Αστική και περιαστική καλλιέργεια

Η αστική και περιαστική καλλιέργεια, επίσης αστική και περιαστική γεωργία είναι η πρακτική της καλλιέργειας, επεξεργασίας και διανομής τροφίμων στην πόλη το χωριό ή την κοινότητα. Ο όρος αστική καλλιέργεια περιλαμβάνει την αστική κτηνοτροφία, τις αστικές υδροπονικές καλλιέργειες την αστική μελισσοκομία και την αστική κηπουρική. Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες διεξάγονται και σε περιαστικές περιοχές.
Η αστική καλλιέργεια αντανακλά διάφορα επίπεδα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Στον παγκόσμιο Βορρά παίρνει συχνά τη μορφή κοινωνικού κινήματος για βιώσιμες κοινότητες. Στον Νότο κλειδί για τη διαμόρφωση αστικών καλλιεργειών αποτελεί συνήθως η ανάγκη διατροφής και η δημιουργία εισοδήματος. Η αστική καλλιέργεια διακρίνεται από την αγροτική καλλιέργεια κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι ενσωματωμένη και αλληλεπιδρά με το αστικό οικοσύστημα. Δεδομένου ότι ο αστικός πληθυσμός αναμένεται να φθάσει τα 5,5 δις, δηλαδή το 85% του συνολικού πληθυσμού της γης η αστική καλλιέργεια αποκτά ενδιαφέρον ως τρόπος επίλυσης των επισιτιστικών προβλημάτων που μπορεί εν δυνάμει να προκαλέσει η εντατικοποίηση της αστικοποίησης.

Ιστορική προοπτική

Πρώιμη αστικοποίηση

Η ιστορία της πόλης και ιστορία της γεωργίας είναι στενά συνδεδεμένες με την ιστορία της αστικοποίησης. Ορισμένα από τα εξημερωμένα φυτά καλλιεργήθηκαν στις πόλεις της Εύφορης Ημισελήνου όπως η Ιεριχώ στη Δυτική Όχθη, η Δαμασκός στη Συρία, τα Σούσα στην Περσία, η Τύρος στον Λίβανο και το Τσαταλχογιούκ στην Τουρκία. Στην αρχαία Άιγυπτοκαι τις πόλεις-κράτη της Μεσοποταμίας αναπτύχθηκαν τεχνικές άρδευσης των καλλιεργειών και αστικών κήπων, ήδη από το 6.000 ΠΚΕ. Μία από τις αρχαιότερες μαρτυρίες αστικής καλλιέργειας έρχεται από τις πόλεις της αρχαίας Περσίας. Υπόγεια υδραγωγεία έφερναν νερό από τα βουνά σε οάσεις χρησιμοποιούνταν για την εντατική παραγωγή τροφίμων, με ταυτόχρονη διαχείριση των αστικών αποβλήτων.
Σε όλη την προϊστορία και την ιστορική περίοδο των Μάγια ο αστικός κήπος ήταν στο κέντρο του σύμπαντος. Η αρχαιολογική μαρτυρία υποδεικνύει ότι ο πολεοδομικός σχεδιασμός και η χρήση του χώρου ακολουθούσε γενικότερα τις ίδιες αρχές που καθοδηγούσαν τη δημιουργία και τη διαμόρφωση των κήπων και των χωραφιών. Ήταν στην πραγματικότητα ένα τετραμερές πρότυπο, το κέντρο του οποίου αντιπροσώπευε τον άξονα του κόσμου, ένα συνεχές μεταξύ των τριών διαστάσεων της πραγματικότητας που αντιλαμβάνονταν οι Μάγια στην κοσμολογία τους και εκφραζόταν με το τελετουργικό κέντρο της πόλης. Με αυτή την έννοια, ο αστικός κήπος συμβόλιζε τη ζωή, διαμορφώνοντας τον μικρόκοσμο και τις βασικές κατευθυντήριες της χωρικής τους οντολογίας, επηρεάζοντας και τον τελικό σχεδιασμό των πόλεων, σε συνάφεια με τους τους αστικούς κήπους περιέβαλλαν το κέντρο.
Σημαντικό παράδειγμα αστικής καλλιέργειας είναι διακριτή πόλη το Μάτσου
Πίτσου στο Περού. Σε αυτή την αυτάρκη διατροφικά πόλη συστήματα επανάχρησης του νερού στηριγμένα στην κλιμακωτή αρχιτεκτονική της πόλης συνδυάζονταν με βιοεντατικές καλλιέργειες που εκμεταλλεύονταν τον απογευματινό ήλιο και αύξαναν τη διάρκεια της παραγωγής. Επίσης, ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά παραδείγματα της αστικής καλλιέργειας συνέβησαν στην και γύρω από την Τενοτστιτλάν, την πρωτεύουσα των Αζτέκων, τη σύγχρονη Πόλη του Μεξικού. Στον ρηχό πυθμένα της λίμνης, οι Αζτέκοι διαμόρφωνανΤσινάμπα περιφραγμένα περιμετρικά τετράγωνα με υφασμένα καλάμια, που γέμιζαν με λάσπη του ποταμού και η φερτές οργανικές ύλες που σταδιακά ξεπερνούσαν τη στάθμη του νερού και μετατρέπονταν σε καλλιεργήσιμο έδαφος.

