Η επισιτιστική κρίση και ένα ελευθεριακό προσχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση

Είναι ολοφάνερο ότι κι από τις δυο όψεις του παρασιτικού εκσυγχρονισμού, της κυβέρνησης και του μαύρου μετώπου της αντιπολίτευσης, προωθείται ένα σχέδιο για την «έξοδο στις αγορές». Είτε με τα διαρκώς αναπροσαρμοζόμενα περιβόητα κείμενα-προτάσεις της κυβέρνησης προς τους καπιταλφασίστες δανειστές, είτε με την ολοκλήρωσή τους προς μια ταπεινωτική συμφωνία-υπόδειγμα για τον ευρωπαϊκό Νότο, είτε με μια καταστροφική και απροετοίμαστη έξοδο προς τη δραχμή, η οικονομία προσανατολίζεται στη χρηματοδότηση του παρασιτικού συμπλέγματος της άρχουσας τάξης: των τραπεζιτών, των οικογενειών διαπλοκής (μεγάλα έργα, νέα τεχνολογία, ΑΟΖ, κλπ) που επιβλήθηκαν μετά το 1990, των προμηθευτών του δημοσίου καθώς και στη νέα περιφερειακή αυτοδιοίκηση των ΕΣΠΑ ενός άχρηστου και ασυνεχούς τριτογενούς.
Τα ψίχουλα που θα πέσουν για την πολυπόθητη κίνηση του χρήματος και του ανοίγματος «νέων κύκλων» θα εξαντληθούν στις καθημερινές υποχρεώσεις της εργατικής τάξης, των ανέργων, των μικροεπαγγελματιών και των συνταξιούχων και θα επιστραφούν διπλά και τρίδιπλα από τις περικοπές μισθών και συντάξεων, από τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις, από τα νέα τιμολόγια των «ΔΕΚΟ» καθώς επίσης κι από την απώλεια της δημόσιας περιουσίας.
Με ολοφάνερο όπλο, την απειλή της χρεωκοπίας, οι καπιταλφασίστες δανειστές έχοντας ενδυναμώσει το μαύρο γερμανικό μέτωπο απέναντι στην αμερικανική περικύκλωση, σπρώχνουν τη χώρα σε έναν εμφύλιο πόλεμο κι ανεξάρτητα από το «θετικό» αποτέλεσμα αυτών των «διαπραγματεύσεων» μεταξύ θύτη και θύματος. Κι αυτό διότι, είτε με την υπογραφή της συμφωνίας είτε με την πιθανή άρνησή της ο κύκλος της επίθεσης όχι μόνο δεν τελειώνει αλλά ανοίγει περαιτέρω τη δίψα για κέρδη. Αν μάλιστα, τα εκλογικά αποτελέσματα του φθινοπώρου στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, δεν φέρουν στην εξουσία τα κόμματα που ευαγγελίζονται τη «χαλάρωση», το «κούρεμα» ή την «ελάφρυνση» των χρεών τους –που είναι πολύ πιθανόν λόγω του ελληνικού παραδείγματος- τότε μια νέα επίθεση θα ξεκινήσει να εξυφαίνεται προς τη χώρα και προς τον ευρωπαϊκό Νότο. Κι αν η Ισπανία η Ιταλία ή η Γαλλία έχουν ένα άλλο παραγωγικό εκτόπισμα και σχεδόν μηδενικά γεωπολιτικά ζητήματα, η Ελλάδα έχει απολέσει τον παλιό καλό της εαυτό στην πρωτογενή παραγωγή όπως στη βιοτεχνική και στην τεχνολογική δημιουργία.
Η Ελλάδα, κατ’ εξοχήν χώρα εργατοτεχνιτών και μικρών ανεξάρτητων παραγωγών, όσον αφορά στο εσωτερικό της-κι όχι στη διασπορά, μακριά και πέρα από φορντικά μοντέλα μεγάλων μονάδων παραγωγής και βιομηχανικής γεωργίας, έχει καταντήσει μια παρασιτική απόφυση της Δύσης. Για αυτό και προβάλει ο εφιάλτης του λιμού και του μαρασμού -ιδιαίτερα στην Αττική- αλλά και στις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας, της Κεντρικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου.
