Επιστροφή στον τροπικό του καρκίνου

Υπάρχουν βιβλία που ξεχειλίζουν γοητεία και χάρη. Βιβλία που σε συνεπαίρνουν με την πλοκή τους, ταυτίζεσαι με τους ήρωες τους, ταξιδεύεις ανέμελα κατά μήκος των σελίδων τους. Βιβλία που διαβάζεις μονορούφι για να δεις τι θα γίνει στην επόμενη σελίδα. Βιβλία ιδανικά για αναπόληση, πλούσια σε υψηλές ιδέες, σύντροφοι γλυκών εξομολογήσεων. Βιβλία των οποίων η ανάγνωση συνιστά ένα ταξίδι, μια υπόσχεση, μια απόδραση σε κόσμους μαγικούς.

Αυτό δεν είναι τέτοιο βιβλίο.

Αυτό δεν είναι βιβλίο που θα έκανες δώρο στον καθώς πρέπει φίλο σου, στην ηλικιωμένη θεία σου, στη μικρή σου ξαδέρφη, στο νοικοκύρη της διπλανής πόρτας ή σε μια ρομαντική, πονόψυχη ύπαρξη. Δεν είναι βιβλίο που θα συνιστούσε μέρος της διδακτέας ύλης στα σχολεία. Δε θα μετατρεπόταν σε πιασάρικες τηλεοπτικές διασκευές, ούτε θα διαφημιζόταν μεταξύ της σαπουνόπερας και των ειδήσεων, υπό τη συνοδεία μελιστάλαχτης μουσικής υπόκρουσης. Δεν είναι βιβλίο για το οποίο ένας λαός θα αισθάνεται «εθνικά υπερήφανος». Δεν είναι βιβλίο που υπηρετεί ιδανικά, ή εξυμνεί αρετές που δεν υπάρχουν – παρά φτύνει πάνω στα κουφάρια των αρετών που ψόφησαν.

Όπως εξάλλου γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας του: «Αυτό δεν είναι βιβλίο. Είναι ένας λίβελος, ένα κακολόγημα, η δυσφήμηση κάποιου ανθρώπου. Δεν είναι βιβλίο στην κανονική έννοια του όρου. Καθόλου. Δεν αποτελεί παρά μια παρατεταμένη διαρκή προσβολή, δεν αντιπροσωπεύει παρά μια ροχάλα εκσφενδονισμένη στο πρόσωπο της Τέχνης, μια κλωτσιά στα μαλακά των Θεών, του Ανθρώπου, της Μοίρας, του Χρόνου, της Αγάπης, της Ομορφιάς του καθετί, του οποιουδήποτε θελήσετε. Σκοπεύω να σας πω ένα τραγούδι, λίγο παράφωνα ίσως, αλλά θα το πω. Θα το πω ενώ εσείς θα κοάζετε και θα χορέψω πάνω στα βρώμικα σας πτώματα».

Ο συγγραφέας του ανήκε στη μαύρη λίστα των δημιουργών της εποχής του. Επί σχεδόν τριάντα χρόνια (μια γενιά ολόκληρη), τα έργα του ήταν απαγορευμένα στην πατρίδα του – τις ΗΠΑ. Τα θεωρούσαν «χυδαία» και «πορνογραφικά». Μα και όταν ακόμα κυκλοφόρησαν, χρειάστηκαν αλλεπάλληλες δικαστικές περιπέτειες – ούτε μία, ούτε δύο, μα συνολικά εξήντα δίκες, μέχρις ότου τα βιβλία του κατορθώσουν να κυκλοφορήσουν με την αυθεντική μορφή τους, χωρίς καμιά λογοκρισία. Το τίμημα της προσωπικής ελευθερίας ήταν για τον συγγραφέα δεκαετίες φτώχειας και ανυποληψίας.

Μα – για δες. Ο λόγος για έναν συγγραφέα που στα νιάτα του είχε λαμπρές ακαδημαϊκές προοπτικές και όχι μόνο. Κι όμως παράτησε το κολέγιο, άφησε πίσω την ασφάλεια του γάμου του και εγκατέλειψε τη χώρα του. Το Παρίσι ήταν ο προορισμός του· το Παρίσι του μεσοπολέμου, των μοναχικών μποέμ και της καλλιτεχνικής avante garde. Μα δεν ήταν ένα ρομαντικό Παρίσι αυτό – παρά ξεχείλιζε φτώχεια και πορνεία. Βρωμιά, σπέρμα και τέχνη πλημμύριζαν τους δρόμους. Ήταν το Παρίσι της δεκαετίας του 30 – έχοντας ζήσει πια τον Πόλεμο, ηθικά καταρρακωμένο, ιδεαλιστικά κενό, μια χοάνη ηδονών, μη πιστεύοντας πια σε τίποτα και σε κανέναν.

Ήταν το Παρίσι που έζησε ο Henry Miller. Ήταν το Παρίσι του «Τροπικού του Καρκίνου»
Μπρος στο Σηκουάνα



«Κοιτάζοντας το Σηκουάνα βλέπω λάσπη και μοναξιά, πνιγμένα φανάρια του
δρόμου, άντρες και γυναίκες που πεθαίνουν από ασφυξία, γιοφύρια φορτωμένα σπίτια, αληθινά σφαγεία του έρωτα».


«Για την ώρα δε σκέφτομαι τίποτα – εκτός του ότι είμαι ένας αισθηματίας μαχαιρωμένος από το θαύμα τούτων των νερών, που αντικαθρεφτίζουν έναν ξεχασμένο κόσμο. Σ’ όλο το μήκος της όχθης τα δέντρα γέρνουν βαριά πάνω από το μαυρισμένο καθρέφτη. Κάθε φορά που ο άνεμος σηκώνεται και τα γεμίζει μ’ ένα γουργουριστό ψιθύρισμα χύνουν κάποια δάκρυα και τρέμουν, ενώ το νερό στριφογυρίζει και πάει. Αυτό με κάνει να ασφυκτιώ και δεν υπάρχει μήτε ένας άνθρωπος που να μπορέσω να του μεταδώσω ένα σπειρί των όσων αισθάνομαι».

Τριάντα χρόνια. Τόσα χρειάστηκε μέχρι να λάβουν τα βιβλία του Χένρυ Μίλερ το πράσινο φως. Όταν κυκλοφόρησε πρώτη φορά στη Γαλλία ο «Τροπικός του Καρκίνου» ο Μίλερ ήταν περίπου 40 χρονών. Όταν ο αγγλόφωνος κόσμος μπόρεσε επιτέλους να διαβάσει το βιβλίο, μα και τα υπόλοιπα έργα του (τον «Τροπικό του Αιγόκερω», τη «Μαύρη Άνοιξη», την τριλογία “Sexus”, “Plexus” και “Nexus”) ο Μίλερ ήταν 70. Μια ζωή.

Και για ποιο λόγο απαγορεύτηκε; Γιατί θεωρήθηκε «πορνογραφικό». Γιατί μιλούσε ανοιχτά για το σεξ, χωρίς περιστροφές. Γιατί η γλώσσα του δεν περιελάμβανε κανέναν εξωραϊσμό, καμιά εξιδανίκευση, κανένα σεμνότυφο πέπλο. Γιατί περιείχε λέξεις-ταμπού που θεωρούνταν «μη-εκτυπώσιμες» στις αγγλόφωνες χώρες. Γιατί οι χαρακτήρες του δε χωρούσαν σε πρότυπα ηθικής, μήτε παρείχαν παραδείγματα προς μίμηση. Γιατί παρουσίαζε ανθρώπους που ζούσαν σαν ψύλλοι στη βρώμικη καμπούρα της κοινωνίας. Και εξέταζε τους ψύλλους με μεγεθυντικό φακό, λέγοντας «αυτό είστε!».