Χαρακτηριστικό δείγμα της υψηλής αξίας της καλλιεργήσιμης γης αποτελεί η πτώση της Καρχηδόνας. Προκειμένου να εξασφαλίσουν την διαχρονική απομάκρυνση των εχθρών τους από τη γη της Καρχηδόνας οι Ρωμαίοι φέρεται ότι έσπειραν αλάτι στο έδαφος για να μην ξαναφυτρώσει τίποτα εκεί, σβήνοντας ουσιαστικά την πόλη με την εξαφάνιση των καλλιεργητικών εδαφών της, τον εξανδραποδισμό του συνολικού πληθυσμού και τον εμπρησμό της. Θεωρείται αβέβαιο ότι οι Ρωμαίοι έκαναν χρήση μιας τόσο ακριβής πρακτικής, δεδομένης της υψηλής αξίας του αλατιού, αλλά υποδεικνύει την εκτίμηση που είχαν οι αρχαίοι λαοί την αστική καλλιέργεια. Αυτή η εκτίμηση βέβαια στην περίπτωση της αρχαίας Ρώμης δεν έγινε πράξη, με αποτέλεσμα τη σταδιακή εξάρτηση της πόλης στη εισαγόμενη τροφή, γεγονός που συνεισέφερε στην πτώση της μεταγενέστερα. Γνωρίζουμε ότι στην Πομπηία σχεδόν κάθε σπίτι είχε το δικό του κήπο, που χρησιμοποιούσε όχι μόνο για διατροφή αλλά και ως ένα κεντρικό σημείο για τη συνάντηση της οικογένειας.

Βυζάντιο, μεσαιωνική Ευρώπη και Άραβες
Η βυζαντινή Κωνσταντινούπολη είναι μια καλά μελετημένη πόλη και διαπιστώνεται ότι μία σημαντική πτυχή που ερμηνεύει την αστική ανθεκτικότητά της ήταν η υποδομή της σε αστικές καλλιέργειες που παρείχαν ένα δίκτυο τοπικής παραγωγής και δυνατότητα αποθήκευσης των τροφίμων, όπως και άρδευσης, εντός των ορίων της πόλης. Μια άλλη σημαντική πηγή τροφής για τους κατοίκους της πόλης βρισκόταν ακόμα σε μια ευρεία 2 χιλιομέτρων ευρεία ζώνη έξω από το τείχος της πόλης και στις περιοχές ακριβώς απέναντι από τον Βόσπορο και τον Κεράτιο Κόλπο. Ένα πλεονέκτημα της αστικής και περιαστικής καλλιέργειας στην προκειμένη περίπτωση ήταν ότι τα άφθονα αστικά απόβλητα εκείνης της περιόδου μπορούσαν να ανακυκλωθούν σε καλλιεργητικούς κήπους, απόβλητα που δεν εξασφαλίζονται σε τέτοια αφθονία σε λιγότερο πυκνοκατοικημένους αγροτικούς τομείς. Στο μεταβολικό σύστημα της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιούνταν οργανικά ανθρώπινα απόβλητα, σκουπίδια και κοπριά από στάβλους αλόγων, χοίρων, πουλερικών και άλλων ζώων που παρείχαν στους κήπους θρεπτικά συστατικά υψηλής ποιότητας.

