρατός της Συρίας άρχισαν να συγκρούονται με τους τοπικούς πολιτοφύλακες που υποστήριζαν το καθεστώς. Στις 16 Δεκεμβρίου του 2012, η κυβέρνηση έστειλε μαχητικά αεροσκάφη MiG να βομβαρδίσουν ένα τζαμί, ένα νοσοκομείο και τέσσερα σχολεία όπου οι εκτοπισμένοι είχαν αναζητήσει καταφύγιο.

Από τότε, η πολιορκία εντεινόταν κάθε μέρα. Τα σημεία ελέγχου της κυβέρνησης εντός και εκτός του Yarmouk έκλεισαν για τέσσερις ημέρες, στη συνέχεια για πέντε, μετά για έξι. Οι στρατιώτες προχωρούσαν σε κατάσχεση οποιασδήποτε ποσότητας τροφής πάνω από ένα κιλό. Άνοιγαν τις σακούλες του ψωμιού και μετρούσαν τα κομμάτια για να βεβαιωθούν ότι δεν ήταν περισσότερα από 10.


Κήπος στην Babbila, μια γειτονιά κοντά στο Yarmouk. Lens young Yeldani

«Μπορείτε να πείτε ότι αυτό ήταν κάτι ψυχολογικό» λέει ο Osama Jafra, ψευδώνυμο ενός στελέχους του Ιδρύματος Jafra, μιας ομάδας κοινοτικής ανάπτυξης που ξεκίνησε αρκετούς από τους μεγάλους κοινοτικούς κήπους του Yarmouk.

Περίπου έξι μήνες μετά την έναρξη της πολιορκίας, γύρω στα τέλη Ιουνίου του 2013, ένας γείτονας χαιρέτισε τον Jafra στο δρόμο και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να του δώσει χρήματα για να αγοράσουν σπόρους, από τη στιγμή που ο Jafra εργαζόταν για μια φιλανθρωπική ομάδα.
«Γιατί;» ρώτησε ο Jafra.
«Έλα. Θα σου δείξω» απάντησε ο άντρας.
Πήγε τον Jafra σε ένα από τα σχολεία που είχαν βομβαρδιστεί έξι μήνες νωρίτερα από πολεμικά αεροσκάφη. Στην εγκαταλελειμμένη αυλή, τα λουλούδια και η πρασινάδα έδιναν ζωντάνια στην παιδική χαρά. Με τους σπόρους, θα μπορούσαν να την μετατρέψουν σε ένα λαχανόκηπο.

Ο Jafra έκανε μια συμφωνία με τον γείτονά του: Θα σου φέρω 50 δολάρια για τους σπόρους, αν συμφωνήσεις να τους μοιραστείς. Την επόμενη μέρα, ο Jafra ανέθεσε τον καθαρισμό του στρατοπέδου σε προσωπικό και εθελοντές, για να καλλιεργήσουν στην εγκαταλελειμμένη παιδική χαρά. Οι γείτονες είδαν τι γινόταν και άρχισαν να βοηθούν. Ακόμη και τα παιδιά συμμετείχαν. Τελείωσαν σε τέσσερις ώρες.
«Όταν οι άνθρωποι και τα παιδιά άρχισαν να συνεργάζονται μαζί μας, ήταν όλοι τόσο ευτυχισμένοι» λέει ο Jafra. Φύτεψαν πικραλίδες, μαϊντανό, ντομάτες, μελιτζάνες και φακές. Τον ονόμασαν «ο Παλαιστινιακός Κήπος».
Κι έτσι κάτι άρχισε να αλλάζει στην αστική γειτονιά του Yarmouk. Οι κάτοικοι ανακάλυψαν τα μυστικά της καλλιέργειας, όπως την καλύτερη στιγμή για να ποτίζεις τον κήπο - τη νύχτα, έτσι ώστε το πολύτιμο νερό να μην εξατμίζεται. Έμαθαν πώς ορισμένα φυτά, όπως η φάβα, μπορούν να ανανεώσουν το εξαντλημένο έδαφος. Βρήκαν σπόρους και ανακάλυψαν καλλιεργητικές δεξιότητες στους αγρότες της υπαίθρου οι οποίοι είχαν καταφύγει στο Yarmouk όταν η ξηρασία και αργότερα ο πόλεμος έπληξαν τη συριακή ύπαιθρο.