Αυτή η δυστοπία που είναι κατάληξη επιλογών των διεθνών μηχανισμών αλλά και της ντόπιας κρατικοδίαιτης ρεμούλας, ιδιαίτερα από το 1992 και μετά, έχει συνέπειες βαρύτατες: η ένταση ενός ταϊλανδοποιημένου τουριστικού προτύπου, η συνέχιση της χρηματοδότησης για τον παρασιτικό τριτογενή τομέα των προμηθευτών, τα πιθανά μεγάλα έργα των εργολάβων, η συγκεντροποίηση της γεωργικής μικροϊδιοκτησίας σε λίγα χέρια για διάφορες χρήσεις, η καταστροφή της μικρής κτηνοτροφίας και αλιείας, η συνέχιση του (EL DORADO) προτύπου ανάπτυξης και καταστροφής της γης των δασών και των υδάτων καθώς και άλλες επιλογές που ήδη έχουν δρομολογηθεί από τον Φούχτελ κι άλλους διεθνείς γκαουλάιντερ, παραδοσιακούς συμμάχους και μη. Αν προσθέσουμε την αναγκαστική μετανάστευση προς τις χώρες της Ευρώπης και την περαιτέρω χρήση των προσφύγων που όλο και πολλαπλασιάζονται στις «ειδικές οικονομικές ζώνες» που προβλέπει ο δήθεν «αντι»ρατσιστικός νόμος για την ιθαγένεια, τότε μιλάμε για μια άνευ προηγουμένου καταστροφή. Η δε πολιτική της διάσταση είναι τρομαχτική αφού θα αναδυθούν όλες οι σκοτεινές δυνάμεις που θα δημιουργήσουν έναν πρωτόγνωρο διχασμό, συνέχειας αυτού που ζήσαμε ως καρικατούρα τη διετία 2012-2013.
Οι παρακρατικές ευρω-Μαϊντάν συμμορίες, οι καναλάρχες και τα ιδιωτικά κονσόρτσιουμ, οι ιδιοκτήτες ποδοσφαιρικών ομάδων με τις στρατιές τους, το οικονομικό-πολιτικό λόμπι της δραχμής όπως και η ναζιστική συμμορία σε νέους ρόλους, ετοιμάζονται για ένα πόλεμο όπου θα επιτύχουν, μέσα από έναν διχασμό, την αναπότρεπτη μεγέθυνση αυτού που γνωρίσαμε ή διαβάσαμε για την επένδυση των μεταλλείων στις Σκουριές. Κι έχουμε ένα λαό απροετοίμαστο, με παραγωγικό αδιέξοδο και πολιτισμικά καθημαγμένο από την τηλεόραση και το νέο σχολείο της πολιτισμικής προσαρμογής.
Απέναντι σ’ αυτήν την τραγική μοίρα, οφείλουμε να συμβάλουμε στην ανασυγκρότηση του λαού μας με όσες δυνάμεις έχει, που κατακερματισμένα και χωρίς ιστό συνεχίζουν να στοιχειώνουν την ιδιοπροσωπία του. Οι φρέσκιες ιδέες του ελευθεριακού κινήματος είναι οι μοναδικές που μπορούν να εμποτίσουν τις όποιες εναπομείνασες παραγωγικές δυνάμεις, σε μια φιλική-συνεργατική οικονομία που μειώνει τις διαστάσεις υπαίθρου –άστεως, επιβίωσης-κοινωνικής ωφέλειας, καθώς και πολλών άλλων διχασμών που ζούμε, σ’ αυτήν την περίοδο που η μεταμοντέρνα επίφαση παραγωγής νέων ιδεοληψιών εναλλάσσεται με τη στείρα αναπαραγωγή παλαιών. Αυτή η όσμωση είναι και ο μοναδικός δρόμος για ένα κοινωνικό μετασχηματισμό που δίνει έδαφος στη δημιουργική αντίσταση, ενώνοντας τη διχοτομημένη κοινωνία που, αμήχανη κι ανήμπορη, ακολουθεί τις επιλογές της κυριαρχίας του ντόπιου παρασιτικού κατεστημένου και των διεθνών εντολέων του.
Διαπερνώντας, ταυτίζοντας, ακολουθώντας, προπορεύοντας ή συνοδοιπορώντας μαζί με άλλες, υπάρχουσες, πλευρές της αντίστασης, το σχέδιο για μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση έχει κεντρική σημασία. Απαλλοτριώσεις, οικειοποιήσεις χώρων και δομών, κοινωνικά ιατρεία-φαρμακεία, πολιτιστικές και μορφωτικές δομές, συσσωματώσεις αντιστάσεων για δωρεάν παροχή αγαθών, αντιστάσεις εργαζομένων των σωματείων βάσης, αντιαναπτυξιακές πρωτοβουλίες σε επενδύσεις, αντιστάσεις στις εκποιήσεις στέγης, αντιστάσεις στην εκποίηση του δημόσιου πλούτου και των δημόσιων υποδομών, καθώς και άλλες μορφές άμυνας που θα αναπτυχθούν οφείλουν να επεξεργάζονται, προταγματικά, ένα σχέδιο αυτοδυναμίας της κοινωνίας στο να μπορέσει να εκβάλει όλο το χαμένο δημιουργικό της παραγωγικό ιστό. Βασικές παραδοχές για μια σύγχρονη αξιοποίηση παλιών εμπειριών σε άμεση συνάρτηση με τις δυνατότητες κάθε τοπικής κοινωνίας και του βιωμένου παρελθόντος της, μπορούν να γίνουν ένας κόμβος δυνατοτήτων συμμετοχής, δημιουργίας και επιβίωσης.

