Όταν η ζωή αναβάλλεται

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ζουν σαν να πρόκειται να ζήσουν για πάντα. Που ξοδεύουν μια ολόκληρη ζωή προσμένοντας ένα καλύτερο ή, απλά, διαφορετικό μέλλον, αλλά εκείνο αρνείται πεισματικά να τους κάνει το χατίρι: ποτέ δεν έρχεται…

Δεν μας απασχολεί εδώ η αναβλητικότητα στην καθημερινή ζωή (χάσιμο προθεσμιών ή καθυστέρηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων). Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η αναβολή της ίδιας της ζωής. Η υποθήκευση του πολύτιμου «εδώ και τώρα» για χάρη ενός αμφίβολου «εκεί και τότε».
Μας ενδιαφέρει να πλησιάσουμε τους αφανείς, αθόρυβους και διακριτικούς εκείνους ανθρώπους που μοιάζουν να είναι απόντες από την ίδια τους τη ζωή. Που βαθιά μέσα τους, με λύπη και κόπο ίσως, συνειδητοποιούν ότι αφήνουν τη ζωή να περνάει και να τους προσπερνάει. Που, παρόλα αυτά, εμμένουν στη στάση ζωής «αναβάλλεται μέχρι νεοτέρας» και διαρκώς παζαρεύουν:
«Θα ζήσω αύριο. Ή μεθαύριο. Ή κάποια στιγμή στο μέλλον. Κάποτε, τέλος πάντων, αλλά όχι τώρα… όχι ακόμα…».

ΖΩΗ ΣΕ ΑΝΑΜΟΝΗ

Για να το πούμε χοντρά, ζωή σε αναμονή σημαίνει δε λερώνω τα χέρια μου.
Σημαίνει ότι παθητικά αφήνω τα πράγματα ως έχουν, διασφαλίζοντας ότι δεν θα καλυτερέψουν ούτε θα χειροτερέψουν. Μένω στην ίδια δουλειά ή σχέση παρόλο που δεν με ικανοποιεί, δεν εκφράζω αυτά που αισθάνομαι ή θέλω, δεν επιχειρώ να πραγματοποιήσω όσα ονειρεύομαι, αφήνω τα καινούργια ρούχα αφόρετα στην ντουλάπα, εν ολίγοις, κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου προκειμένου να μείνουν όλα τα ίδια.

Με ποια δικαιολογία, άραγε, τα κάνω όλα αυτά;

Είμαι τελειομανής. Οτιδήποτε κάνω πρέπει να είναι τέλειο, δεν υπάρχουν περιθώρια για λάθη ή επιπόλαιους αυθορμητισμούς. Αν και σπανίως καταφέρνω να εξασφαλίσω τις ιδανικές συνθήκες δράσης – η αναθεματισμένη κατάλληλη στιγμή δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ –  αρνούμαι να κάνω πίσω: αν κάτι δεν μπορεί να γίνει τέλεια, προτιμώ να μη γίνει καθόλου.

Δυσκολεύομαι να πάρω αποφάσεις. Σκέφτομαι και αναλύω εξονυχιστικά το καθετί αλλά ποτέ δεν αποφασίζω. Συνήθως παίρνω διστακτικές, μισές ή καθόλου αποφάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρω αν αυτό που διαλέγω αποφασίζοντας, είναι καλύτερο ή χειρότερο από αυτό που αναγκαστικά αφήνω πίσω. Η λύση που έχω βρει είναι η αναβολή κάθε απόφασης μέχρι να σιγουρευτώ.

Έχω μεγάλη ανάγκη να κάνω το σωστό. Νιώθω καλά με τον εαυτό μου όταν κάνω επιλογές ζωής που είναι κοινωνικά αποδεκτές. Φρόντισα να δομήσω τη ζωή μου σύμφωνα με κάποιες αξίες τις οποίες σήμερα αδυνατώ να παραβώ. Δεν είναι ότι θέλω να είμαι το «καλό παιδί», απλώς δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα πρόδιδαν τον ηθικό τους κώδικα μόνο και μόνο για ένα καπρίτσιο.

Δεν μου φτάνει ο χρόνος. Πολύ απλά δεν έχω χρόνο να κάνω αυτά που επιθυμώ – δυστυχώς ή ευτυχώς προηγούνται άλλα πράγματα αυτή τη στιγμή. Σκοπεύω, πάντως, να διεκδικήσω τις αλλαγές που επιθυμώ, αμέσως μόλις ολοκληρώσω ένα τελευταίο πρότζεκτ στη δουλειά, χάσω τα παραπανίσια κιλά μου, αποκτήσω κάπως περισσότερα χρήματα, μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά… Το μόνο που χρειάζεται είναι να κάνω λίγη υπομονή ακόμα.