Το συριακό καθεστώς επέτρεπε μόνο ορισμένους εγκεκριμένους σπόρους στη χώρα. Αλλά με το νερό και το λίπασμα περιορισμένα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, οι υβριδικοί εμπορικοί σπόροι ήταν άχρηστοι.

Τη στιγμή αυτή κάνει την εμφάνισή του το διεθνές κίνημα διατροφικής αυτάρκειας, μία παγκόσμια συνομοσπονδία αγροτών, παραγωγών τροφίμων και ακτιβιστών για το δικαίωμα στη γη. Αγρότες από αρκετές χώρες δώρισαν οργανικούς σπόρους ανοιχτής γονιμοποίησης, οι οποίοι στη συνέχεια εισήλθαν λαθραία, με μεγάλο κίνδυνο, στο Yarmouk.

Απελπισία, κι έπειτα συγκομιδή

Μερικές εβδομάδες αφότου ο Jafra και οι φίλοι του έσπειραν τον Παλαιστινιακό Κήπο, στις 21 Ιουλίου 2013, το καθεστώς έκλεισε το κύριο σημείο ελέγχου στο Yarmouk οριστικά. Η πολιορκία ήταν καθολική: Κανείς δεν θα μπορούσε να φύγει, και τίποτα δεν θα μπορούσε να εισέλθει εκτός από ότι επέτρεπαν οι στρατιώτες. Το σημείο ελέγχου είναι κλειστό μέχρι και σήμερα
Μέσα στους επόμενους έξι μήνες, οι τιμές όλων των αγαθών αυξήθηκαν. Ένα μόνο ραπανάκι έφτασε κάποια στιγμή το 1,50 δολάριο, ένα κιλό ρύζι κόστιζε 100 δολάρια. «Όλοι μας, ακόμα και εγώ, ζούσαμε με δύο ή τρεις κουταλιές την ημέρα από ό, τι είχαμε - ρύζι, φακές», λέει ο Jafra.
Αλλά ακόμα και στις ημέρες της μεγαλύτερης πείνας, συνέχισαν να ασχολούνται με τους κήπους. Μηχανεύτηκαν τρόπους να φορτίζουν τους φορητούς υπολογιστές τους, τοποθετώντας τους σε μπαταρίες από τρακτέρ. Όποτε είχαν πρόσβαση στην πολύτιμη ηλεκτρική ενέργεια ή, κυρίως, όταν κατάφερναν να υποκλέψουν σύνδεση στο διαδίκτυο, προσπαθούσαν να παρακολουθήσουν βίντεο στο YouTube για την αστική γεωργία. «Όλοι γελούσαν μαζί τους, λέγοντας “Τι στο καλό κάνουν αυτά τα παιδιά;”» λέει ο Abdulsalam." Όλοι γελούσαν μαζί τους μέχρι ίσως τον τρίτο μήνα, οπότε ήρθε η συγκομιδή από τα πρώιμα φυτά, όπως το μαρούλι. Και σιγά-σιγά, οι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν ότι αυτό κάνει τη διαφορά".
Πεινασμένοι άνθρωποι εισέβαλαν στον Παλαιστινιακό Κήπο, μαζεύοντας τα λαχανικά πριν να ωριμάσουν και καταστρέφοντας τη φθινοπωρινή σοδειά. Το ίδιο συνέβη και στον κήπο Basmeh. «Δεν έδωσαν στο καρπούζι την ευκαιρία να πει “είμαι ένα καρπούζι”» αστειεύεται ένας από τους νεοφερμένους αγρότες, σε ένα άλλο βίντεο από το περασμένο καλοκαίρι. «Μέχρι τότε το είχαν ήδη κλέψει».
Κάποια στιγμή, από απελπισία, ο Khateeb και οι φίλοι του άρχισαν να καλλιεργούν φύλλα κάκτων, τα οποία αναπτύσσονται και εξαπλώνονται γρήγορα. Είχαν μια έντονη γεύση τανίνης και ήταν γεμάτα μικροσκοπικές, μη βρώσιμες ίνες όπως η καρδιά της αγκινάρας. Προσπάθησαν να βρουν δημιουργικούς τρόπους να τα μαγειρέψουν ώστε να είναι νόστιμα. «Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω τις καλλιτεχνικές δεξιότητες μου» λέει ο Khateeb, γελώντας. «Αλλά για να είμαι ειλικρινής, ήταν χάλια. Πραγματικά χάλια».