Ενδογενής παραγωγική δημιουργία, αποκέντρωση και πολιτική
Βασική προϋπόθεση είναι η εδαφικοποίηση και η μονιμότητα σε έναν οικιστικό ιστό για να φτιαχτεί το «εργαστήρι» της γειτονιάς και του χωριού που σχεδιάζει, μεταφέρει εμπειρίες, σχεδιάζει, μετριάζει τις αντιφάσεις και θέτει προτεραιότητες. Παλιοί άνθρωποι που ζωντανεύουν το παρελθόν και νέοι που ανασχεδιάζουν το μέλλον, είναι η πρώτη μαγιά του τοπικού σχεδιασμού. Τα «εργαστήρια» αυτά είναι που μπορούν να δικτυώνονται για την παραγωγή αγαθών, για τη μεταποίηση, για τη διάθεση, για την παροχή τεχνικών υπηρεσιών που είναι χρήσιμα τόσο για τις τοπικές κοινωνίες όσο και για την εξαγωγή τους προς άλλες κοινότητες, ως παραδειγμάτων, προϊόντων κι υπηρεσιών. Ο προσανατολισμός οφείλει να είναι στην παραγωγή, μεταποίηση, διακίνηση και διάθεση διατροφικών αγαθών που έχουν συμβάλει διαχρονικά στην επιβίωση. Από την άλλη, ένα κοινωνικό-πολιτικό σχέδιο για ένα νέο «συνδικάτο ζωής», είναι αυτό που θα απαιτεί από την τοπική αυτοδιοίκηση των Δήμων και της Περιφέρειας τη χρηματοδότηση σε έργα παραγωγικών υποδομών και την οικονομική στήριξη του υπάρχοντος παραγωγικού ιστού. Μεγάλα χρηματικά πακέτα που προορίζονται για την τοπική «ανάπτυξη» οφείλουμε να τα απαιτήσουμε ώστε αυτά να προσανατολιστούν σε μια ενδογενή παραγωγική δημιουργία σε κατευθύνσεις που τα κοινωνικά «εργαστήρια» έχουν επεξεργαστεί. Η στρατηγική του «αντάρτικου» επιβάλει την ενδυνάμωση του συμμετοχικού σχεδιασμού, ισχυροποίηση των δεσμών της κοινωνίας, προστασία του περιβάλλοντος οίκου, επιβίωση των μελών, μέσα από τον τομέα της παραγωγής που είναι ο κατ’ εξοχήν εκλιπών κρίκος. Σαφώς απέναντι σε έναν τέτοιο μετασχηματισμό θίγονται συμφέροντα, αυτά έχουν τις διασυνδέσεις τους με το κράτος, τους προπαγανδιστικούς, τους κατασταλτικούς και τους νομικούς μηχανισμούς και οι άνθρωποι υποκύπτουν σε εκβιασμούς της άμεσης επιβίωσης. Εκεί είναι που οι συγκρούσεις της λαϊκής αυτοάμυνας αποκτούν σημασία και νόημα. Το ελεύθερο Κουρδιστάν μας δείχνει το δρόμο.