Σε ό,τι αφορά στην κεντρική μεσαιωνική Ευρώπη φαίνεται πως ήταν συχνό φαινόμενο οι λαχανόκηποι και οι οπωρώνες εντός των τειχών του μεσαιωνικού κάστρου. Αυτού του είδους οι αστικοί κήποι δεν ήταν σημαντικοί μόνο για την παραγωγή τροφίμων αλλά ήταν παράλληλα χώροι δημιουργίας της κοινότητας. Επίσης, στην ίδια περίοδο, εφαρμόστηκε το σύστημα καλλιέργειας εκ περιστροφής, το οποίο δοκιμάστηκε αρχικά στους κήπους μοναστηριών, σε περιτειχισμένες πόλεις και κάστρα. Βορειότερα στην Αγγλία ένας από τους τύπους κοινόχρηστου εδάφους ήταν τα βοσκοτόπια και αστικές καλλιέργειες στα όρια του δήμου ή μέσα στον δήμο, και ανήκαν στον φεουδάρχη ή σε κάποια εταιρία. Στα περισσότερα χωριά τέτοιοι κοινόχρηστοι χώροι παρείχαν δικαιώματα βόσκησης τόσο μετά τη συγκομιδή όσο και κατά τη διάρκεια της αγρανάπαυσης. Ορισμένοι δήμοι κατείχαν μόνο κοινόχρηστους βοσκότοπους.
Στη Σκανδιναβία, μια ευρωπαϊκή περιοχή χωρίς ιδιαίτερα ιστορικά στοιχεία για την αστική καλλιέργεια, οι σύγχρονες αρχαιολογικές μέθοδοι έφεραν στην επιφάνεια στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι αστικές καλλιέργειες ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τις πόλεις, όπως για παράδειγμα στην Λουντ (10ος αι.), την Νυκόπινγκ (11ος αι.), την Ενκόπινγκ (12ος αι.) και την Σκένινγκε (13ος αι.), επίσης σε προχριστιανικές αστικοποιήσεις όπως η Ουπάκρα (περ. 100 ΠΚΕ – 900) και η Μπίκρα (περ. 790 – 980). Πολλά από τα κηπευτικά είδη φαίνεται πως έγιναν εισαγωγή στις σκανδιναβικές καλλιέργειες κατά τη διάρκεια της εποχής του Σιδήρου και νωρίτερα εξαιτίας ρωμαϊκών επιδράσεων.
Οι Άραβες, με τη σειρά τους, έφτιαχναν όμορφους κήπους, γεμάτους δέντρα οπωροφόρα και καλλωπιστικά, τους οποίους άρδευαν με κανάλια σε όλες τις πόλεις και κωμοπόλεις τους και τους οποίους εξάπλωσαν σε οποιονδήποτε νέο τόπο μετακινήθηκαν.

Βιομηχανική επανάσταση και σύγχρονη εποχή
Οι κοινοτικοί κήποι εμφανίστηκαν στη Γερμανία στις αρχές του 19ου αιώνα ως απάντηση στη φτώχεια και την επισιτιστική ανασφάλεια. ΟιΚήποι της Νίκης εμφανίστηκαν στη διάρκεια του Α’ Π.Π. και του Β’ Π.Π. και ήταν αστικοί κήποι καλλιέργειας φρούτων και λαχανικών στις ΗΠΑ, τον Καναδά, και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η παραγωγική προσπάθεια γινόταν από πολίτες, προκειμένου να μειωθεί η πίεση στην αγροτική παραγωγή τροφίμων που επρόκειτο να υποστηρίξει την πολεμική προσπάθεια.
Κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π., ο πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson) κάλεσε όλους τους Αμερικανούς πολίτες να χρησιμοποιήσουν οποιονδήποτε διαθέσιμο χώρο για καλλιέργεια τροφής, βλέποντας την όλη διαδικασία ως τρόπο διαφυγής από μία δυνητικά καταστροφική κατάσταση. Εξαιτίας του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης ενεπλάκη στον αιματηρό πόλεμο, δεν μπορούσε σε εθνικό πλαίσιο να παράγει τροφή, την οποία εξήγαγε και στις ΗΠΑ. Το νέο σχέδιο του Γουίλσον είχε ως στόχο την παραγωγή διατροφικού πλεονάσματος προορισμένου αρχικά για τη διατροφική ασφάλεια των ΗΠΑ, και κατόπιν για την προμήθεια των χωρών που βρίσκονταν σε ανάγκη. Το 1919, πάνω από πέντε εκατομμύρια αγροτεμάχια παράγοντας τροφή πάνω από 250.000.000 τόνους.

Η ιδέα της συμπληρωματικής παραγωγής τροφής εκτός της γεωργικής παραγωγής και των μακρινών και κοστοβόρων εισαγωγών χρησιμοποιήθηκε στη διάρκεια περιόδων πολέμου, αλλά και στην εποχή της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929, όταν παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων. Από τις αρχές του 1893, οι πολίτες του Ντιτρόιτ καλλιεργούσαν σε αστικούς κλήρους γης και στους κήπους. Ονομάστηκαν Pingree’s Potato Patches (πατατοχώραφα του Πίνγκρι) από το όνομα του δημάρχου Hazen S. Pingree, ο οποίος προώθησε και την ιδέα. Ο βασικός σκοπός του ήταν να παράγουν οι κήποι σχετικό εισόδημα, τροφή, ακόμα και να θωρακίσουν την ανεξαρτησία σε δύσκολους καιρούς. Από τους κήπους, γενικότερα, έγινε παραγωγή 2,8 εκατομμυρίων δολλαρίων κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Λίγο αργότερα πριν τον Β’ Π.Π., ενεργοποιήθηκε το «Πρόγραμμα Εθνικός Κήπος Νίκης» με την εγκαθίδρυση συστηματικής αστικής καλλιέργειας μέσα στις πόλεις. Με την ενεργοποίηση του σχεδίου, 5,5 εκατομμύρια Αμερικανοί έλαβαν μέρος στο κίνημα Κήποι της Νίκης και παρήχθησαν 4,5 εκατομύρια τόννοι φρούτων και λαχανικών σε ένα χρόνο, το 44% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ εκείνη την εποχή.