Εκείνο το χειμώνα, σύμφωνα με εκτιμήσεις ανθρώπων του Yarmouk, πάνω από 150 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από ένα θανατηφόρο συνδυασμό υποσιτισμού και απαγόρευσης παροχής ιατρικής φροντίδας.

 «Δεν πεθαίνεις αμέσως από την πείνα», λέει ο Jafra. «Χρειάζονται περίπου τρεις εβδομάδες. Εάν δεχτείς ιατρική περίθαλψη αυτό το διάστημα, η πορεία μπορεί να διακοπεί». Το καθεστώς δεν επέτρεπε - και ακόμη δεν επιτρέπει - ιατρικές προμήθειες ή βοήθεια στο στρατόπεδο.

Την άνοιξη του 2014, μετά από μια σύντομη έκρηξη διεθνούς ενδιαφέροντος για την πολιορκία, το καθεστώς άρχισε να επιτρέπει στην Υπηρεσία Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA) να παράσχει περιορισμένη ποσότητα από καλάθια τροφίμων με ρύζι, φακές, ζάχαρη και άλλα βασικά τρόφιμα, καθώς και συμπληρώματα διατροφής και πολυβιταμίνες για βρέφη. Στην ιδανική περίπτωση, κάθε οικογένεια θα έπαιρνε ένα ή δύο καλάθια το μήνα - μετά βίας θα επαρκούσαν για να παραμείνουν στη ζωή. Αλλά ακόμα και αυτή η δόση επιβίωσης θα μπορούσε να εξαφανιστεί ανά πάσα στιγμή. «Εξαρτάται από την κατάσταση, αλλά περισσότερο από τη διάθεση του καθεστώτος», λέει ο Khateeb. Η κυβέρνηση συνέλαβε πολλούς από τους ανθρώπους που προσέφεραν βοήθεια, ακτιβιστές και πολίτες που προσέτρεξαν για να βοηθήσουν στη διανομή των καλαθιών τροφίμων - μία όχι και τόσο διακριτική υπενθύμιση για το ποιος ελέγχει την παροχή τροφίμων.
Στις 6 Δεκεμβρίου 2014, όταν η προσοχή του κόσμου είχε στραφεί αλλού, η κυβέρνηση και οι ένοπλες ομάδες διέκοψαν την παροχή βοήθειας. Οι κάτοικοι του Yarmouk δεν έλαβαν ούτε ένα καλάθι με τρόφιμα για τους επόμενους τρεις μήνες. Μέχρι τις αρχές του χειμώνα, σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Υπηρεσίας Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA) Chris Gunness, τα βρέφη έπασχαν από ασθένειες που συνδέονται με σοβαρό υποσιτισμό, όπως αναιμία, ραχίτιδα και σύνδρομο kwashiorkor[1]. Ο ίκτερος ήταν διαδεδομένος, σύμφωνα με πηγές του στρατοπέδου. Τουλάχιστον τέσσερις άνθρωποι πέθαναν από την πείνα.

Αλλά αυτός ο χειμώνας, ο δεύτερος που το Yarmouk βρίσκεται σε πλήρη πολιορκία, ήταν διαφορετικός. Αυτή τη φορά, οι άνθρωποι είχαν λαχανικά που είχαν καλλιεργήσει οι ίδιοι - σέσκουλο, σπανάκι, φασόλια, φάβα και άλλα ανθεκτικά χειμωνιάτικα φυτά.

