Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλήσω

Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλήσω για τη σιωπή της εποχής μας, για τον αμόρφωτο, ανιστόρητο και επικίνδυνο νεοφασίστα, για τον δειλό, συντηρητικό, ηλίθιο ψηφοφόρο που ζει στον σάπιο του κόσμο, για τον καλλιτέχνη που δεν έχει φωνή, για τον διανοούμενο που δεν έχει στόμα, για τον δάσκαλο που δεν έχει μάτια και αυτιά, για τον αγωνιστή που δεν έχει παρελθόν,  για τον παραδομένο που δεν έχει μέλλον.

Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλήσω για τους κλέφτες και τους καταχραστές του δημόσιου πλούτου, για τις φουσκωμένες κοιλιές των πολιτικών και των δικαστών, για την χριστιανική – ορθόδοξή τους δημοκρατία, για τα μαντρόσκυλα της εξουσίας που ανοίγουν κεφάλια και καίνε σωθικά. Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλήσω για τους τσανακογλείφτες μικροαστούς, για τους νομιμοποιημένους καταπατητές, για τους απατεώνες συγγενείς μας που πήραν αθώους στο λαιμό τους και τώρα το παίζουν πλανημένοι. Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλήσω για την κατάντια των συμπατριωτών μου, για τη διεθνή ξεφτίλα, για τον ραγιαδισμό, για την πείνα, για τη φτώχεια, για τα λάθη που οδήγησαν στον μεγάλο φόβο, για το διαρκές ψέμα της εξουσίας, για το μαστίγιο και το καρότο της Ευρώπης. Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλήσω για όλα αυτά.

Θέλω να μιλήσω για μένα.

Να κατηγορήσω τη θλιβερή μου ύπαρξη γιατί ανέχεται όλα αυτά χωρίς να αντιδρά, χωρίς να εναντιώνεται, χωρίς να πολεμά. Κατηγορώ τον εαυτό μου γιατί ακούει το τέρας και κρύβεται, ακούει να συνθλίβονται άνθρωποι και σιωπά, ακούει τον εμετό του ρατσιστή και δεν μιλάει. Κατηγορώ τον εαυτό μου γιατί υφίσταται τη σκατοκουλτούρα της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου, και του τύπου και συνεχίζει να τα παρακολουθεί. Γιατί αν είχα πρόσβαση θα ήμουν κι εγώ στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, και στον τύπο. Με κατηγορώ γιατί κάνω Χριστούγεννα και Πάσχα με τον νοσταλγό της χούντας, φίλο του κουμπάρου του ξάδερφου, και δεν τον στέλνω στον διάολο. Με κατηγορώ γιατί όσο ήταν οι άλλοι στα πράγματα τούς επέκρινα και όταν ανέλαβε η γενιά μου δεν αλλάξαμε τίποτα. Με κατηγορώ γιατί κλείστηκα στον εαυτό μου, απομονώθηκα, λούφαξα, χάθηκα στο πλήθος. Με κατηγορώ γιατί δεν κατάφερα ν’ αλλάξω τη γνώμη κανενός, ακόμη κι όταν είχα αποδείξεις, ακόμη κι όταν ήμουν μάρτυρας κάποιου συμβάντος. Με κατηγορώ γιατί περίμενα πάντα τους άλλους να ξεκινήσουν κάτι, και στην καλύτερη περίπτωση έκανα κριτική για την ανικανότητά τους. Με κατηγορώ γιατί κρύφτηκα πίσω από τα παιδιά μου, πίσω απ’ τη δουλειά μου, πίσω από τις υποχρεώσεις μου. Είπα ψέματα για να αποφύγω συγκρούσεις, είπα ότι ήμουν άρρωστος για να μη βγω στους δρόμους, είπα ότι είχα έξοδα για να μην κάνω απεργία, είπα ότι δεν αλλάζει τίποτα γιατί φοβόμουν την αντιπαράθεση.

Σκούπισα απ’ το μανίκι μου την αλαζονεία της ιεραρχίας και την υπεροψία της εξουσίας. Υποκρίθηκα ότι γνώριζα ενώ αγνοούσα, ότι αγαπούσα ενώ σιχαινόμουν. Έσκυψα όταν χρειάστηκε και ελίχθηκα. Το βούλωσα. Κατάπια το θυμό και την αδικία. Με κατηγορώ γιατί η φωνή μου ήταν πιο σιγανή κι απ’ τον ψίθυρο της πιο ήσυχης νύχτας. Η φιγούρα μου θολή σαν ομίχλη.

Γι’ αυτά και για ακόμη περισσότερα, που πολύ θα σας κούραζα αν τα αράδιαζα, κατηγορώ τον εαυτό μου και τον καταδικάζω σε ισόβια πάλη (με τους δαίμονες του;).
                                                                                                                                                                 Δημήτρης Μητσοτάκης (Μουσικός)

                                                                                                    
Απέναντι Όχθη                                                                
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.