Με άλλα λόγια, απαγορεύτηκε γιατί παρουσίαζε την ωμή πραγματικότητα, ιδωμένη υπό το πρίσμα του συγγραφέα, όπως τη βίωνε βαθιά μες στο πετσί του· μέρα με τη μέρα, επιβιώνοντας, χωρίς να ξέρει τι του ξημερώνει την επόμενη.
«Αύριο ξεκινώ με το βιβλίο για το Παρίσι», είχε πει ο Μίλερ λίγο πριν καταπιαστεί με το γράψιμο του «Τροπικού». Και από την αρχή ήξερε τον εκφραστικό δρόμο που θα ακολουθούσε: «Πρώτο πρόσωπο, χωρίς λογοκρισία, χωρίς φόρμα, να γαμηθούν όλα!», ήταν τα λόγια του. Να γαμηθούν οι λογοτεχνικές συμβάσεις, να γαμηθούν οι κώδικες ευπρέπειας, να γαμηθούν οι φόρμες και οι αναλογίες, να γαμηθούν οι κατάλληλοι εκφραστικοί τρόποι, να γαμηθούν οι αρμόζουσες τεχνικές γραφής, να γαμηθούν οι ηθικές, να γαμηθούν οι παραδοσιακές αξίες, να γαμηθούν όσοι προσβάλλονται εύκολα, να γαμηθούν όσοι γράφουν ανελεύθερα – όσοι διαβάζουν ανελεύθερα. Και αν οι κριτικοί και σήμερα αντιμετωπίζουν τους «Τροπικούς» ως αμφιλεγόμενα δείγματα γραφής – ας γαμηθούν και αυτοί. Γιατί υπάρχουν βιβλία που γράφονται με σύνεση και οργάνωση… Και υπάρχουν βιβλία που γράφονται με πνεύμα ξέχειλο σαν σπέρμα σε ορθάνοιχτα αιδοία, αναβλύζοντα πύρινα υγρά, ωκεανοί δημιουργικής ελευθερίας.

Στη Γαλλία δεν υπήρχαν οι περιορισμοί που συναντούσε στην πατρίδα του. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που αποφάσισε να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ – μαζί και τη γυναίκα του, την οποία ουκ ολίγες φορές έφτασε να μνημονεύει νοσταλγικά στις σελίδες του βιβλίου. Το τίμημα της δημιουργικής ελευθερίας ήταν η φτώχεια και η περιφρόνηση στη χώρα του. Ήταν 1948 όταν η εκδοτική εταιρεία Penguin πρότεινε στο Μίλερ μια έκδοση του βιβλίου του σε λογοκριμένη εκδοχή – ο Μίλερ αρνήθηκε. Όπως αρνήθηκε δέκα χρόνια μετά να πουλήσει τα κινηματογραφικά δικαιώματα του έργου του στον Στάνλεϋ Κιούμπρικ, προκειμένου να γυριζόταν σε ταινία, φοβούμενος πως μια κινηματογραφική εκδοχή θα πετσόκοβε το βιβλίο, αφαιρώντας όλα τα επίμαχα σημεία του. Μπορεί να ήταν Κιούμπρικ αυτός, μα δεν έπαυαν να ισχύουν οι νόμοι της κοινωνίας του θεάματος – και ήμασταν ακόμα στη δεκαετία του 50. Έπρεπε να εισέλθουμε στον αναζωογονητικό, απελευθερωτικό αέρα της δεκαετίας του 60, για να κατορθώσει επιτέλους το βιβλίο (μαζί με τα υπόλοιπα έργα του) να λάβει το πράσινο φως της έκδοσης. Τριάντα χρόνια μετά.
Από νωρίς ωστόσο κέρδισε μια ιδιόμορφη αναγνώριση· η γηραιά, πολύπειρη Ευρώπη ήταν έτοιμη για το έργο του. Έτσι λοιπόν ο «Τροπικός του Καρκίνου» σημείωσε μεγάλη επιτυχία όταν κυκλοφόρησε, στη Γαλλία και αλλού – μπορεί η Αμερική να του γύρισε τις πλάτες, μα η Ευρώπη τον αγκάλιασε. Μόνη εξαίρεση υπήρξε η Αγγλία, στην οποία το βιβλίο δεν κυκλοφορούσε, ή κυκλοφορούσε στα κρυφά, με παραπλανητικό εξώφυλλο. Κι όμως, λίγα μόλις χρόνια πριν τον «Τροπικό του Καρκίνου» ένας Άγγλος συγγραφέας, ο D.H. Lawrence, είχε γράψει υπό ανάλογες συνθήκες αποδοκιμασίας ένα ακόμα βιβλίο που χρειάστηκε χρόνια μέχρι να εκδοθεί χωρίς λογοκρισία – ο λόγος για τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι». Το βιβλίο του Λώρενς υπήρξε και το πρώτο αγγλόφωνο βιβλίο που περιελάμβανε τυπωμένες λέξεις όπως «γαμήσι» ή «μουνί». Και στάθηκε σημαντική επιρροή για τον Μίλερ, όπως είχε σταθεί ένα ακόμα αμφιλεγόμενο (μα τόσο σπουδαίο έργο): ο «Οδυσσέας» του Τζέιμς Τζόυς.

Μα αν ο κόσμος του «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι» παραμένει ένας κόσμος γλυκού αισθησιασμού, εκείνος του Μίλερ είναι ένας κόσμος σε ερείπια. Δεν υπάρχουν περιθώρια για ιδανικά στον «Τροπικό του Καρκίνου». Η αλήθεια παρουσιάζεται ξεγυμνωμένη, όμοια με τα άφθονα γυμνά κορμιά των πουτάνων που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου. Κορμιά διάπυρα, ξαναμμένα, βρώμικα, πεταμένα. Τόσα κορμιά, τόσες πουτάνες – που μια μερίδα θιγμένου κόσμου έφτασε να χαρακτηρίσει ως «μισογυνικό» το περιεχόμενο του έργου. Μα αυτή ήταν η πραγματικότητα που ο ίδιος ο Μίλερ ζούσε τα χρόνια εκείνα. Κανένας αγνός έρωτας – μόνο σκορπισμένα σώματα, ερεθισμένα, χιλιοπαρμένα, ανταλλάξιμα – κι όμως, ποθητά και ίσως μάλιστα ερωτεύσιμα.


Δυο πουτάνες

 «Η Κλωντ είχε συνείδηση και ψυχή κι ήταν εκλεπτυσμένη, πράγμα κακό για
πόρνη. Σ’ άφηνε πάντα την αίσθηση μιας πίκρας και σου ‘δινε – ασυνείδητα βέβαια – την εντύπωση πως ήσουν ένας ακόμα από εκείνους που όρισε η μοίρα να την καταστρέψουν. Λέω ασυνείδητα, γιατί η Κλωντ φυσικά ήταν το τελευταίο πρόσωπο στον κόσμο που θα μπορούσε να σου εμπνεύσει ηθελημένα παρόμοιες σκέψεις. Ήταν πάρα πολύ λεπτή, πάρα πολύ ευαίσθητη, για να κάνει κάτι τέτοιο. (…) Χωρίς άλλο κείνα τα τρομερά λόγια του Λουί-Φιλίπ της έρχονταν γάντι: «Και έρχεται τέλος κάποια στιγμή που όλα έχουν τελειώσει και που έχουν περάσει αποπάνω μας τόσα σώματα που δεν έχουμε πια τη δύναμη να σταθούμε όρθιες και να νιώθουμε τις σάρκες μας να κρέμονται πάνω μας, σαν κουρέλια, μασημένες θαρρείς απ’ όλα τα στόματα».