Στον 21ο αιώνα πλέον, το 2010, στην πόλη της Νέας Υόρκης έγινε η οικοδόμηση και το άνοιγμα της μεγαλύτερης ιδιωτικής φάρμας στέγης στον κόσμο, ενώ το 2012 ακολούθησε μια πολύ μεγαλύτερη και οι δύο αποτέλεσμα προγραμμάτων όπως το Green Roof Tax Abatement Program(Πρόγραμμα Έκπτωσης Φόρου Πράσινη Στέγη). Με δεδομένη την επιτυχία της στο παρελθόν και με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας, η αστική καλλιέργεια σήμερα μπορεί να βοηθήσει τις ανεπτυγμένες και υπό ανάπτυξη χώρες σε ζητήματα διατροφικής ασφάλειας όπως υποδηλώνεται από το Green Infrastructure Grant Program.

Οικονομικές και κοινωνικές επιδράσεις

Οι αστικές και περιαστικές καλλιέργειες διευρύνουν την οικονομική βάση της πόλης μέσω της παραγωγής, της επεξεργασίας, της συσκευασίας και της πώλησης προϊόντων. Κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα επιχειρηματικές δραστηριότητες και δημιουργία θέσεων εργασίας, όπου το νομοθετικό καθεστώς επιτρέπει την αστική καλλιέργεια, καθώς επίσης και φυσολογική μείωση των τιμών. Όπου ανθεί η αστική και περιαστική καλλιέργεια δημιουργούνται ευκαιρίες για επιπλέον εισόδημα και πρόσβαση στην τροφή σε αστικούς πληθυσμούς, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνεται επισιτιστική ασφάλεια. Στο σχετικό πλαίσιο χρόνια επισιτιστική ανασφάλεια ορίζεται η έλλειψη πρόσβασης σε τροφή εξαιτίας της αυξανόμενης φτώχειας, ενώ επείγουσα επιστιστική ανασφάλεια ορλιγεται η διακοπή στην αλυσίδα διανομής τροφής. Οι αστικές και περιαστικές καλλιέργειες μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο τόσο στην πρόσβαση της τροφής όσο και σε οποιαδήποτε επείγουσα και αναγκαία διανομή τροφής.

Είναι αρκετά τα κοινωνικά οφέλη που προκύπτουν από τις αστικές καλλιεργητικές πρακτικές, όπως η βελτιωμένη συνολική κοινωνική και συναισθηματική ευεξία, η βελτίωση της υγείας και της διατροφής, το αυξημένο εισόδημα, η απασχόληση, η διατροφική ασφάλεια στα όρια του οικιακού πλαισίου και η κοινωνική ζωή της κοινότητας. Η αστική ή περιαστική καλλιέργεια μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στην κοινωνική και συναισθηματική ευεξία του ατόμου. Αναφέρονται μειωμένα επίπεδα άγχους και καλύτερη συνολική ψυχική υγεία, δεδομένης της αλληλεπίδρασης με τη φύση μέσα από έναν κήπο. Οι αστικοί κήποι θεωρούνται πηγή χαλάρωσης από τις εντάσεις που παράγει η ζωή στην πόλη, και προσφέρουν φυσικό χώρο, καταφύγιο σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές.
Οι αστικοί κήποι καθίστανται συχνά τόποι που διευκολύνουν τη θετική κοινωνική αλληλεπίδραση και συμβάλλουν στη συνολική κοινωνική και συναισθηματική ευεξία. Πολλοί κήποι διευκολύνουν μέσω της συνεργασίας τη βελτίωση των κοινωνικών δικτύων στο πλαίσιο της κοινότητας, παρέχοντας το συμβολικό κεντρικό σημείο γύρω από το οποίο δραστηριοποιείται μικρό ή μεγάλο μέρος του κοινοτικού πληθυσμού, παράγοντας ικανοποίηση και υπερηφάνεια για το τοπικό αποτέλεσμα.