Ι)Για τις αστικές περιοχές:
Α)Συμβολική και πραγματική χρήση της αστικής γεωργίας σε αδόμητες εκτάσεις που είναι εγκαταλειμμένες, προορίζονται για έργα ανάπτυξης ή συνέχιση της δόμησης. Το καθεστώς της ανάληψης δράσης μπορεί να ανταποκρίνεται στους συσχετισμούς των τοπικών δυνάμεων και να πάρει διάφορες μορφές (κατάληψη, ανοχή από τις τοπικές αρχές, σύμπραξη κλπ). Οι ιδεολογικές αναφορές όταν δεν γίνονται αγκυλώσεις μπορούν να καταστούν κοινός τόπος, αρκεί αυτός να είναι αποτελεσματικός.
Β)Σύμπραξη με τις γνώριμες και έμπιστες πλευρές της παραγωγικής υπαίθρου για τη δημιουργία προμηθευτικών εγχειρημάτων για τη θρέψη του πληθυσμού με διατροφικά αγαθά. Είτε αφορά σε ένα σοβαρό εκσυγχρονισμό των λαϊκών αγορών που ήδη λειτουργούν, είτε πρόκειται για ενεργούς επαγγελματίες, είτε πρόκειται για νέα εγχειρήματα που ήδη συγκυριακά λειτουργούν σε κάποιες γειτονιές, είναι ζήτημα της κάθε περίστασης. Αρκεί αυτές οι εναπομείνασες δυνατότητες και η ελευθεριακή κοσμοαντίληψη να κατευθυνθούν στο να τροφοδοτούν τον κοινωνικό μετασχηματισμό με το όνειρο της συμμετοχής, της παραγωγής και της αλληλοβολήθειας.
Γ)Δημιουργία τράπεζας-«ρεφενέ» για μικρές προσπάθειες στον τεχνικό-επισκευαστικό τομέα σε συνδυασμό συνεργασιών με μικρές επιχειρήσεις και εργαστήρια της γειτονιάς που κλείνουν ή έχουν κλείσει λόγω κρίσης. Εργαλεία και μηχανήματα σε επιχειρήσεις της γειτονιάς (ξυλουργεία, σιδηρουργεία, ηλεκτρολογεία, επισκευές ηλεκτρονικών, υδραυλικά κλπ) που μαζί με υλικό βρίσκονται ερειπωμένα εδώ και 5 χρόνια, θα μπορούσαν να ξαναλειτουργήσουν στις νέες συνθήκες και με άλλους φιλικούς-συνεργατικούς όρους. Οι συνεργατικές τράπεζες φορέων σε περιστάσεις τοπικών αρχών που θα δεχτούν να ξεπεράσουν την αθλιότητα της διαχείρισης της φτώχειας, θα μπορούσαν να παίξουν αυτό το ρόλο της χρηματοδότησης μικρών συνεργατικών προσπαθειών των τεχνιτών-επαγγελματιών στο δευτερογενή και στον τεχνικό τομέα. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, η στοχευμένη απαίτηση από την τοπική αυτοδιοίκηση στο να συμβάλει με τη χρηματοδότηση στις κατευθύνσεις των «εργαστηρίων» της πόλης, είναι ένα σημαντικό πεδίο αγώνα, διεκδίκησης και μετάβασης στο κοινωνικό συνδικάτο όλων. Άνεργοι, συνταξιούχοι, επαγγελματίες, παραγωγοί, τεχνίτες, και άλλοι επικουρικοί παράγοντες (δάσκαλοι, καθηγητές, υπάλληλοι υπηρεσιών κλπ) μπορούν να συγκροτούν την πρόταση για την κοινωνική διεκδίκηση από ένα «Καλλικράτη» που είναι ιμάντας μετακύλησης του χρήματος στα αφεντικά, σε Συμπράξεις Δημοσίου & Ιδιωτικού Τομέα και στις τράπεζες.
Δ)Προσπάθεια ανασύστασης της βιοτεχνικής δημιουργίας στην ένδυση, στην υπόδηση ή σε βασικά εξαρτήματα για πολλαπλές εφαρμογές.
Ε)Δημιουργία μικρών σχολών που είτε οργανωθούν μόνες τους είτε ως εμβόλιμες προσπάθειες στις επίσημες δομές, θα αναδείξουν αυτές τις προτεραιότητες στη νέα γενιά.
ΣΤ)Τοπική συλλογική χρήση μεταφορικών οχημάτων για να μειώνονται οι αποστάσεις και οι διαδρομές.
Ζ)Ισορροπία ανάμεσα σε ένα σχέδιο επιβίωσης με κουλτούρες που θετικά λειτουργούν (ανταλλακτικά παζάρια, τράπεζες χρόνου, τοπικά νομίσματα, κήποι, συλλογικές κουζίνες, μπακάλικα, κλπ) προκειμένου να στηρίξουν κι όχι να αποδομήσουν με τις ιδεολογικές τους εμμονές μια νέα συλλογική προσπάθεια.
Η)Χρήση κτιρίων της Εκκλησίας, των Δήμων, οργανισμών του δημοσίου ή άλλα εγκαταλειμμένα κτίρια μπορούν να γίνουν η βάση, κάτω ιδιαίτερες περιστάσεις για κάθε περιοχή, για τις δραστηριότητες των εργαστηρίων.