Όπως βλέπουμε, δικαιολογίες για να ζούμε σε αναμονή υπάρχουν πολλές. Καμία όμως δεν καταφέρνει να αποτρέψει την αναπόφευκτη, τραγική διαπίστωση ότι, όσοι είμαστε αναβλητικοί, απλώς δεν έχουμε ζωή. Απλώς ζούμε στερημένοι και πικραμένοι με τον εαυτό μας, τους άλλους και τη ζωή.

ΟΙ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΒΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Απλοί παρατηρητές της ζωής, λοιπόν, οι αναβλητικοί ζούμε με το κεφάλι κάτω από το νερό, παίρνοντας για αντάλλαγμα φτηνές παρηγοριές:

Διατήρηση της ασφάλειας. Νομίζουμε ότι εξασφαλίζουμε προστασία από κάθε ρίσκο, κίνδυνο ή πόνο. Περιφρουρούμε την ύπαρξή μας μέσα σε προστατευτικά και κλειστά κουτάκια, απολαμβάνοντας την παρηγορητική επίδραση του αενάως ίδιου, του αμετακίνητου και οικείου. Σφραγίζουμε τις πόρτες στο καινούργιο, φοβούμενοι ότι θα χάσουμε τον εαυτό μας αν βαδίσουμε σε αχαρτογράφητες περιοχές εκτός προστατευτικής ζώνης.

Προστασία από την κοινωνική κριτική. Μη ζώντας τη ζωή που θέλουμε, διασφαλίζουμε ότι η οικογένειά μας, ο σύντροφός μας, η κοινωνική μας ομάδα – όσοι δηλαδή μας κρατούν δέσμιους με αόρατες αλυσίδες – δεν θα μας  κατατάξουν στους απόβλητους ή ανεπιθύμητους. Η αναβολή της ζωής μας επ’ αόριστον είναι το τίμημα που πληρώνουμε προκειμένου να μην γίνουμε αντικείμενο αρνητικής αξιολόγησης από το κοινωνικό σύνολο.

Διατήρηση του ελέγχου. Όταν προφυλασσόμαστε από τη ζωή, όταν τον περισσότερο χρόνο σχεδιάζουμε πώς θα ζήσουμε αντί πραγματικά να ζούμε, συντηρούμε την ψευδαίσθηση ότι διατηρούμε τον έλεγχο των πραγμάτων. Αποτρέπουμε τις εκπλήξεις, βάζουμε οι ίδιοι τους κανόνες και, εν τέλει, αποδεικνυόμαστε μοναχικοί και μοναδικοί νικητές σε ένα βαρετό παιχνίδι χωρίς συμπαίκτες.

Αποφυγή της αποτυχίας. Λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης ή έλλειψης πίστης στις δυνάμεις μας φοβόμαστε ότι αν αποφασίσουμε να κάνουμε όσα επιθυμούμε η πιθανότερη έκβαση θα είναι η αποτυχία. Για κάποιο λόγο η αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας δεν συμπεριλαμβάνει την πίστη ότι έχουμε τις ικανότητες να διεκδικήσουμε τη ζωή που θέλουμε. Η αδυναμία, έστω να φανταστούμε ότι αποκτούμε όσα θέλουμε, μας εξαναγκάζει σε αναβολές επί αναβολών ακινητοποιώντας μας στο ίδιο σημείο.

Αποφυγή της επιτυχίας. Παραδόξως, συμβαίνει καμιά φορά να δυσκολευόμαστε να φανταστούμε τον εαυτό μας ευτυχισμένο ή «επιτυχημένο». Αυτοπεριοριζόμαστε, επειδή η εικόνα της επιτυχίας είναι κόντρα ρόλος για την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Πολύ απλά, η ιδέα ενός ανθρώπου που έχει καταφέρει να έχει τη ζωή που θέλει είναι ένα άβολο, ξένο ρούχο. Μας βολεύει καλύτερα, σαν παλιά φόρμα, η εικόνα ενός ανθρώπου απογοητευμένου, στερημένου, γεμάτου απωθημένα.