Αντίθετα η Ζερμαίν ήταν γεννημένη πόρνη. Ήταν απόλυτα ικανοποιημένη μ’ αυτό που έκανε, στην πραγματικότητα τη διασκέδαζε και δε στενοχωριόταν παρά για μικροπράγματα, όταν ας πούμε την πονούσε το στομάχι της ή έλιωναν τα παπούτσια της κι έπρεπε να πάρει καινούργια. Τίποτα δεν περνούσε μέσα της, τίποτα δεν της δημιουργούσε αγωνία. Πλήξη. Αυτό ήταν το πιο τρομερό συναίσθημα που μπορούσε να αισθανθεί. (…) Ένας άντρας! Να τι την έκανε ν’ αναστενάζει. Ένας άντρας με κατιτί ανάμεσα στα πόδια του, που μπορούσε να την γαργαλίσει, να την κάνει ν’ ανατριχιάσει από έκσταση, να την κάνει να φουχτώσει τον φουντωτό της θάμνο και με τα δυο της χέρια, χαρούμενα, καυχησιάρικα, περήφανα, γεμάτη με την αίσθηση πως επικοινωνούσε με την ίδια τη ζωή. Ήταν το μόνο ζωντανό της μέρος – αυτό το πράμα εκεί κάτω χαμηλά – που πάνω του γαντζωνόταν και με τα δυο της χέρια.
Αργότερα, όταν τα ‘μπλεξα με την Κλωντ και την έβλεπα να κάθεται τα βράδια στη συνηθισμένη της θέση, με το μικρό, στρογγυλό πισινό της όμορφα βολεμένο στο μαλακό, βελούδινο καναπέ, ένιωθα να επαναστατώ. Μου φαινόταν πως μια πόρνη δεν έχει δικαίωμα να κάθεται έτσι, σαν κυρία, περιμένοντας ντροπαλά τον πελάτη, πίνοντας αργά-αργά τη σοκολάτα της και ποτέ οινόπνευμα.  Η Ζερμαίν ήταν καταφερτζού. Δεν περίμενε να την πλησιάσεις. Έβγαινε και σε τσάκωνε. Θυμάμαι πολύ καλά τις τρύπες στις κάλτσες της και τα ξεκοιλιασμένα της παπούτσια. Θυμάμαι ακόμα πως στεκόταν μπρος στο μπαρ και με τι θαρραλέο και τυφλό τρόπο κατέβαζε το αλκοόλ στο στομάχι της, αδιάφορο αν θα το ξερνούσε την άλλη κιόλας στιγμή. (…) Όταν βρισκόταν ξαπλωμένη, αναστενάζοντας, με τα πόδια ανοιχτά, ακόμα και αν αναστέναζε για κάτι άλλο ή για κάποιον άλλο, έκφραζε πάντα το σωστό συναίσθημα της στιγμής. Δε ξεχνιόταν κοιτάζοντας το ταβάνι ή μετρώντας τους κοριούς πάνω στις κουβέρτες. Ήταν παρούσα, συμμετείχε, μιλούσε λέγοντας όλα εκείνα που αρέσουν σ’ έναν άντρα ν’ ακούει, όταν αγκαλιάζει μια γυναίκα.

Αντίθετα η Κλωντ… Αυτή διατηρούσε ένα είδος ευαισθησίας ακόμα κι όταν χωνόταν κάτω απ’ τα σκεπάσματα μαζί σου. Αυτή η ευαισθησία της με πρόσβελνε. Μια ευαίσθητη πόρνη δεν αρέσει σε κανέναν. Τι διάβολο! Έφτανε σε σημείο να σου γυρεύει να γυρίσεις το κεφάλι σου την ώρα που πλενόταν στον μπιντέ. Λάθος. Όταν ένας άντρας καίγεται από πόθο θέλει να βλέπει, να βλέπει τα πάντα, ακόμα και πως κατουράνε. Και μολονότι είναι ωραίο να σκέφτεσαι πως μια γυναίκα έχει μυαλό, η φιλολογία που προέρχεται από το ουδέτερο κορμί μιας πόρνης είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται να κάνεις έρωτα. Η Ζερμαίν πατούσε γερά στην πραγματικότητα. Αμαθής και ζωτική, υπηρετούσε ταυτόχρονα την ψυχή και το σώμα. Ήταν πόρνη πέρα για πέρα, και στην ψυχή και στο σώμα, και αυτό ήταν η αρετή της».

Άλλες δυο πουτάνες 

«Το πρόβλημα με την Ιρέν είναι ότι αντί για αιδοίο έχει μια βαλίτσα. Θέλει απλώς καλοστολισμένα μαραφέτια, για να τα σαβουρώσει μέσα στη βαλίτσα της. Της αρκεί να ‘ναι πελώρια και παράδοξα. 

Αντίθετα, η Λόνα είχε αυτό που λέγεται αιδοίο, στην κυριολεξία. (…) Η Λόνα είναι μια άγρια γαϊδούρα που οσμιζόταν στον αέρα την ηδονή. Το ‘κανε αδιάκοπα και παντού, καμιά φορά ακόμα και μέσα στους τηλεφωνικούς θαλάμους ή στους καμπινέδες. (…) Χρησιμοποιούσε κεριά, ρωμαϊκές λαμπάδες, πόμολα της πόρτας. Σ’ ολόκληρη τη χώρα δεν υπήρχε μήτε ένα πέος αρκετά μεγάλο που να της φτάνει.  Οι άντρες μπαίναν μέσα της και κουλουριάζονταν. (…) Πελώρια, παράξενα μαραφέτια. Μια βαλίτσα χωρίς λουριά. Μια τρύπα χωρίς κλειδί. Είχε γερμανική γλώσσα, γαλλικά αυτιά, ρώσικο πισινό. Και το αιδοίο της διεθνές».
Μποέμικη ζωή, χαοτική γραφή, ελεύθερος άνεμος

  
Ένα από τα χαρακτηριστικά της γραφής του Μίλερ είναι η δυσκολία ένταξής της σε ένα ορισμένο – οποιοδήποτε – πλαίσιο. Ο «Τροπικός του Καρκίνου» συνιστά εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο, εν μέρει δοκίμιο πάνω σε φιλοσοφικά και κοινωνικά ζητήματα, εν μέρει εξιστόρηση επεισοδίων (σκόρπιων, χωρίς απαραίτητη συνοχή μεταξύ τους), εν μέρει ελεύθερος συνειρμός (βαθιά επηρεασμένο από τον Τζόυς και τον λογοτεχνικό μοντερνισμό), εν μέρει ποιητικό-συμβολικό έργο, εν μέρει ρεαλιστικό και τελικά – όλα αυτά μαζί και τίποτα από αυτά. Βρισκόμαστε καταμεσής της εποχής της πρωτοπορίας – στη λογοτεχνία, στις τέχνες, παντού. Και μάλιστα στον πυρήνα της, το Παρίσι, το μέρος που προσέλκυε τους ανήσυχους δημιουργούς σαν τις μύγες. Ο ίδιος ο Μίλερ ζούσε τα χρόνια εκείνα παρέα με διάφορους άλλους εξόριστους καλλιτέχνες, επίδοξους και μη, κάνοντας μια μποέμικη ζωή, στην καρδιά του παρισινού avant garde – μα και στο περιθώριο της αστικής κοινωνίας. Μια κοινωνία που ο Μίλερ περιφρονούσε βαθιά, εντός της οποίας όμως αναγκαζόταν να ζει – και για διαστήματα να εργάζεται, όπως μας περιγράφει στις σελίδες του βιβλίου.