ΙΙ)Για την αποκέντρωση:
Α)Βασική προϋπόθεση είναι η οικογενειακή περιουσία (γη, βάρκα, κτίριο, υποδομές, κλπ), όπου αυτή υπάρχει, για να υπάρξει μια εγκατάσταση νέων ανθρώπων στις νέες συνθήκες. Οι σχέσεις συγγένειας και εντοπιότητας είναι απαράβατοι όροι για την ελλαδική πραγματικότητα προκειμένου να μπουν αβίαστα κι άλλοι άνθρωποι από το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων.
Β)Καλός σχεδιασμός ώστε να έχουν σε ένα μεγάλο βαθμό προβλεφθεί μια σειρά ζητημάτων που μπορεί να υπονομεύσουν κάθε εγχείρημα.
-Η θετική πλευρά:
1)Η μέχρι προσφάτως παραδοσιακή σχέση με τη μικρή ιδιοκτησία γης όπως, και ιδιαίτερα, το κατά τόπους σύνθετο εθιμικό δίκαιο που ακόμα ίσως τηρείται, αποτελούν το πεδίο για τον εκσυγχρονισμό του στην κατεύθυνση της συνεργασίας. Ιστορικά, όπου η μικρή ανεξάρτητη ιδιοκτησία γης άκμασε, μπόρεσε να δημιουργήσει συνεργατικές δυναμικές.
2)Η μέχρι και σήμερα ισχύς της οικογενειακής αλληλεγγύης που αποδεικνύεται καθημερινά. Ίσως ο «αναχρονιστικός» αυτός θεσμός είναι το «κλειδί» που ανοίγει τις πραγματικές σχέσεις αλληλεγγύης και στήριξης με όλες τις αντιφάσεις που συνεργούν στην ύπαρξη και δομή του. Τον, εν πολλοίς ή εν ολίγοις, περιορισμό των συμπτωμάτων της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε τον χρωστάμε στην ελληνική οικογένεια. Η πραγματική οικονομία, στην κυριολεξία, έχει τις συγγενικές σχέσεις ως κυρίαρχη συνιστώσα.
3)Η διαρκής αν και απρόσφορη νοσταλγία «για το χωριό» με μνήμες που ανήκουν σε γενιές που ακόμα ζουν.  Δεν είναι τυχαίο ότι ζήσαμε στην Ελλάδα μια απότομη, βίαιη αστικοποίηση, που οφείλεται σε ιστορικά γεγονότα (π.χ. εμφύλιος) αλλά και πολιτικές επιλογές («ανήκομεν εις την Δύσιν»). Οι μνήμες που έχουν γίνει τουριστικό αξιοθέατο και οντέρβ αξίζει να ιδωθούν κάτω από μια φρέσκια ματιά ενός παραγωγικού κινήματος.
4)Η ακόμα σχετικά καλή ζωή σε πολλά χωριά της ελλαδικής περιφέρειας με όλη την αμηχανία που κατατρέχει τον κόσμο της, εν μέσω αστυφιλίας που συνεχίζεται και κυμάτων οικονομικής μετανάστευσης.
5)Οι ακόμα δυνατότητες που ενυπάρχουν στην περιφέρεια από μια βραχύβια συνεχιζόμενη ανάπτυξη, η οποία όμως -συγκριτικά με άλλες χώρες- μπορεί να είναι αντιστρέψιμη, στο βαθμό που μελετηθεί προσεχτικά. Ακόμα ζουν άνθρωποι της παλιάς (μεταπολεμικής) γενιάς που κατέχουν βασικές γνώσεις στα ζητήματα της καλλιέργειας, της κτηνοτροφίας και της αλιείας. Δεν είναι τόσο μικροί για να μην τα έχουν ζήσει-ούτε τόσο μεγάλοι για να τα έχουν ξεχάσει.

-Από την άλλη στις «περιφράξεις» συγκαταλέγονται τα εξής:

1.Πυκνή δόμηση της υπαίθρου και ιδιαίτερα στις τουριστικές παράλιες και νησιωτικές περιοχές. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις περιοχές αυτές που έχουν εποικιστεί παράλογα και παράνομα, έχουν επιβληθεί χωροταξικά σχέδια απαγόρευσης ακόμα και των κοτετσιών.

