Συμφέρει μια χώρα να φύγει από το ευρώ ;

Η ελληνική κρίση έφερε στην επιφάνεια το επιχείρημα πολλών οικονομολόγων, εκφρασμένο ήδη από το δημιουργία του ευρώ το 1999, ότι το πείραμα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος είναι θνησιγενές. Κύριο επιχείρημα τον αρνητών του ευρώ είναι ότι το κοινό νόμισμα για να μπορεί να λειτουργήσει σωστά, χρειάζεται οι χώρες της ΕΕ να έχουν κοινή δημοσιονομική πολιτική (δηλαδή ενιαίο υπουργείο οικονομικών), η οποία όμως προϋποθέτει την πολιτική ενοποίηση των χωρών μελών, δηλαδή την κατάργηση των εθνικών κοινοβουλίων και την αντικατάσταση τους από ένα μεγαλύτερο και δυνατό Ευρωκοινοβούλιο.

Αυτό, οι ευρωσκεπτικιστές το θεωρούν αδύνατον να πραγματοποιηθεί, και έτσι πιστεύουν ότι το ευρώ κάνει κακό στις χώρες που έχουν ασθενείς, μη ανταγωνιστικές οικονομίες. Αυτές θα αναπτύσονταν καλύτερα αν έφευγαν από το κοινό νόμισμα και αποκτούσαν δικό τους, το οποίο θα μπορούσαν να το υποτιμούν και να αυξάνουν την ανταγωνιστικότητά τους. Επιχείρημα τους είναι ότι οι οικονομίες των χωρών της Ευρώπης που δεν είναι στο ευρώ αναπτύχθηκαν καλύτερα μέσα στη κρίση από αυτές του ευρώ. Αυτής της άποψης είναι και οι οικονομολόγοι Αυγουστίνος Ταν και Τζαμάλ Μεκλάι. Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο Ταν, οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η εφαρμογή του Ευρώ παραβίασε τους κανόνες λειτουργίας ενός χώρου με ενιαίο νόμισμα. Δεν υπάρχει ομοιογενής χώρος παραγωγής ώστε να εξασφαλίζεται ενιαίος οικονομικός κύκλος, δεν υπάρχει ικανοποιητική εργασιακή κινητικότητα με ελαστικότητα μισθών και τιμών, και δεν υπάρχει ενιαίος δημοσιονομικός μηχανισμός για μεταφορά πόρων στις πάσχουσες περιοχές. Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη εξασφαλίζει νομισματική σταθερότητα, όμως το σκληρό νόμισμα πλήττει τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες. Ειδικά δε οι χώρες με μεγάλα οικονομικά προβλήματα όπως η Ελλάδα, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν για βοήθεια τη νομισματική πολιτική (υποτίμηση) και αναγκαστικά τους μένει μόνο ο δανεισμός και η μείωση των εξόδων (μισθών, συντάξεων, κλπ). Σε αντίθεση με την Ελλάδα, χώρες όπως ΗΠΑ, Ιαπωνία, Βρετανία, και οι ευρωπαϊκές εκτός ευρώ, έχοντας δικό τους νόμισμα, μπορούν μέσω της υποτίμησης να ωθούν την ανάπτυξή τους με αύξηση εξαγωγών και απασχόλησης. Ένα άλλο θεμελιώδες πρόβλημα της Ευρωζώνης είναι ότι η ΕΚΤ δεν είναι μια κανονική κεντρική τράπεζα, όπως είναι η αμερικανική FED. Την ευθύνη για τις τράπεζες την έχουν οι εθνικές αρχές και όχι η ΕΚΤ, η οποία μάλιστα μόλις τελευταία – και σχεδόν παράτυπα – αγοράζει κρατικά ομόλογα μέσω «πιστωτικής χαλάρωσης» του γνωστού ευφημισμού για το τύπωμα χρήματος. Χωρίς τραπεζική ένωση, την οποία θα επιβλέπει αυστηρά η ΕΚΤ και στην οποία ΕΚΤ θα προστρέχουν ελεύθερα οι τράπεζες που αντιμετωπίζουν προβλήματα, οι χώρες σε δυσκολία θα υποφέρουν από χρηματοπιστωτική αστάθεια με μεγάλες εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες τους προς τις τράπεζες της Ελβετίας και των βορειοευρωπαϊκών χωρών. Έως ότου η ΕΚΤ λειτουργήσει ως κανονική κεντρική τράπεζα, η Ευρωζώνη θα υποφέρει από αστάθεια και κρίσεις. Όσον αφορά τη βοήθεια μέσω δανεισμού που προσφέρει η ΕΕ μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) αυτή δίνεται σε συνδυασμό με αυστηρά προγράμματα λιτότητας. Η άποψη της Ελλάδας είναι ότι τα δάνεια του ESM που έλαβε, βοήθησαν μόνο τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες να διασωθούν, ενώ την ίδια, τα προγράμματα λιτότητας που τα συνόδευαν έπληξαν την ανάπτυξή της (αυξάνοντας μάλιστα το χρέος ως προς το ΑΕΠ) μέσω της ύφεσης που δημιούργησαν. Τέλος όσον αφορά την αγορά εργασίας, τυπικά στην ΕΕ υπάρχει ελευθερία μετακίνησης και εγκατάστασης. Δυστυχώς όμως λόγω γλωσσικών και πολιτιστικών εμποδίων, η εργασιακή κινητικότητα στην ΕΕ είναι πολύ χαμηλότερη από ότι στις ΗΠΑ, λειτουργώντας ως σημαντικό μειονέκτημα για την Ευρώπη. Αυτό λοιπόν που χρειάζεται η Ευρωζώνη είναι να εξελιχθεί σε πλήρη δημοσιονομική ένωση, όπως οι ΗΠΑ, μέσω πολιτικής ενοποίησης και ομοσπονδιακής κυβέρνησης ώστε να διασώζονται γρήγορα και άμεσα οι χώρες-πολιτείες που βρίσκονται σε δυσκολίες. Τελικά η ΕΕ είτε θα οδεύσει στη πολιτική ενοποίηση ή στην αποσύνθεση. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Τζαμάλ Μεκλάι Σύμφωνα με τον Μεκλάι, η κοινή νομισματική πολιτική δεν δουλεύει χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική η οποία με τη σειρά της απαιτεί ενιαίο εκλογικό σώμα. Αν βγάλουμε την Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία, η υπόλοιπη Ευρωζώνη έχει τα χάλια της. Η μέση ανεργία είναι 11% και η ανεργία στους νέους 23.2%. (στην Ελλάδα 50%, στην Ισπανία 53%, στην Ιταλία 42%). Για σύγκριση η ανεργία στους νέους στη Δυτική Ασία και Βόρειο Αφρική (όπου από εκεί στρατολογούνται οι περισσότεροι τρομοκράτες) είναι 30%. Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι αδύνατον να δημιουργήσουν ανάπτυξη, ακόμα και μικρή, μέσα σε αυτές τις απίστευτες συνθήκες ανεργίας. Βεβαίως αν κάθε χώρα είχε το δικό της νόμισμα ή αν υπήρχαν δύο ευρώ, το ευρώ Β για τις δυνατές οικονομίες του Βορρά (Γερμανία κλπ) και το ευρώ Ν για τις ασθενέστερες οικονομίες του Νότου, τότε βεβαίως θα μπορούσε να δημιουργηθεί μεγαλύτερη ανάπτυξη στις όχι και τόσο ανταγωνιστικές χώρες. Για παράδειγμα οι ιταλικές βιομηχανίες θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις γερμανικές εάν το νόμισμα της Ιταλίας (ευρώ Ν) ήταν 25% – 30% ασθενέστερο από το ευρώ Β. Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι δεν μπορείς να έχεις ενιαία νομισματική πολιτική χωρίς ενιαία δημοσιονομική πολιτική. Και ενιαία δημοσιονομική πολιτική είναι αδύνατη χωρίς ενιαίο εκλογικό σώμα. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι το ευρώ είναι ένα αποτυχημένο πείραμα αφού η Ευρώπη είναι αδύνατον σήμερα να μετατραπεί σε πολιτική ένωση. Οι Ιταλοί, οι Ισπανοί και οι Γάλλοι είναι αδύνατον να ενωθούν πολιτικά με τους Γερμανούς, Ολλανδούς και Αυστριακούς. Αυτές τις οφθαλμοφανείς πραγματικότητες δεν έλαβαν υπόψιν τους οι ευρωπαϊστές όταν εισήγαγαν το ευρώ το 1999. 

Τότε οι οικονομίες αναπτύσσονταν και όλα ήταν ωραία. Όταν όμως ήρθε η οικονομική κρίση το 2008 φάνηκαν οι αδυναμίες του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι’αυτό ο Τζαμάλ Μεκλάι θεωρεί ότι η έξοδος της Ελλάδος από το ευρώ είναι η μόνη απάντηση στη κρίση παρά τα επιμέρους προβλήματα.



Γιάννης Παπαιωάννου

Απέναντι Όχθη

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.