“Όταν σκέφτομαι όλες αυτές τις χιλιάδες – άντρες και γυναίκες – που κινούνται άσκοπα μες στους τοίχους των σπιτιών τους πασχίζοντας ν' απομονωθούν, να προστατευτούν για λίγες έστω ώρες, νιώθω να με κυριεύει τρόμος και ίλιγγος σαν λογαριάζω πόσες τραγικές ικανότητες περικλείουν τα αδύνατα κορμιά τους. Πίσω απ' τους γκρίζους τοίχους οι ανθρώπινες σπίθες ενεδρεύουν αδιάκοπα, πάντα άγρυπνες, κι ωστόσο καμιά πυρκαγιά δεν ξεσπάει ποτέ. Πρόκειται άραγε γι' αληθινούς άντρες και γι' αληθινές γυναίκες, με σάρκα και κόκαλα, ή μήπως τα όντα τούτα δεν είναι παρά μαριονέτες που κινούνται οδηγημένες από αόρατους σπάγκους; Είναι ελεύθεροι να κινηθούν και να πάνε όπου θέλουν, κι όμως δεν έχουν πού να πάνε, μπορούν να περιπλανηθούν και ν' αλητέψουν κατά το κέφι τους, κι όμως δεν το κάνουν μη ξέροντας να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους. Ίσαμε τώρα κανένα απ' τα όνειρά τους δεν πραγματοποιήθηκε, δεν έχουν καν όνειρα, και δεν βρέθηκε μήτε ένας αρκετά ελαφρύς, αρκετά τολμηρός κι ανοιχτόκαρδος, για ν' αποφασίσει να εγκαταλείψει τη γη και ν' ανοιχτεί στον αδέσμευτο αγέρα. 

Οι αετοί που πετούν πλαταγίζοντας τις πελώριες παντοδύναμες φτερούγες τους, συχνά πέφτουν και συντρίβονται πάνω στη γη, τρομάζοντάς μας με το φτεροκόπημά τους. Ω! Αετοί του μέλλοντος, μείνετε πάνω στη γη. Οι ουρανοί έχουν πια εξερευνηθεί κι είναι ολότελα αδειανοί, κι ό,τι βρίσκεται κάτω απ' τη γη είναι κι αυτό ολότελα άδειο, γιομάτο μονάχα από σκιές και κόκαλα. Μείνετε πάνω στη γη και κολυμπήστε για μερικές εκατοντάδες χρόνια ακόμα”.
Το Παρίσι που μας περιγράφει ο Μίλερ ξεχειλίζει μια σχεδόν αρρωστημένη γοητεία, ακόμα και μέσα στη βρωμιά, ακόμα και μες στην παρακμή του.

«Πόσο πιο βολικά ήταν εκεί κάτω, στο εστιατόριο του Σταθμού του Σαιν Λαζάρ, που βρομούσε φτηνό ψημένο κρέας και τα κατώφλια του ήταν γεμάτα πόρνες που ψωνίζονταν και μπορούσες να βρεις μια μποτίλια φτηνό μεταλλικό νερό πάνω σε κάθε τραπεζάκι. Ένα κύμα σπέρματος πλημμύριζε τ’ αυλάκια των δρόμων».

Μπορούμε να καταλάβουμε τι ήταν εκείνο που καθιστά το Παρίσι των καιρών εκείνων γοητευτικό στα μάτια μας – όπως ήταν γοητευτικό και στον ίδιο τον συγγραφέα, παρά την καθημερινή παρακμή που βίωνε. Ήταν εκείνος ο δημιουργικός και συνάμα σεξουαλικός αέρας (μπολιασμένος με μικρόβια, που σαν μπογιά κολλούσαν στον καμβά της εποχής), ήταν η αίσθηση πως βρίσκεσαι στην παλλόμενη καρδιά του κόσμου – στον ομφαλό της γης, στα ιστορικά εκείνα χρόνια της δεκαετίας του 20 και του 30, που τόσο εμπότισαν το φαντασιακό των επομένων δεκαετιών, μέχρι σήμερα.

«Ελεύθερος από καθετί περιπλανιόμουν, όπου μου κάπνιζε, σαν τον ψύλλο, μαζεύοντας κάπου-κάπου από κάτω τις γόπες των τσιγάρων, άλλοτε κρυφά κι άλλοτε φανερά, ή καθισμένος σ’ έναν μπάγκο έσφιγγα την κοιλιά μου πασκίζοντας έτσι να καταπολεμήσω τη λιγούρα, ενώ άλλες φορές σεργιάνιζα ανέγνοιαστος στον κήπο του Τουιλερί, παθαίνοντας στύση στη θέα των γυμνών αγαλμάτων. Κι ήταν ακόμα βραδιές που περιπλανιόμουν ατελείωτα στις όχθες του Σηκουάνα, ξετρελαμένος κυριολεκτικά από την ομορφιά που με περικύκλωνε, την ομορφιά των δεντροστοιχιών και των τσακισμένων εικόνων που έστελνε το αντικαθρέφτισμα του ποταμού, απ’ το φουρφουρητό του ρεύματος που κυλούσε κάτω από το αχνό φως των γεφυριών κι απ’ τον ύπνο των γυναικών που κοιμόνταν στα κατώφλια, πάνω σ’ εφημερίδες κάτω από τη βροχή».
Σε σημεία του βιβλίου δε παραλείπει τις συγκρίσεις με τη γενέτειρά του – την Αμερική. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αποσπάσματα αφορά το περίφημο «αμερικανικό όνειρο».

“Όσο ήμουν στην Αμερική μου ήταν αδύνατο να φανταστώ πως η ιδανική θέση για έναν άνθρωπο της ιδιοσυγκρασίας μου θα ήταν αυτή εδώ η ήσυχη θέση του διορθωτή των ορθογραφικών λαθών, γιατί εκεί κάτω κάνουν τέτοιο νταβαντούρι μιλώντας για επιτυχία, ανάδειξη, διάκριση, που καθένας σκέφτεται πως το μόνο πράγμα που αξίζει στον κόσμο είναι να γίνει Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και τίποτ' άλλο. Έτσι ο καθένας εκεί κάτω είναι πρόεδρος υπό κατασκευήν. Όμως εδώ είναι αλλιώτικα, εδώ όλοι είναι μηδενικά και το να γίνεις κάτι ή κάποιος αποτελεί σύμπτωση, θαύμα ή δυστύχημα. (...) Όμως γι' αυτό ακριβώς, επειδή οι πιθανότητες είναι εναντίον σου, επειδή οι ελπίδες σου είναι ελάχιστες, το να ζεις εδώ πέρα είναι αληθινή απόλαυση. Μέρα με τη μέρα. Ούτε χθες, ούτε αύριο”.

Ναι, ζούσαν φτωχοί στο Παρίσι, παλεύοντας με την ίδια τους την επιβίωση – κόντρα στους καλοβαλμένους αστούς που τους περιτριγύριζαν, κόντρα στον κόσμο της παράδοσης και της υποκρισίας.

«Είναι σκληρό να μην ξέρεις που θα κοιμηθείς ή που θα δουλέψεις, γιατί αν μπορείς να κοιμηθείς οπουδήποτε, δεν μπορείς βέβαια να γράψεις οπουδήποτε. Ακόμα κι αν αυτό που γράφεις δεν είναι αριστούργημα, κι ακόμα και για μιας κακής νουβέλας το γράψιμο, χρειάζεται μια καρέκλα για να καθίσεις κι ένα δωμάτιο για να απομονωθείς. Όμως αυτές οι πλούσιες μεγαλοκυράδες δε σκέφτονται ποτέ τέτοια πράγματα, δεν τις απασχολούν καν, μιας και κάθε φορά που θα θελήσουν να χαμηλώσουν τα μαλακά πισινά τους, βρίσκεται πάντα μια καρέκλα έτοιμη να τα δεχτεί».

Σε μια πραγματικότητα σαν αυτή, το σεξ αποτελούσε διέξοδος, ανάσα και ανάγκη. Μα δεν ήταν το σεξ της πρέπουσας ηθικής αυτό.