«Γι 'αυτό οι κήποι είναι τόσο σημαντικοί», λέει ο Joudieh Abed, ψευδώνυμο ενός ακτιβιστή της κοινωνίας των πολιτών που εργάζεται σε πρότζεκτ αστικών λαχανόκηπων στη Μέση Ανατολή. «Κατά κάποιο τρόπο, αυτό έσπασε την πολιορκία δύο φορές. Ξαφνικά υπήρχαν τρόφιμα, παρόλο που το καθεστώς δεν επέτρεπε την είσοδο τροφίμων, και η στρατηγική του καθεστώτος με στόχο την ασιτία, ή την παράδοση δεν απέδωσε».

Παρατηρητές ανθρωπίνων δικαιωμάτων πιστεύουν ότι ακόμα περισσότεροι άνθρωποι θα είχαν πεθάνει αυτό το χειμώνα, αν δεν υπήρχαν οι καλλιεργητές. «Ο αριθμός των θανάτων μειώθηκε χάρη σε αυτά τα παιδιά», δήλωσε ο Abdulsalam στις αρχές Μαρτίου, τρεις μήνες αφότου τα καλάθια τροφίμων είχαν απαγορευτείπλήρως. «Είναι ακόμα το ίδιο άσχημα όσο ήταν τον περασμένο Νοέμβριο, αλλά οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν».

Μια μεγάλη σοδειά

Οι πολιορκίες είναι τόσο παλιές όσο και ο ίδιος ο πόλεμος. Σήμερα όμως αποτελούν επίσης έγκλημα πολέμου: Το 1977, τα Πρόσθετα πρωτόκολλα στις Συμβάσεις της Γενεύης απαγόρευσαν τον εξαναγκασμό των αστικών πληθυσμών σε λιμοκτονία ως μέθοδο μάχης. Ωστόσο, το καθεστώς της Συρίας, από την έναρξη της σύγκρουσης, έχει χρησιμοποιήσει τακτικές πολιορκίας σε όλη τη χώρα, στερώντας συστηματικά τα τρόφιμα, το νερό και την ιατρική περίθαλψη τόσο από τους πολίτες όσο και από τους μαχητές. Ομάδες όπως η ISIL και η Jabhat Al-Nusra έχουν επίσης υιοθετήσει αυτή την τακτική.

«Πρόκειται για μια πολιτική λιμοκτονίας, και νομίζω ότι είναι μια πολύ σκόπιμη πολιτική», λέει ο Nadim Houry, ο αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch). «Το καθεστώς συνειδητοποίησε γρήγορα ότι αντί να εμπλακεί σε δαπανηρές οδομαχίες για να ανακτήσει έδαφος, θα ήταν ευκολότερο να περικυκλώσει μια περιοχή και να την εξαναγκάσει σε υποταγή λόγω λιμού».
Βομβαρδισμένα κτίρια στο Yarmouk, το οποίο ξεκίνησε ως στρατόπεδο για Παλαιστίνιους πρόσφυγες και έχει υποδεχτεί ένα κύμα εκτοπισμένων Συρίων. AFP / Getty Images

Ο Assad έχει επανειλημμένα αρνηθεί ότι χρησιμοποιεί τακτικές πολιορκίας εναντίον αμάχων. Τον Φεβρουάριο ο Jeremy Bowen του BBC αντιπαρατέθηκε με τον Assad επικαλούμενος τις αναφορές του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας και των Ηνωμένων Εθνών ότι η κυβέρνησή του απέκλειε την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στον άμαχο πληθυσμό. Ο Assad απέρριψε τις αναφορές ως «προπαγάνδα κατά της Συρίας» και ρώτησε σαρκαστικά πώς θα μπορούσε το καθεστώς να αποτρέψει την είσοδο τροφίμων σε περιοχές που ελέγχονται από αντάρτες, ενώ την ίδια στιγμή οι άνθρωποι στο εσωτερικό έχουν πρόσβαση σε όπλα.