2.Ο τουρισμός ο οποίος έχει καταστεί μονόδρομος ειδικά στις προαναφερόμενες περιοχές, έχει δημιουργήσει σωρεία προβλημάτων: 
1)Έλλειψη πόσιμου νερού 
2)Καταστροφή πηγαδιών-μετατροπή τους σε βόθρους 
3)Εγκατάλειψη παραδοσιακών τρόπων συγκράτησης του νερού 
4)Παγίωση της τουριστικής συνείδησης που έχει αδρανοποιήσει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού και ιδιαίτερα τους νέους 
5)Σοβαρό πρόβλημα με τα σκουπίδια και τη διαχείρισή τους.

3.Τα χρέη μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού προς την Αγροτική Τράπεζα είναι ανασχετικά προς τις δυνατότητες ενός νέου αποικισμού ή αποκέντρωσης. Αυτήν την περίοδο καραδοκούν ξένοι αγοραστές γης. Η επικείμενη άρση επίσης των επιδοτήσεων που μετέτρεψαν τους παραγωγούς σε άγνωστης ταυτότητας επαγγελματίες, κάνει το τοπίο ακόμα πιο θολό. Η εγκατάλειψη σε μεγάλο βαθμό της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της αλιείας ως επαγγέλματα που «δεν βγάζουν λεφτά» είναι μια συνάγουσα πραγματικότητα. Το τοπίο που έχει διαμορφωθεί είναι απίστευτα αποκαρδιωτικό. Από την άλλη οι «νέες καλλιέργειες» ή νέοι «προσανατολισμοί» (π.χ. καλλιέργεια ιπποφαές, γκότζι μπέρι κι άλλες μπούρδες ) εντείνουν τη σύγχυση.

4.Υπάρχει σοβαρή επιβάρυνση της γης, των επίγειων και υπόγειων υδάτων και της θάλασσας από την, εδώ και λίγες δεκαετίες, συστηματική χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων της εκβιομηχανισμένης Γεωργία ή τις εδώ και μια εικοσαετία ιχθυοκαλλιέργειες οι οποίες προσφάτως, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση απειλούν μια ακόμα δυνατότητα. Οι καταστροφικές γεωτρήσεις έχουν δημιουργήσει σοβαρότατες αρνητικές επιπτώσεις στον υδάτινο ορίζοντα (μείωση αποθεμάτων και μόλυνση από την αλόγιστη χρήση φαρμάκων) ενώ έχουν δημιουργήσει προϋποθέσεις ερημοποίησης των καλλιεργήσιμων πεδινών εκτάσεων. Το παράδειγμα του αργολικού κάμπου είναι χαρακτηριστικό για το πώς ερημοποιήθηκε μια εύφορη περιοχή όπως, χαρακτηριστική είναι και η αποκατάστασή του από την εφαρμογή του ανάβαλου. Επιπροσθέτως τα σκουπίδια και κάθε –δυνητικά- χρήσιμο απόβλητο έχουν μετατρέψει πλαγιές και θάλασσες σε χωματερές και χαβούζες, αντίστοιχα.

5.Η εγκατάλειψη των δασών και η ραγδαία καταστροφή τους με ορόσημο τις φωτιές του 2007 σηματοδοτούν ένα κακό ορίζοντα. Τα δάση, τα οποία μεταπολεμικά κάλυπταν περίπου το 45% της συνολικής έκτασης της Ελλάδας, ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που συνεργούσε στην πραγματική –τότε- οικονομία. Η συγκράτηση των νερών και σε αρκετές περιπτώσεις οι μικρές παρεμβάσεις για την άρδευση και ύδρευση, η βοσκή, η κάλυψη σε καυσόξυλα και εμπορία ξυλείας, η συλλογή ρητίνης, η καθημερινή λειτουργία τους, συμπληρωματικά για την επιβίωση (κυνήγι, συλλογή καρπών, δασοχώματος κλπ.) ήταν βασικές λειτουργίες στα δάση και οι οποίες ήταν οι απαραίτητες για τη συντήρησή τους πριν ανακαλύψουμε, όψιμα, την ορειβασία, τις βαθιές αναπνοές, τα μέτρα διάσωσης-προστασίας και τις άπειρες γνώσεις μας επί των ορεινών οικοσυστημάτων. 