“Η μαύρη ήταν στ' αλήθεια η βασίλισσα του χαρεμιού. Έφτανε να την κοιτάξεις για να πάθεις στύση. Τα μάτια της φαίνονταν να κολυμπούν μέσα σε σπέρμα, κι ήταν τόσο μεθυσμένη που δεν έφερνε αντίσταση, ό,τι κι αν της ζητούσες. Καθώς ανεβαίναμε τη στενή σκάλα δεν μπόρεσα ν' αντισταθώ στον πειρασμό κι έχωσα το χέρι μου ανάμεσα στα μπούτια της, χαϊδεύοντας το πράμα της.”
Από τη μία το έργο κατακρινόταν ως «χυδαίο»… και από την άλλη άφθονοι κριτικοί απέρριπταν το «ανοργάνωτο, χαοτικό του ύφος». Εκείνο που δε μπορούσαν όμως να δουν όσοι κατέκριναν τα έργα του Μίλερ, είτε από ηθική σκοπιά, είτε από λογοτεχνική σκοπιά… ήταν πως, στην ουσία, η «χυδαιότητά» και η «ανοργανωσιά» τους δεν ήταν παρά αναγκαίο συμπλήρωμα του ρεαλισμού τους. Υπήρχαν οι πόρνες, υπήρχε η αμφίβολη ηθική… υπήρχε ένας λόγος ακατάστατος σε σημεία, πέρα από φόρμες και λογοτεχνικούς κανόνες… Μα υπήρχε και το καθημερινό άγχος της επιβίωσης. Υπήρχε και η τέχνη της πρωτοπορίας – και η ελευθερία. Πρόκειται για έργα γυμνά και – ως τέτοια – αληθινά, που καθρεπτίζουν αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα της εποχής τους.

Και σ’ έναν κόσμο άρρωστο, έναν κόσμο σε εμμονή με το παρελθόν του και σε μόνιμο φόβο για το μέλλον του… ο συγγραφέας πατούσε γερά στο παρόν. Το ξεγυμνωμένο εκείνο παρόν που ζούσε. Ένιωθε ελεύθερος – υγιής.


«Δε δίνω δυάρα για το τι υπάρχει πίσω μου, ή για το τι βρίσκεται μπροστά μου. Είμαι υγιής. Αθεράπευτα υγιής. Ούτε λύπες, ούτε τύψεις, ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον. Το παρόν μου αρκεί. Από μέρα σε μέρα. Το σήμερα. Το ωραίο σήμερα».

Το Φάντασμα στη Μηχανή 

Το σεξ στον κόσμο του Χένρυ Μίλερ απέχει πολύ από εκείνο για τον οποίο τον κατηγόρησαν οι συντηρητικοί επικριτές του, μα και ορισμένες «φεμινίστριες». Οι γυναίκες δεν ήταν απλά σκεύη ηδονής, ούτε το σεξ μια μηχανική διαδικασία – κάθε άλλο. Αξίζει να παραθέσουμε το ακόλουθο απόσπασμα, όπου ο συγγραφέας παρακολουθεί έναν φίλο του, στη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης με μια πόρνη.

“Καθώς παρακολουθώ τον Βαν Νόρντεν να κάνει έρωτα με τη γυναίκα, έχω την εντύπωση πως παρακολουθώ τη λειτουργία μιας ξεχαρβαλωμένης μηχανής με χαλασμένα γρανάζια και πως αν τους άφηνε κανένας θα ξακολουθούσαν έτσι χωρίς τελειωμό, ώσπου κάποιος να τους κόψει το ρεύμα. Το θέαμα που παρουσιάζουν, ο ένας πάνω στον άλλο, όμοιοι με δυο κατσίκες, χωρίς να δονούνται από το παραμικρό πάθος ή πόθο, πασκίζοντας ασταμάτητα, χωρίς λόγο, μόνο και μόνο γιατί υπάρχει το θέμα των δεκαπέντε φράγκων, σαρώνει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα απομέσα μου, αφήνοντάς με έρμαιο στα χέρια της πιο απάνθρωπης περιέργειας. (...) Κάθομαι σε μια καρέκλα ακριβώς πίσω του και παρακολουθώ τη διαδικασία χωρίς συγκίνηση με ψυχρό, σχεδόν επιστημονικό μάτι. Είναι σαν να παρακολουθώ κάποια απ' αυτές τις τρελές λινοτυπικές μηχανές των εφημερίδων που βγάζουν στην αράδα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια, τρισεκατομμύρια αντίτυπα, όλα τα ίδια, όλα με τους ίδιους χτυπητούς, ανόητους, χωρίς σημασία τίτλους. Όμως ακόμα και αυτές οι τρελές μηχανές φαίνονται πιο λογικές σε σύγκριση με την ανθρώπινη μηχανή, που την λειτουργία της την παρακολουθώ τη στιγμή αυτή.

Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου, μα καθόλου, μήτε για τον Βαν Νόρντεν, μήτε για την κοπέλα. Ακόμα κι αν μπορούσα να παρακολουθώ ταυτόχρονα όλες τις συνουσίες που γίνονται στον κόσμο την ώρα τούτη, θα εξακολουθούσα να παραμένω το ίδιο αδιάφορος. Δε θα μου 'κανε περισσότερη εντύπωση απ' όσο μια δυνατή βροχή ή μια έκρηξη ηφαιστείου. Όταν η συνουσία γίνεται χωρίς πάθος, δε βλέπω στην πράξη αυτή καμιά ανθρωπιά. Είναι πιο ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς μια μηχανή.”

Έρωτας, Συνείδηση και Χάος 

Το σεξ για τον Μίλερ συσχετίζεται με μια μορφή συνείδησης, μια πύλη
δημιουργίας. Πέρα από ασώματα πνεύματα, μακριά από ανήδονες ψυχές. Κορμί και πνεύμα είναι ένα – η ένωση τους συμβολίζει μια απόπειρα εναγκαλισμού της φύσης και του κόσμου, ο οργασμός τους μια δίψα για ζωή και ελευθερία. Και τα ξεγυμνωμένα κορμιά, οι χυδαίες φράσεις, οι πρόστυχες λέξεις… αυτά συνιστούν το χώμα πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο σπόρος. Η λάσπη. Υγρή και μαλακή, το μουνί της γης που μέσα του σμίγει ο ουρανός.

Μα κάτω από τη γη βρίσκεται το χάος – και η γυναίκα στέκεται ανάμεσά τους – ανάμεσα στο χώμα και το χάος, κενό που χάσκει, τρομακτικό και ελκυστικό συνάμα.

«Ο κόσμος ολόγυρά μου διαλύεται, αφήνοντας εδώ κι εκεί σκόρπιες κηλίδες χρόνου. Ο κόσμος είναι ένας καρκίνος που αυτοκατασπαράζεται… Αναλογίζομαι πως όταν η μεγάλη σιωπή κατασκεπάσει τα πάντα, τότε επιτέλους θα θριαμβεύσει η μουσική. Όταν το καθετί ξαναχωθεί μες στη μήτρα του χρόνου, το χάος θ’ αντικατασταθεί και το χάος είναι η παρτιτούρα που πάνω της γράφεται η πραγματικότητα. Και συ, Τάνια, δεν είσαι παρά το χάος μου. Γι’ αυτό και τραγουδώ, είναι ο κόσμος που πεθαίνοντας ξεσκίζει το πετσί του χρόνου».