Αποφυγή της αλλαγής. Η μη-ζωή υπόσχεται ψέματα ότι δεν θα αφήσει να μας συμβεί καμία αλλαγή. Μας πείθει ότι η φθορά, η παροδικότητα, το εφήμερο, το τέλος, όλα όσα τόσο πολύ φοβόμαστε, δεν θα καταφέρουν να μας αγγίξουν. Ο μοναδικός όρος είναι να μείνουμε κλεισμένοι στη ντουλάπα μαζί με τα αφόρετα καινούργια ρούχα μας. Να μην εκτεθούμε στα βλέμματα, να μην υποβάλουμε τον εαυτό μας στη φθορά, να μην μπούμε ποτέ στη δοκιμασία του χρόνου. Ανώριμη, μαγική σκέψη που μας κρατάει ακινητοποιημένους στο περιθώριο της ζωής, που συσκοτίζει το μόνο βέβαιο ανθρωπολογικό δεδομένο ότι «δεν ζω σημαίνει αρνούμαι το θάνατο».

ΠΟΤΕ ΘΑ ΖΗΣΩ;

Ευτυχώς ή δυστυχώς, έρχεται μια στιγμή στη ζωή, συχνά με αφορμή κάποια κρίση, που οι μάσκες πέφτουν. Που το είδωλο μας στον καθρέφτη μας ρωτά επιτακτικά: «Λοιπόν, πού πήγε η ζωή σου;».

Η συνειδητοποίηση ότι ζούμε μια ζωή σε κατάσταση αναμονής, μια ζωή κατώτερη των αναγκών, προσδοκιών ή δυνατοτήτων μας, δεν έρχεται χωρίς πόνο. Άπαξ και συμβεί, όμως, είναι αδύνατον να συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε. Οι κάθε λογής περισπασμοί, οι δικαιολογίες, οι υπεκφυγές, οι εκλογικεύσεις που επιστρατεύαμε προκειμένου να αποφύγουμε να μπούμε στο παιχνίδι της ζωής, παύουν να λειτουργούν πλέον και καλούμαστε να αναλάβουμε δράση.

Καταρχάς να ακούσουμε προσεκτικά τον εαυτό μας. Να σεβαστούμε και να εμπιστευτούμε τις πραγματικές επιθυμίες του όσο περίεργες ή ανόητες και να είναι. Με κάποιο τρόπο χρειάζεται να αποδεχτούμε τον εαυτό μας με όλες τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του και να αφουγκραστούμε τι έχει ανάγκη και τι φοβάται. Κυρίως, πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αποτύχει ή να επιτύχει, αφού προηγουμένως τον αφήσουμε να προσπαθήσει.

Θα χρειαστεί ακόμα να πάρουμε το ρίσκο να μεγαλώσουμε. Να γίνουμε περισσότερο ρεαλιστές, να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε άπλετο χρόνο και να αποφασίσουμε να δράσουμε αμέσως. Η μόνη επιλογή που έχουμε είναι να ριχτούμε με ορμή στη ζωή και να δεχτούμε το αναπόφευκτο της αλλαγής και ροής της. Να συμφιλιωθούμε μια για πάντα με το γεγονός ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο ή σταθερό, χωρίς να φοβόμαστε ότι αυτές οι παραδοχές θα μας διαλύσουν.

Θα πρέπει επίσης να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να οραματιστεί ένα μέλλον και να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτό το μέλλον. Ένα μέλλον που θα έχει προσωπικό νόημα για εμάς, που θα έχουμε φτιάξει εμείς οι ίδιοι εξασκώντας την ελευθερία μας. Παίρνω τη ζωή μου στα χέρια μου σημαίνει αυτό ακριβώς: σχεδιάζω ελεύθερα και με υπευθυνότητα τη ζωή που θα ζήσω, έχοντας πλήρη συναίσθηση όσων συμπεριλαμβάνω σε αυτή και όσων αφήνω πίσω. Η απόφαση να ζήσω τη ζωή που θέλω, πάντα ακολουθείται από τη συνειδητοποίηση ότιζωή σημαίνει και προδοσία. Ότι, μοιραία, οι επιλογές ζωής που κάνουμε, κάτι ή κάποιους θα προδώσουν αποκλείοντάς τους.

Όσο για το πότε είναι η στιγμή να γίνουν όλα αυτά, για το πότε είναι η ώρα να ζήσουμε, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι μία: ΤΩΡΑ.


    Βιβή Φατούρου, πτυχιούχος Ψυχολόγος, ειδικευμένη Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας και κάτοχος πτυχίου Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας



Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.