6.Η εγκατάλειψη από το κράτος και τον αυτοδιοικητικό του παράγοντα, τομέων όπως της Υγείας, της Εκπαίδευσης, των Μεταφορών καθώς και άλλων υποδομών, κάνει το τοπίο ακόμα πιο απροσπέλαστο. Η «επανίδρυση», η «ανασυγκρότηση» ή η «νέα αρχιτεκτονική» του κράτους έτσι όπως επικαλέστηκαν και επικαλούνται οι κλόουν της ημεδαπής μας πολιτικής σκηνής, που ξεκίνησε με τις μεταρρυθμίσεις των αρχών του 90, συνεχίστηκε με τον «Καποδίστρια» και ολοκληρώνεται με το «καλό κράτος» του «Καλλικράτη» έχει αυτά τα χαρακτηριστικά της αποδόμησης κάθε κοινής ωφέλειας που εξισορροπούσε σε ένα βαθμό τις ανισότητες.

7.Τα «κληρονομικά» (αδελφομοιράδια κλπ.), οι κόντρες συγγενών και γειτόνων, αποτελούν ένα ακόμα βραχνά δίπλα στην αλλαγή αξίας χρήσης της γης. Τόσο οι συχνές κόντρες που έχουν κάνει «χρυσούς» τους δικηγόρους και τους συμβολαιογράφους μέσα στις οικογένειες και στις γειτονιές, όπως και τα διακηρυγμένα αιτήματα για τα δικαιώματα κατάτμησης της αγροτικής γης με στόχο την πώληση και την οικοδόμηση, είναι δυο από τις βασικές πληγές σε περιοχές της ελληνικής επαρχίας.

8.Η χρόνια χρήση φτηνού εργατικού δυναμικού, η οποία πιθανόν να ενταθεί, καθότι χιλιάδες πρόσφυγες την περίοδο αυτή εγκλωβίζονται στη φυλακή-Ελλάδα των συμφωνιών του Δουβλίνου, έχει διασαλεύσει σε μεγάλο βαθμό τα διαχρονικά ήθη της προκοπής, του ιδρώτα και της εργασίας, ενώ έχει αλλάξει σημαντικά το τοπίο της επαρχίας μετατρέποντας τοπικές κοινωνίες σε δουλοκτητικές.

ΙΙΙ)Για την ύπαιθρο περιφέρεια

Α)Στήριξη των παραδοσιακών συνεταιρισμών όπου αυτοί έχουν περιθώρια συνεργατισμού και κοινωνικής συνοχής (π.χ. το υπόδειγμα του συνεταιρισμού στο Βελβεντό) και δεν έχουν αλωθεί ή καταστραφεί από τη διαρκή διάβρωση τους από τις τοπικές γραφειοκρατίες και συμφέροντα κοινωνικών ομάδων.

Β)Στήριξη νέων συνεταιρισμών που βρίσκονται σε μια διαδικασία επιβίωσης των παραγωγών τους και προσπαθούν με δομές σε αστικές περιοχές να τροφοδοτήσουν το καταναλωτικό κοινό με τα προϊόντα τους.

Γ)Επικέντρωση σε αγαθά βασικής διατροφής (λάδι, κρασί, δημητριακά, πατάτα, όσπρια κλπ) που μπορούν να αποθηκευτούν, να συντηρηθούν ώστε να μπορούν να διοχετευτούν σε μακρινά σημεία αλλά και σε προϊόντα όσο το δυνατόν λιγότερο ευπαθή που θα μπορούν να διοχετευτούν στην τοπική αστική αγορά.

Δ)Χρήση των γεωργικών ή αλιευτικών υποδομών μιας περιοχής, με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στην κατεύθυνση της φιλικής-συνεργατικής αντίληψης.

Ε)Διεκδίκηση για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, της δημοτικής περιουσίας ή άλλων κρατικών οργανισμών που είναι δεσμευμένες με σχέδια δόμησης ή ανάπτυξης. 

ΣΤ)Δημιουργία μιας τοπικής «αγοράς μέσα στην αγορά» που θα σπάει το μονοπώλιο της δεύτερης είτε με αντιπραγματισμό, είτε με πιο φτηνά προϊόντα, με συνεργασία επαγγελματιών που θέτουν τον εαυτό τους σε συνεργασία με τα «εργαστήρια». Η κατάληξη όλου του αδιάθετου προϊόντος αυτήν την περίοδο είναι η εξευτελιστική αγορά του, από έτοιμους οίκους που πουλούν προϊόντα πρώτης ανάγκης, φτηνότερα από τα «διαπιστευμένα» στα σούπερ-μάρκετ των πόλεων. Αυτό είναι και το πιο επικίνδυνο ίσως σημείο αφού αγοράζοντας, μπιτ-παρά, τις αδιάθετες παραγωγές ή τις επισφαλείς για απορρόφηση παραγωγές, εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη ρευστού, μπορούν και ελέγχουν την «χωρίς χαρτιά» οικονομία που συμβάλει σημαντικά στην επιβίωση των παραγωγών και των νοικοκυριών.