Κόντρα στη βιομηχανοποίηση και την αστικοποίηση του κόσμου, η γυναίκα συμβολίζει την αρχέγονη φύση, τη μήτρα των πάντων. Μια φύση που δε γνωρίζει άλλο νόμο, από εκείνο της αιώνιας κίνησης – της φθοράς και της γέννησης, το βάραθρο της καταστροφής, η πηγή της δημιουργίας. Το αέναο γιν, στην κυκλική του κίνηση με το γιανγκ. Το ποτάμι που ρέει χωρίς σταματημό, το υγρό που ξεχειλίζει στους κόλπους της. Κι ενώ χιλιάδες πύρινοι ήλιοι εκστασιάζονται στο άγγιγμά της, κι ενώ τ’ αστέρια εκσπερματώνουν, περιλούζοντας το χώμα της με φως.
“Τα πάντα περιλαμβάνονται και περικλείονται σ' ένα μονάχα δευτερόλεπτο, αδιάφορο αν τα χρησιμοποιούμε ή όχι. Η γη δεν είναι ένα αιχμηρό υψίπεδο υγείας και άνεσης, αλλά μια τεράστια θηλυκιά με βελουδένιο κορμό, που ξαπλωμένη ράθυμα κάτω απ' τα πόδια μας αρμενίζει σκαμπανεβάζοντας πάνω στα κύματα του ωκεανού, κι ανατριχιάζει κάτω απ' το διπλό διάδημα του ιδρώτα και της αγωνίας. Ολόγυμνη και παντοδύναμη κυλά ανάμεσα στα σύννεφα, λουσμένη απ' το μενεξεδένιο φως των άστρων. Λάμπει ολόκληρη από φρενιασμένη μανία και ταξιδεύει ανάμεσα στις εποχές και τα χρόνια, μαστιγωμένη απ' το ακατανίκητο παράγγελμα που δεν παύει να της φωνάζει: “Προχώρει”, κάνοντας τον κορμό της να τρέμει από παροξυσμό μανίας που ξεσκίζει τα αράχνινα δίχτυα των ουρανών, και δεν αργεί να υποκύψει στις στροφές του άξονά της, δονούμενη από ρίγη ηφαιστείου. Άλλοτε πάλι μοιάζει με μια ελαφίνα πιασμένη στην παγίδα, που περιμένει με χτυποκάρδι την ώρα που θα σημάνουν τα κύμβαλα και τα γαβγίσματα των σκυλιών που θα υψωθούν απειλητικά στον αγέρα. 

Μίσος και αγάπη και απελπισία και έλεος, μανία και αηδία! Τι σημασία έχουν όλα αυτά για έναν εκπορνευμένο πλανήτη; Κι ακόμα, ποια σημασία μπορεί να έχουν οι πόλεμοι και οι αρρώστιες, η σκληρότητα κι ο τρόμος, όταν η νύχτα προσφέρει την έκσταση μυριάδων εκτυφλωτικών ήλιων; Όχι, αυτό το άχυρο που μασουλίζουμε στον ύπνο μας δεν είναι παρά η ανάμνηση των δοντιών του φιδιού και του κατακλυσμού των αστερισμών.”

Εδώ νομίζω πως δένει και το ακόλουθο απόσπασμα – από εκείνα που συνέβαλαν στην απαγόρευση του έργου και του χάρισαν τον χαρακτηρισμό «πορνογραφία».

“Ω, Τάνια, που είναι το φλεγόμενο αιδοίο σου, κείνες οι χοντρές, βαριές ζαρτιέρες σου, εκείνα τα απαλά, τα παχουλά μεριά σου; Έχω ένα κόκαλο στο πέος μου μακρύ έξι ίντσες. Θα μπορούσα να ισιώσω μ' αυτό όλες τις ζάρες του αιδοίου σου και να τις γεμίσω σπέρμα. (...) Έχω φαρδύνει κάμποσο το πράμα σου. Του 'χω σιδερώσει τις πιέτες. Μετά από μένα μπορεί να χωρέσει άλογα, ταύρους, κριάρια, κύκνους, σκύλους του Αγίου Βαρθολομαίου. Μπορείς να σωριάσεις μέσα του βατράχους, σαύρες, νυχτερίδες, μέχρι που να ξεχειλίσει ο πισινός σου. (...) Σε πηδώ, Τάνια, με τέτοιο τρόπο που να μείνεις πηδημένη για πάντα.”

Κι όμως – το φλεγόμενο αιδοίο της Τάνιας δεν είναι άλλο από το διάπυρο βάραθρο της γης που ζέχνει, σκορπώντας φλόγες και αναστεναγμούς.


Anais Nin – η Μούσα του Miller

H Τάνια θα μπορούσε να είναι η Αναΐς Νιν. Ήταν η γυναίκα που συμπαραστάθηκε όσο καμία άλλη στο Μίλερ, ήταν εκείνη που στήριξε το δημιουργικό του όραμα και συνέβαλε καθοριστικά στη χρηματοδότηση της έκδοσής του. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως χρωστάμε στη Νιν τον «Τροπικό του Καρκίνου».

Ήταν επίσης ερωμένη του Μίλερ – μούσα του και σεξουαλική σύντροφος ζωής. Υπήρξε εξάλλου συγγραφέας η ίδια, με το “Delta of Venus” να συνιστά ένα από τα κλασικότερα έργα της ερωτικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Ήταν ο έρωτας ιδωμένος πλέον από την πλευρά της γυναίκας, παραδομένος σε μια εποχή περισσότερο απελευθερωμένη. Μια εποχή που μπόρεσε να δει υπό διαφορετικό πρίσμα το έργο του Μίλερ και να το αγαπήσει – όπως τον αγάπησε η ίδια.

Πέρα απ’ το Μηδέν 
  
Ο κόσμος του Μίλερ ήταν ο ευρωπαϊκός κόσμος του Μεσοπολέμου. Ας μη ξεγελιόμαστε από την αμερικανική καταγωγή του συγγραφέα – το έργο του ζέχνει μυρωδιά από Παρίσι, ιδρωμένα σώματα και τέχνη. Πρόκειται για έργο γραμμένο στην Ευρώπη, αναπνέοντας τον αέρα της Ευρώπης και ως τέτοιο – έργο ευρωπαϊκό. Και ο κόσμος αυτός, ανάμεσα σε δυο πολέμους, ήταν ένας κόσμος σε διάλυση.

‘Εδώ κι εκατό ή και περισσότερα χρόνια ο κόσμος, ο κόσμος μας πεθαίνει. Κι όμως όλα αυτά τα χρόνια δε βρέθηκε μητ’ ένας άνθρωπος αρκετά τρελός για να χώσει μια βόμβα στα πισινά του σύμπαντος και να το τινάξει στον αγέρα. Ο κόσμος σαπίζει, πεθαίνει, λίγο-λίγο διαλύεται. Όμως πρέπει να του δοθεί η χαριστική βολή, πρέπει να γίνει σκόνη».

Ήταν ένας κόσμος που δεν πίστευε σε τίποτα. Μα όσοι πίστευαν ακόμα, όσοι γύρευαν θαύματα, μεγάλες ιδέες, ήρωες και ηγέτες, αυτοί όλοι ήταν άξιοι περιφρόνησης. Μεγάλωναν λουλούδια, μα δεν έβλεπαν την κοπριά πάνω στην οποία ξεφυτρώνουν. Θρησκείες, ηθικές, ιδανικά… όλα στο ίδιο έδαφος φυτρώνουν. Και εδώ ο Νίτσε κλείνει με νόημα το μάτι.
«Ο κόσμος ξεδίπλωνε μπρος στα μάτια μου το δράμα του ομοιόμορφα, κατά μήκος ενός μεσημβρινού που δεν είχε άξονα. Σ’ αυτό το ελάχιστο διάστημα αιωνιότητας ένιωσα πως το καθετί ήταν απόλυτα δικαιολογημένο, το καθετί είχε την αιτία του, ένιωσα μέσα μου τους πολέμους, που είχαν δημιουργήσει όλα αυτά τα ράκη και τα ερείπια, τα εγκλήματα που βράζαν μυστικά, έτοιμα να ξεπηδήσουν αύριο με μεγάλες εντυπωσιακές κραυγές, τη δυστυχία που τρώει τις σάρκες της, την ατελείωτη και σκυθρωπή εξαθλίωση που αργοσταλάζει μες στα βρώμικα μαντίλια. Στο μεσημβρινό του χρόνου δεν υπάρχει αδικία. Υπάρχει μόνο η ποίηση της κίνησης, που δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αλήθειας και του δράματος. Αν τύχει και βρεθείς αναπάντεχα αντιμέτωπος με το απόλυτο, αυτή η μεγάλη συμπόνια και κατανόηση που χαρακτηρίζει ανθρώπους σαν το Χριστό και το Βούδα και τους κάνει να φαίνονται θεϊκοί, παγώνει κι εξαφανίζεται. Δεν είναι φριχτό που οι άνθρωποι μεγαλώνουν τριαντάφυλλα μέσα από σωρούς κοπριάς, αλλά το ότι χρειάζονται (για διάφορους λόγους) οπωσδήποτε τριαντάφυλλα. 