Όσοι εργάζονται στην αστική και περιαστική καλλιέργεια, αυξάνουν τα επίπεδα
της σωματικής δραστηριότητάς τους, γεγονός που συμβάλλει στη σωματική άσκηση. Αναφέρεται ενίοτε πως η καλλιεργητική απασχόληση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ό,τι το γυμναστήριο και αρκετοί αναλαμβάνουν τέτοιου είδους εργασία για «διασκέδαση».

Η αστική και περιαστική καλλιέργεια είναι δυνατόν να θεωρηθεί μέσο βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων που ζουν μέσα και γύρω από τις πόλεις. Η συμμετοχή σε τέτοιες πρακτικές θεωρείται ως επί το πλείστον άτυπη δραστηριότητα, αλλά σε πολλές πόλεις όπου η ανεπαρκής, αναξιόπιστη και αντικανονική πρόσβαση στα τρόφιμα είναι επαναλαμβανόμενο πρόβλημα, η αστική καλλιέργεια υπήρξε θετική απάντηση για την αντιμετώπιση της διατροφικής ανασφάλειας. Η διατροφική ασφάλεια που έρχεται την άσκηση της αστικής καλλιέργειας και το συναίσθημα της ανεξαρτησίας που προκύπτει από μια τέτοια διαδικασία, βελτιώνει τα επίπεδα της αυτοεκτίμησης ή της αποτελεσματικότητας. Σε αρκετές καταγραμμένες περιπτώσεις οικογένειες παράγουν μεγαλύτερο εισόδημα πωλώντας σε τοπικό παντοπωλεία ή υπαίθριες αγορές, όπου προβλέπεται από το ισχύον νομικό καθεστώς, ενώ παράλληλα εφοδιάζουν την οικιακή οικονομία τους με φρέσκα προϊόντα..

Ορισμένες αστικές κοινοτικές φάρμες μπορούν να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και βοηθούν τις γυναίκες να βρουν δουλειά, όταν είναι περιθωριοποιημένες από την εύρεση απασχόλησης της επίσημης οικονομίας. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες διαμορφώνουν υψηλότερο ποσοστό παραγωγής, ως εκ τούτου παράγουν επαρκείς ποσότητες για οικιακή κατανάλωση, προμηθεύοντας παράλληλα τις τοπικές αγορές.

Ενέργεια και αποτύπωμα διοξειδίου

Το τρέχον σύστημα βιομηχανικής γεωργίας είναι υπεύθυνο για το υψηλό ενεργειακό κόστος της μεταφοράς τροφίμων. Σύμφωνα με μια μελέτη του Rich Pirog, αναπληρωτή διευθυντή του Κέντρου Leopold για την Αειφόρο Γεωργία, στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, κατά μέσο όρο κάθε προϊόν ταξιδεύει 2.400 χιλιόμετρα, στην περίπτωση της οδικής μεταφοράς, 3,78 lt καυσίμου ανά 45 kg. Η ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά τροφίμων μειώνεται, όταν η αστική γεωργία προμηθεύει τις πόλεις με τοπικά τρόφιμα. Ο Pirog διαπίστωσε ότι τα παραδοσιακά, μη-τοπικά, συστήματα διανομής τροφίμων χρησιμοποιούν 4 έως 17 φορές περισσότερα καύσιμα και εκπέμπουν 5 έως 17 φορές περισσότερο CO2 από ό, τι τα τοπικά και περιφερειακά αστικά συστήματα διανομής.
Με παρόμοιο τρόπο, σε μία μελέτη του Marc Xuereb και της Περιφερειακής Διεύθυνσης υγείας του Βατερλώ υπολογίστηκε ότι η μετάβαση σε τοπικές καλλιέργειες θα μπορούσε μειώσει τις εκπομπές ρύπων εξαιτίας των μεταφορών κατά 50.000 τόνους CO2, το αντίστοιχο της απόσυρσης 16.191 αυτοκίνητων από την κυκλοφορία. Η ενεργειακά αποδοτική φύση της αστικής γεωργίας μπορεί να μειώσει το αποτύπωμα του άνθρακα στο περιβάλλον της κάθε πόλης, μειώνοντας τις μεταφορές που απαιτούνται προκειμένου να φτάσουν τα εμπορεύματα στον καταναλωτή.