Ζ)Η ανάδυση της καθημερινής παραγωγικής κουλτούρας είναι απαραίτητη προϋπόθεση δημιουργίας ενός κλίματος και η οποία θέλει την ανάλογη προσοχή στο να εξισορροπεί τις βασικές τάσεις για μια συνολική παραγωγική ανάπτυξη και την εποικοδομητική «καλλιέργεια» του ελεύθερου χρόνου. Το δεύτερο, οφείλει να ενταχθεί σε ένα «εργαστήρι» αν δεν επιθυμεί να καλλιεργεί αυτοαναφορικά τις ψευδαισθήσεις , βοηθώντας έτσι στη διάδοση μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας και εμφυσώντας στους νέους την κουλτούρα της παραγωγής.

Η)Παρεμβάσεις στις υπάρχουσες σχολικές δομές για τη δημιουργία μιας παραγωγικής συνείδησης (γεωργία, αλιεία, μελισσοκομία, κτηνοτροφία, μεταποίηση, κλπ) στη νέα γενιά που βρίσκεται μετέωρη ανάμεσα στη μετανάστευση και στη νέα δουλεία των μνημονίων.

Θ) Δημιουργία τράπεζας-«ρεφενέ» για μικρές προσπάθειες στον πρωτογενή σε συνεργασία με προσπάθειες που καρκινοβατούν λόγω κρίσης ή έχουν εγκαταλειφθεί. Εργαλεία και μηχανήματα σε παραγωγικές μονάδες της περιοχής μαζί με υλικό (στάβλοι, μαντριά, αποθήκες, γεωργικά μηχανήματα, τυροκομεία, οχήματα, βάρκες, μελίσσι, κλπ) ή μαγαζιά (ψυγεία, ραφιέρες, υποδομές κλπ) που βρίσκονται ερειπωμένα εδώ και 5 χρόνια μπορούν στη νέα συνθήκη συνεργασία να ξεκινήσουν να επιβιώνουν. Οι συνεργατικές τράπεζες φορέων σε περιστάσεις που οι τοπικές αρχές και κάποιοι επαγγελματίες θα δεχτούν να ξεπεράσουν την αθλιότητα της διαχείρισης της φτώχειας, θα μπορούσαν να παίξουν αυτό το ρόλο της χρηματοδότησης μικρών συνεργατικών προσπαθειών στην επαρχία. Από την άλλη, η απαίτηση των τοπικών κοινωνιών να μεταβάλουν τα προγράμματα χρηματοδότησης σε παραγωγικές κατευθύνσεις είναι μια σημαντική συμβολή των «εργαστηρίων» σε πολιτικούς αγώνες του «συνδικάτου της ζωής». Μεγάλα ποσά που είναι προσανατολισμένα στην παρασιτική οικονομία μπορούν, με αγώνες, να διοχετευτούν στις προσπάθειες ενός νέου παραγωγικού κινήματος.

Ι)Δημιουργία πρότυπων φυτωρίων-κήπων για τη διατήρηση όσο το δυνατόν ντόπιου γενετικού υλικού όπως και η δημιουργία σχολείων, ακόμα και με απαίτηση προς τις αρχές, για την διάσωση και μετάδοση της «χαμένης» εμπειρίας.
Αυτά κι άλλα πολλά που είναι αδύνατον να αναφερθούν, μπορούν να αποτελέσουν σημεία του κεντρικού ζητήματος της παραγωγικής δημιουργίας. Οι όποιες ενστάσεις, αντιφάσεις και σοβαρά εμπόδια μπορούν να αμβλύνονται στο βαθμό που οι ίδιοι οι άνθρωποι του κινήματος δίπλα στην άμυνα που ήδη προτάσσουν, αυτοί και αυτές συνθέσουν, με την υπόθεση του βίου ως κοινωνικό παράδειγμα.

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή
Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από δώ ξυλοκόποι.

Μανόλης Αναγνωστάκης


ΓΚ
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.