Ο άνθρωπος χρειάζεται θαύματα και είναι πρόθυμος να πατήσει σ' αίματα για να τα κερδίσει· είναι έτοιμος να πνιγεί μέσα στις ιδέες, να καταντήσει σκιά του εαυτού του, αρκεί να μπορέσει να ξεφύγει απ' την πραγματικότητα, έστω και για μια στιγμή μονάχα. Υπομένει το καθετί, αποτυχία, ταπείνωση, εξευτελισμό, πόλεμο, έγκλημα, φτώχεια, πλήξη – μόνο και μόνο επειδή δεν παύει να πιστεύει σ' αυτό το κάτι, σ' αυτό το θαύμα που θα συμβεί ξαφνικά και θα κάνει υποφερτή τη ζωή του. Και σ' όλο αυτό το διάστημα της υπομονής, της αναμονής και της ελπίδας, ένας μετρητής που κανένα χέρι δεν μπορεί να τον πιάσει και να τον σταματήσει, και σ' όλο αυτό το διάστημα κάποιος άλλος τρώει τον άρτο της ζωής και πίνει τον οίνο, κάποιος βρωμιάρης παπάς, που κρυμμένος στα υπόγεια μασουλίζει σαν κατσαρίδα, ενώ έξω στο φως του δρόμου μια όστια-φάντασμα αγγίζει τα χείλια και το κρασί είναι χλωμό και ασπρουλιάρικο σαν νερό. Ατέλειωτη δυστυχία, ασταμάτητο μαρτύριο, χωρίς κανένα θαύμα, χωρίς την παραμικρή ένδειξη ανακούφισης. Μονάχα ιδέες, χλωμές, αδύνατες ιδέες που θρέφονται από τη σφαγή, ιδέες που χύνονται όμοια με χολή, όπως ξεχύνονται τα σπλάχνα από το κουφάρι του γουρουνιού, όταν το ξεκοιλιάζουν.

Ωστόσο σκέφτομαι τι απίθανο θα ήταν το θαύμα που περιμένει αιώνια η ανθρωπότητα, αν αποδεικνυόταν πως το θαύμα δεν είναι άλλο από τις δύο μεγάλες κουράδες που άφησε ο πιστός μαθητής μες στον μπιντέ, αν την τελευταία στιγμή, όταν το τραπέζι του συμποσίου είναι στρωμένο και τα κύμβαλα έχουν ηχήσει, παρουσιαστεί ξαφνικά και απροειδοποίητα ένας ασημένιος δίσκος που ακόμα και οι τυφλοί θα μπορέσουν να δουν πως μέσα του δε βρίσκονται παρά δυο τεράστια κομμάτια σκατό. Κάτι τέτοιο θα ήταν θαύμα αληθινό, πιο θαύμα από οποιοδήποτε θαύμα περιμένει και ονειρεύεται η ανθρωπότητα και θα ήταν θαύμα, γιατί θα 'ταν κάτι που κανείς ποτέ δε διανοήθηκε, ούτε φαντάστηκε.»
Και όπως έκανε ο Νίτσε μερικές δεκαετίες πριν, ομοίως και ο Μίλερ ξετυλίγει το πέπλο της απόκρυψης, βλέποντας την ωμή, γυμνή αλήθεια, όπως παρουσιάστηκε στα μάτια του. Η γύμνια, για άλλη μια φορά, σε ένα έργο γυμνό, γυμνό μέχρι το κόκαλο.

“Κάποιες ώρες, σ' ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη, άνθρωποι ντυμένοι στα μαύρα στέκονται συμμαζεμένοι γύρω από τους βωμούς, ενώ ο ιερέας, κρατώντας στο ένα χέρι του το μικρό του προσευχητάρι και στο άλλο ένα καμπανάκι ή ένα θυμιατό, ορθώνεται ακίνητος αντίκρυ τους, μουρμουρίζοντας σε μια ακατάληπτη γλώσσα λόγια, που κι αν ακόμα ήταν κατανοητά, δε σημαίνουν τίποτα, όντας πια, έπειτα από τόσους αιώνες, απογυμνωμένα από την οποιαδήποτε σημασία τους. Συνήθως είναι ευχές που ευλογούν τη χώρα και τον κυβερνήτη της, τους στρατούς της και τα πολεμικά της πλοία, τα πυρομαχικά και τις χειροβομβίδες της. (...)

Η βροχή, η λιακάδα, το χαλάζι και το χιόνι, οι κεραυνοί κι οι αστραπές, η πείνα και οι πόλεμοι, οι επιδημίες και οι καταστροφές, δεν έχουν καμιά σημασία, δεν παίζουν κανένα ρόλο, δεν ασκούν καμιά απολύτως επίδραση... Ό,τι και να συμβεί οι ιεροτελεστίες εκτελούνται κανονικά μέσα στις εκκλησίες με τη χαμηλή πάντα θερμοκρασία, τα ίδια ακαταλαβίστικα λόγια επαναλαμβάνονται αδιάκοπα από παπάδες τυλιγμένους στα δαντελωτά τους ράσα, τα ίδια αγοράκια ντυμένα στα αγγελικά τους ρούχα ψέλνουν αδιάκοπα με τις λεπτές φωνούλες τενόρων και σοπράνο, ενώ πλάι στην πόρτα το παγκάρι υψώνεται απαραίτητο κι αναπόφευκτο, για να θυμίζει πως η θεϊκή εύνοια κερδίζεται ευκολότερα με τη μεσολάβηση μερικών κερμάτων. Έτσι η χάρη του Θεού ευλογεί βασιλιάδες και έθνη, θωρηκτά και ισχυρά εκρηκτικά μηχανήματα, άρματα μάχης και αεροπλάνα, δυναμώνει τα σφαγεία, για να μπορεί να σφάζει τ' άλογα, τα βόδια και τα πρόβατα, το σιδερά για να μπορεί να τρυπά ευκολότερα το σίδερο, το ράφτη για να κάνει κουμπότρυπες, το μανάβη για να πουλάει καρότα, το μηχανουργό για να κατασκευάζει μηχανές και αυτοκίνητα, τον υγειονομικό για να σκοτώνει μικρόβια, το σταβλίτη για να καθαρίζει τ' αχούρια, το σκουπιδιάρη για ν' αδειάζει τους ντενεκέδες με τα σκουπίδια, την καθαρίστρια για να πλένει τ' αποχωρητήρια, το δημοσιογράφο για να φτιάχνει επικεφαλίδες, τον εισπράκτορα για να κόβει εισιτήρια.

Δύναμη. Δύναμη. Αυτή είναι η λέξη κι αυτό είναι που ζητούν τα τρεμάμενα χείλια τρεβδίζοντας τ' ακαταλαβίστικα, χωρίς κανένα νόημα, λόγια. Δύναμη, λίγη δύναμη”.

Το συμπέρασμα είναι αποστομωτικό.