Επίσης, αυτές οι περιοχές αστικής καλλιέργειας λειτουργούν ως καταβόθρες άνθρακα εξισορροπώντας τη συσσώρευση διοξειδίου του άνθρακα στις αστικές περιοχές, εκεί όπου τα πεζοδρόμια και τα κτίρια υπερτερούν αριθμητικά των φυτών. Τα φυτά απορροφούν ατμοσφαιρικό διοξείδιο του άνθρακα (CO2) και απελευθερώνουν οξυγόνο (O2) μέσω της φωτοσύνθεσης. Η διαδικασία της κατακράτησης άνθρακα μπορεί να βελτιωθεί ακόμα περισσότερο και να συνδυαστεί με καλλιεργητικές τεχνικές που προλαμβάνουν την απελευθέρωσή του CO2 κατά την εποχή της συγκομιδής. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα είδη των φυτών που επιλέγονται και τη μεθοδολογία της καλλιέργειας. Πιο συγκεκριμένα, η επιλογή αειθαλών δένδρων που παραμένουν πράσινα όλο το χρόνο μπορεί να αυξήσει την ικανότητα του αστικού αγροκτήματος να κατακρατεί το διοξείδιο του άνθρακα.

Απολύμανση του εδάφους

Οι αστικοί ακάλυπτοι χώροι είναι συχνά θύματα παράνομης απόρριψης επικίνδυνων χημικών ουσιών και άλλων αποβλήτων. Επίσης, ενδέχεται να είναι τόποι συσσώρευσης λιμναζόντων και γκρίζων υδάτων, επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία, ιδιαίτερα αν μείνουν στάσιμα για μεγάλες χρονικές περιόδους. Η υλοποίηση της αστικής γεωργίας σε τέτοιους χώρους μπορεί να αποβεί οικονομικά αποδοτική μέθοδος για την αφαίρεση αυτών των χημικών ουσιών. Με τη διαδικασία που είναι γνωστή ως φυτοθεραπεία, φυτά και μικροοργανισμοί που επιλέγονται για την χημική ικανότητά τους να υποβαθμίζουν, να απορροφούν και να μετατρέπουν σε αδρανή μορφή, ακόμη και να αφαιρούν τις τοξίνες από το χώμα. Είναι αρκετές οι χημικές ουσίες στις οποίες μπορεί να στοχεύσει κανείς για αφαίρεση και ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονται βαρέα μέταλλα (π.χ. υδράργυρος και μόλυβδος) ανόργανες ενώσεις (π.χ. αρσενικό και ουράνιο), καθώς και οργανικές ενώσεις (π.χ. πετρέλαιο και χλωριωμένες ενώσεις).
Η φυτοθεραπεία –απαντάται και ως βιοθεραπεία- είναι ένα περιβαλλοντικά φιλικό, οικονομικό και ενεργειακά αποδοτικό μέτρο για τη μείωση της ρύπανσης. Κοστίζει περίπου 5-40 ευρώ/ανά τόνο χώματος που αδρανοποιείται. Η εφαρμογή αυτής της διαδικασίας μειώνει επίσης την ποσότητα του χώματος που πρέπει να μεταφερθεί σε χώρους ταφής επικίνδυνων αποβλήτων..
UΗ αστική και περιαστική καλλιέργεια ως μέθοδος ελάττωσης της χημικής ρύπανση μπορεί να είναι αποτελεσματική στην πρόληψη της εξάπλωσης των χημικών ουσιών στο περιβάλλον. Άλλες μέθοδοι αποκατάστασης συχνά διαταράσσουν το χώμα προκαλώντας διάβρωση του εδάφους και αναγκάζουν τις χημικές ουσίες που περιέχονται σε αυτό να περνούν στο αέρα ή στο νερό. Τα φυτά μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως μέθοδος για την απομάκρυνση των χημικών ουσιών, προλαμβάνοντας τη διάβρωση του εδάφους, μειώνοντας την εξάπλωση των ρύπων και του κινδύνου που παρουσιάζουν οι ακάλυπτοι αστικοί χώροι.

Διατροφή και ποιότητα ζωής

Η αστική και περιαστική καλλιέργεια σχετίζεται με αυξημένη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, που μειώνει το κίνδυνο της ασθένειας και μπορεί να είναι οικονομικά αποδοτικός τρόπος για την παροχή ποιοτικών, φρέσκων προϊόντων στους αστικούς χώρους.
Οι άνθρωποι είναι πιθανότερο να δοκιμάσουν και να συμπεριλάβουν στη δίαιτά τους νέα λαχανικά, όταν λαμβάνουν ενεργό ρόλο στη σπορά και την καλλιέργεια ενός αστικού κήπου, καθώς τα φρέσκα προϊόντα από αστικών κήπων είναι σε γενικές γραμμές νοστιμότερα και θρεπτικότερα από τα προϊόντα που βρίσκονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ.