Τον Φεβρουάριο του 2014, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα το οποίο καλούσε όλα τα μέρη να σταματήσουν τις πολιορκίες και να επιτρέψουν στην ανθρωπιστική βοήθεια να φτάσει τους αμάχους. Αυτό που συνέβη ήταν να χειροτερέψουν οι πολιορκίες. Σήμερα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΗΕ, περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι είναι υπό πολιορκία στη Συρία: 167.500 από την κυβέρνηση, 254.500 από ένοπλες ομάδες, κυρίως την ISIL και την Jabhat Al-Nusra και περίπου 18.000 άτομα στο Yarmouk, που είναι υπό πολιορκία από τις δύο πλευρές.
Η ISIL και η Jabhat Al-Nusra εισέβαλαν στο στρατόπεδο την 1η Απριλίου και μάχονταν επί εβδομάδες τον Aknaf Beit Al-Maqdis, μια αντικυβερνητική πολιτοφυλακή που συνδέεται με τη Hamas. Αποκεφάλισαν τουλάχιστον τέσσερις μαχητές, σύμφωνα με πηγές του στρατοπέδου. Έχουν εκτοξεύσει απειλές κατά της ζωής τοπικών ακτιβιστών, συμπεριλαμβανομένου του Khateeb.
Επίσης, κατέλαβαν τα καύσιμα και τις γεννήτριες που τροφοδοτούσαν τους κήπους. Από τότε που διεκόπη η παροχή νερού από την κυβέρνηση, το Σεπτέμβριο του 2014 οι κηπουροί χρησιμοποιούσαν γεννήτριες για να αντλούν νερό από πηγάδια. Ακόμη και αν η κυκλοφορία των πολιτών ήταν ασφαλής, οι κηπουροί δεν μπορούσαν να ποτίσουν τα φυτά.
Ευτυχώς, αυτή η άνοιξη ήταν βροχερή. Ο κήπος Basmeh είχε μια μεγάλη σοδειά φάβας. Μόλις ήταν ασφαλές, οι άνθρωποι πήγαν αμέσως στον κήπο, μάζεψαν τα φασόλια και τα μοίρασαν όπως έκαναν τον προηγούμενο ενάμιση χρόνο. Για πολλούς, ήταν η μόνη πηγή τροφής. «Η ανθρωπιστική κατάσταση δεν άλλαξε τόσο πολύ», λέει ο Sarhan, ψευδώνυμο ενός ακτιβιστή της κοινωνίας των πολιτών από το Yarmouk, ο οποίος τώρα ζει εξόριστος. «Στο παρελθόν, η Υπηρεσία Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA) θα μπορούσε να φέρει καλάθια τροφίμων από ένα ορισμένο σημείο. Τώρα το σημείο αυτό έχει αλλάξει. Αλλά οι επιθέσεις με βαρέλια - βόμβες δεν υπήρχαν πριν».
Κατά τη διάρκεια της μάχης του Απριλίου, περίπου 4.000 άνθρωποι κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από το Yarmouk και να καταφύγουν στις γύρω γειτονιές της Yalda, Babbila και Beit Sahem. Αυτές οι περιοχές βρίσκονται επίσης υπό πολιορκία για πολλούς μήνες, αλλά όχι σε πλήρη πολιορκία όπως το Yarmouk. Το φαγητό είναι επίσης σπάνιο και πολύ ακριβό. Πολλοί από τους ανθρώπους σε αυτές τις γειτονιές προέρχονται από τη συριακή ύπαιθρο και καλλιεργούν κήπους.
Ο Khateeb ήταν μεταξύ εκείνων που κατάφεραν να δραπετεύσουν. Αφού κατάφερε να επιβιώσει από την πολιορκία, την απόπειρα απαγωγής του Μαρτίου και την εισβολή της ISIL, ήδη σχεδιάζει έναν ακόμη κήπο.
18 Μαΐου 2015 05:00 πμ Ε.Τ. από Annia Ciezadlo @annia


 ΣτΜ: Προκαλείται από τη χαμηλή λήψη πρωτεϊνών. Ένα από τα συμπτώματα είναι η πρησμένη κοιλιά.

Το Πελίτι από τον Αύγουστο του 2014, υποστηρίζει τους κήπους στη Συρία. Μπορείτε να μας βοηθίσετε συγκεντρώνοντας σπόρους που έχουν μικρό βιολογικό  κύκλο, ευχαριστούμε.

http://www.peliti.gr/
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.