“Άντρες και γυναίκες ορμάνε, όπως οι γύπες, πάνω απ' τα βρωμισμένα πτώματα, ζευγαρώνουν και χωρίζονται χωρίς να σταματήσουν. Σαρκοβόρα, απαίσια όρνεα, που πέφτουν σαν κοτρώνια από το ψήλος του ουρανού. Νύχια και ράμφη! Να τι είμαστε. Ένα τεράστιο πεπτικό σύστημα οπλισμένο με μια σπάνια όσφρηση, για να ανακαλύπτει τα πτώματα. Εμπρός! Εμπρός! Χωρίς οίκτο, χωρίς συμπόνια, χωρίς αγάπη, χωρίς συχώρεση. Μη ζητάς τίποτα και μη δίνεις τίποτα. Κι άλλα θωρηκτά, κι άλλες εκρηκτικές ύλες, μεγαλύτερες ποσότητες δηλητηριωδών αερίων. Εμπρός! Περισσότεροι γενόκοκκοι, περισσότεροι στρεπτόκοκκοι, περισσότερες μηχανές καταστροφής, περισσότερες, περισσότερες, όλο και περισσότερες, ώσπου τα πάντα να τιναχτούν στον αγέρα, ώσπου ο κόσμος μας να γκρεμιστεί σε κομμάτια παρασέρνοντας μαζί του τη γήινη σφαίρα”.

“Αυτό συμβαίνει στον κόσμο μας, σε κάθε κόσμο. Το καθετί είναι βρώμικο και ο καθένας δεν είναι παρά ένας σκουπιδοτενεκές. Η διαφορά είναι πως μερικοί είναι αρκετά τυχεροί και ο ντενεκές τους έχει και καπάκι”.

Μα δες όμως – αυτή ακριβώς η γύμνια δεν τον έκανε να ντρέπεται. Μα, χαρούμενος, την επιδείκνυε, χωρίς καμιά αναστολή. Τι και αν δεν υπάρχει ελπίδα. Τι κι αν ένιωθε μόνος, τι κι αν ήταν φτωχός. Σαν άλλος Καζαντζάκης, ήταν κι αυτός ελεύθερος.

“Όμως για κάποιο τρόπο η αίσθηση πως δεν υπάρχει ελπίδα είχε πάνω μου μια σωστική επίδραση. Για βδομάδες και μήνες, για χρόνια ολόκληρα (στην πραγματικότητα όλη μου τη ζωή) περίμενα να συμβεί κάτι, το γεγονός που θ' άλλαζε τη ζωή μου και ξαφνικά, εμπνευσμένος από την απόλυτη έλλειψη ελπίδας, ένιωσα ανακουφισμένος, λεύτερος, σαν να φεύγει αποπάνω μου ένα μεγάλο βάρος

“Ένας κόσμος χωρίς ελπίδα. Σύμφωνοι. Αλλά και χωρίς απελπισία”.
Στο τέλος μένει το Ταξίδι


Φτάσαμε λοιπόν στο τέλος. Μα κάθε τέλος είναι μια καινούργια αρχή. Όσο κυλάει η ασταμάτητη ροή του χρόνου. Όσο προσπαθούμε να ζούμε και να σκεφτόμαστε ελεύθερα – εν έτει 2015, σε έναν κόσμο τόσο διαφορετικό και τόσο όμοιο, και παρά τις άφθονες διαφορές που μας χωρίζουν από την εποχή και τη ζωή του συγγραφέα. Και αν υπάρχουν χάσματα… υπάρχουνε και γέφυρες.

Οι τελευταίες κουβέντες ανήκουν στον Χένρυ Μίλερ.

“Βαθιά μες στο αίμα κυλά ο σφυγμός του Παραδείσου. Πιο πέρα. Πάντα πιο πέρα, πάντα το μετά. Όλα αρχίζουν από 'κει, απ' τον αφαλό. Σου κόβουν τον ομφάλιο λώρο, σου δίνουν μια στα πισινά και χοπ! Να 'σαι στον κόσμο, ναυάγιο, καράβι ξυλάρμενο, χωρίς πυξίδα και πιλότο. Γιομίζεις τότε μάτια – αναγκάζεσαι. Μάτια, μάτια. Παντού. Στις μασχάλες, στα χείλια, στις ρίζες των μαλλιών, στις πατούσες. Ό,τι φαίνεται μακρινό έρχεται κοντά σου, ό,τι φαίνεται κοντινό μακραίνει. Μέσα κι όξω μια αδιάκοπη αλλαγή δέρματος, ένα ακατάπαυστο αναποδογύρισμα, ως τη στιγμή που, αφού περιπλανηθείς χρόνια και χρόνια, φτάνεις πια στο νεκρό κέντρο κι εκεί αράζεις, για να σαπίσεις ήρεμα, να λιώσεις, να διαλυθείς για μια ακόμα φορά. Και το μόνο που απομένει είναι τ' όνομά σου.”

“Λαχταρώ έναν κόσμο, όπου οι άντρες και οι γυναίκες θα' ναι σιωπηλοί σαν τα δέντρα (γιατί, αλίμονο, στον κόσμο μας μιλούμε τόσο πολύ, που το πράγμα έχει καταντήσει αφόρητο). Έναν κόσμο όπου οι ποταμοί – ανώνυμοι, άγνωστοι, ελεύθεροι από κάθε μυθολογία – θα σε κουβαλούν από μέρος σε μέρος και θα σε φέρνουν σ' επαφή μ' άλλους ανθρώπους και θα σε βοηθούν να γνωρίσεις την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τα φυτά και τα ζώα διάφορων τόπων. Ποθώ μεγάλους κι αδάμαστους ποταμούς, χωρίς βάρκες και πλοία, ποταμούς που μέσα τους θα πνίγονται τα ανθρώπινα όντα, βουλιάζοντας όχι πια στο μύθο, την παράδοση, τα βιβλία και τη σκόνη του παρελθόντος, αλλά στο χρόνο, στο διάστημα και στην ιστορία. Ποταμούς τεράστιους, δημιουργούς απέραντων ωκεανών, όμοιων με τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, ποταμούς που δε θα κινδυνεύουν να ξεραθούν μες στο κενό του παρελθόντος. Ωκεανούς, ναι! Ας βρούμε, στην ανάγκη ας εφεύρουμε νέους ωκεανούς, παρθένους, άγνωστους, που θα μας ξεπλύνουν απ' το παρελθόν, ωκεανούς που θα δημιουργήσουν νέες γεωλογικές κατατάξεις και νέους γεωλογικούς σχηματισμούς, νέες τοπογραφικές θέσεις και παράξενες, τρομαχτικές ηπείρους.

Εμπρός! (...) Μας χρειάζεται ένας κόσμος κατοικημένος από άντρες και γυναίκες που θα κουβαλούν ανάμεσα στα σκέλια τους ένα μοτέρ, μας χρειάζεται ένας κόσμος κυριευμένος από φυσική μανία, πάθος, δράμα, δράση, όνειρα, τρέλα. Ένας κόσμος δημιουργός εκστατικών στιγμών, όχι παραγωγός πορδών. Πιστεύω πως σήμερα, πιότερο από ποτέ, είμαστε υποχρεωμένοι να σκαλίζουμε τα βιβλία, ακόμα κι αν στο καθένα απ' αυτά δεν υπάρχει παρά μονάχα μια αξιόλογη σελίδα, γιατί οφείλουμε να ψάχνουμε ακατάπαυστα, για να βρούμε το κάθε κομμάτι, το κάθε ξεσκαλίδι, το κάθε θραύσμα που θα μπορούσε να περικλείει μέσα του λίγο μέταλλο, το καθετί που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων.


Μπορεί βέβαια να 'μαστε όλοι καταδικασμένοι, μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για κανέναν μας, αλλά ακόμα κι αν αυτό αληθεύει, δεν είναι σωστό να παραδοθούμε και να υποκύψουμε στη μοίρα μας δίχως μάχη”.


* τα αποσπάσματα του βιβλίου είναι σε μετάφραση του Βαγγέλη Κατσάνη.


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.