Η περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά των προϊόντων από αστικούς κήπους μπορεί να είναι υψηλότερη λόγω μείωσης του χρόνου μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Απώλεια 30-50% θρεπτικών συστατικών συμβαίνει στις 5-10 ημέρες που απαιτούνται για να ταξιδέψει το προϊόν από το αγρόκτημα στο τραπέζι. Η συγκομιδή φρούτων και λαχανικών θέτει σε λειτουργία την ενζυματική διαδικασία της θρεπτικής υποβάθμισης, που είναι ιδιαίτερα επιζήμια για τις υδατοδιαλυτές βιταμίνες, όπως το ασκορβικό οξύ και η θειαμίνη. Η διαδικασία της κατάψυξης των προϊόντων επίσης μειώνει την περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά, αλλά λιγότερο από τον εκτεταμένο χρόνο αποθήκευσης. Η συγκομιδή προϊόντων από τον κοινοτικό αστικό κήπο μειώνει δραστικά τον χρόνο αποθήκευσης.

Οι αστικές και περιαστικές καλλιέργειες παρέχουν ποιότητα διατροφής για οικογένειες με χαμηλό εισόδημα. Μελέτες δείχνουν ότι κάθε 1 ευρώ που επενδύεται στον αστικό κήπο, αποδίδει λαχανικά αξίας 6 ευρώ.Πολλοί αστικοί κήποι με τον κατάλληλο προγραμματισμό μειώνουν την πίεση στις τράπεζες τροφίμων και άλλους φορείς διάθεσης τροφίμων έκτακτης ανάγκης, παρέχοντας τμήμα της συγκομιδής τους και προφέροντας νέα προϊόντα σε σημεία που διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι διατροφικοί έρημοι. Στις ΗΠΑ χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το πρόγραμμα συμπληρωματικής διατροφής «Γυναίκες, Βρέφη και Παιδιά» (WIC), καθώς και το «Συμπληρωματικό Πρόγραμμα Διατροφικής Βοήθειας» (SNAP), που συνεργάζονται με διάφορους αστικούς κήπους σε εθνικό επίπεδο για να βελτιωθεί η προσβασιμότητα στην παραγωγή με αντάλλαγμα λίγες ώρες εθελοντικής κηπουρικής ενασχόλησης.

Ανισότητες και διατροφική δικαιοσύνη

Σε μια χώρα με υψηλό στατιστικό πληθυσμό όπως οι ΗΠΑ σε μια έκθεση του 2009 από το USDA καθορίζεται ότι «είναι άφθονα και ισχυρά τα αποδεικτικά στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι Αμερικανοί που ζουν σε χαμηλού εισοδήματος και μειονοτικές περιοχές τείνουν να έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα», και ότι οι «δομικές ανισότητες» σε αυτές τις γειτονιές «συμβάλλουν σε διατροφική ανισότητα και όλα όσα συνεπάγεται αυτή η ανισότητα». Η διατροφική ανισότητα περιλαμβάνει και διατροφικές ασθένειες, όπως είναι η παχυσαρκία και ο διαβήτης, που έχουν γίνει επιδημία σε φτωχά αστικά περιβάλλοντα στις ΗΠΑ.
Παρά το γεγονός ότι ο ορισμός και οι μέθοδοι για τον προσδιορισμό «τροφική έρημος» ποικίλουν, μελέτες δείχνουν ότι τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν φυλετικές διαφορές στο τροφικό περιβάλλον. Αν θεωρήσουμε ότι το περιβάλλον είναι ο τόπος στον οποίο οι άνθρωποι ζουν, εργάζονται, παίζουν και προσεύχονται, η τροφική ανισότητα γίνεται ζήτημα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις αμερικανικές πόλεις όπου οι ρατσιστικές πρακτικές έχουν συμβάλλει στην ανάπτυξη τροφικών ερήμων στις χαμηλού εισοδήματος, μειονοτικές περιοχές του αστικού πυρήνα. Το ζήτημα της ανισότητας γενικότερα είναι τόσο αναπόσπαστο με το ζήτημα της πρόσβασης σε τρόφιμα και σε υπηρεσίες υγείας ώστε η «Πρωτοβουλία Τροφή & Δικαιοσύνη για Όλους» ιδρύθηκε με αποστολή τη «διάλυση του ρατσισμού» ως αναπόσπαστο τμήμα της διατροφικής ασφάλειας.
Όχι μόνο μπορεί η αστική και περιαστική καλλιέργεια να παρέχει την ευκαιρία πρόσβασης σε υγιεινά, φρέσκα τρόφιμα, αλλά επίσης μπορεί να συμβάλλει σε μια αίσθηση της κοινότητας, στην αισθητική βελτίωση, τη μείωση της εγκληματικότητας, την ενδυνάμωση των μειονοτικών περιοχών και την αυτονομία τους, και ακόμη και τη διατήρηση της καλλιεργητικής κουλτούρας μέσω της χρήσης γηγενών γεωργικών μεθόδων και σπόρων διατηρημένων από τις περιοχές προέλευσής τους.

Περιβαλλοντική δικαιοσύνη

Η αστική και περιαστική καλλιέργεια είναι δυνατόν να βοηθήσει στην περίπτωση
της περιβαλλοντικής και τροφικής δικαιοσύνης κοινότητες που ζουν σε τροφικές ερήμους. Μπορεί, επίσης, κατά κύριο λόγο, να μειώσει τις ταξικές και φυλετικές διαφορές μέσω της πρόσβασης σε υγιεινά τρόφιμα. Όταν η αστική γεωργία οδηγεί σε τοπικά, φρέσκα προϊόντα που πωλούνται σε προσιτές τιμές στις τροφικές ερήμους, η πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα δεν είναι πολυτέλεια μόνο για εκείνους που ζουν σε πλούσιες περιοχές, οδηγώντας έτσι σε μεγαλύτερη ισότητα τις πλούσιες και τις φτωχές γειτονιές.
Η βελτιωμένη πρόσβαση στην τροφή μέσω της αστικής και περιαστικής καλλιέργειας μπορεί να ανακουφίσει ψυχοκοινωνικά τις φτωχές κοινότητες. Μέλη της κοινότητας που ασχολούνται με τις αστικές καλλιέργειες, χρησιμοποιούν και βελτιώνουν τις τοπικές γνώσεις για υγιείς τρόπους εκπλήρωσης των διατροφικών αναγκών. Η αστική καλλιέργεια μπορεί, επίσης, να βελτιώσει την ψυχική υγεία των μελών της κοινότητας. Οι αγοραπωλησίες προϊόντων ποιότητας μεταξύ τοπικών παραγωγών και καταναλωτών, επιτρέπει στα μέλη της κοινότητας την αλληλοϋποστήριξη εκείνη που μπορεί να μειώσει την ένταση που παράγεται από τις διαφορετικές πιέσεις, πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές που ασκούνται από το περιβάλλον. Συνεπώς οι αστικές καλλιέργειες είναι δυνατόν να βοηθήσουν στη βελτίωση των συνθηκών διατροφής σε φτωχές κοινότητες, όπου οι κάτοικοι υποβάλλονται σε υψηλότερα επίπεδα στρες εξαιτίας της απελπισίας που προκαλείται από την έλλειψη ελέγχου της ποιότητας της ζωής τους.

Με την αστική γεωργία, γενικότερα, μπορεί να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του οικοδομημένου περιβάλλοντος σε κοινότητες που δεν έχουν καταστήματα τροφίμων και άλλες συναφείς υποδομές λόγω της παρουσίας της υψηλής ανεργίας που προκαλείται από την αποβιομηχάνιση μεγάλων περιοχών. Οι αστικοί καλλιεργητές που ακολουθούν τις μεθόδους της αειφόρου γεωργίας όχι μόνο βοηθούν στο χτίσιμο συστημάτων υποδομής, αλλά μπορούν επίσης να συμβάλλουν στη βελτίωση της τοπικής ατμόσφαιρας και την βελτίωση της ποιότητας του νερού και του εδάφους. Όπως προαναφέρθηκε, όταν τα γεωργικά προϊόντα που παράγονται σε τοπικό επίπεδο, εντός της κοινότητας, δεν χρειάζονται να μεταφέρονται, μειώνονται οι τιμές εκπομπής CO2 και άλλων ρύπων που συμβάλλουν στα υψηλά ποσοστά του άσθματος σε κατώτερες κοινωνικοοικονομικές περιοχές. Η βιώσιμη αστική καλλιέργεια μπορεί να προωθήσει επίσης των προστασία των καταναλωτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων Για παράδειγμα, κοινότητες στη Νέα Υόρκη, το Ιλινόις και το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια, βελτίωσαν το τοπικό περιβάλλον με τις αστικές καλλιεργητικές πρακτικές τους.

Ωστόσο, η αστική και περιαστική καλλιέργεια μπορεί να παρουσιάσει κινδύνους για την υγεία, εάν το χώμα που χρησιμοποιείται είναι μολυσμένο. Το χώμα που έχει μολυνθεί με υψηλά επίπεδα μολύβδου, από τα καυσαέρια των οχημάτων ή ατμοσφαιρικές εναποθέσεις, δεν είναι κατάλληλο για καλλιέργεια, παρά μόνον αν ακολουθηθούν μέθοδοι εξουδετέρωσης της μόλυνσης. Χωρίς την κατάλληλη εκπαίδευση σχετικά με τους κινδύνους της αστικής καλλιέργειας και ασφαλείς πρακτικές, οι καταναλωτές των αστικών, αλλά και των αγροτικών προϊόντων είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν προβλήματα υγείας που σχετίζονται με διάφορα θέματα.


Διαβάστε επίσης :
























Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.