Οικοκοινότητες και τα Κοινά

Μέσα σε μία λέξη που λόγω έρευνας έχω σε καθημερινή χρήση εδώ και πολλά χρόνια, τη λέξη «οικοκοινότητες» εμπεριέχονται οι λέξεις «κοινότητες», «κοινό» και βέβαια η λέξη «οίκος».[1]
Νομίζω ότι αυτό δεν είναι τυχαίο. Το γεγονός ότι μέσα από μία λέξη προκύπτει μία ευκαιρία αναστοχασμού τους συνδέεται με θεμελιώδεις λειτουργίες της γλώσσας. Ορμώμενος λοιπόν από μία τέτοια αλχημιστική κατάτμηση του –σχετικά- νέου όρου «οικοκοινότητες» βρήκα μία αφορμή για να καταπιαστώ με τις έννοιες «κοινό», «κοινότητα» και «οικοκοινότητα», επίκαιρες και οι τρεις, όπως και πολιτικά φορτισμένες. Αποφάσισα να επιχειρήσω μία παράλληλη προσέγγιση που αποτελεί το περιεχόμενο ενός σχετικού βιβλίου που ετοιμάζω. Από μόνη της η κάθε μία από αυτές τις έννοιες αποτελεί θέμα παθιασμένων συζητήσεων, αναζητήσεων και έρευνας.

Οικοκοινότητες

Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο που ανακοινώνει έναν εξωφρενικό αριθμό 72 οικοκοινοτήτων στην Ελλάδα, που φυσικά δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα, αλλά είναι ενδεικτικό της μυθοποίησης και υπερβολής γύρω από το θέμα, εκεί που πριν από μερικά χρόνια δεν υπήρχε τίποτα. Οι οικοκοινότητες αντιμετωπίστηκαν πρόσφατα σε ορισμένους κύκλους ως μία απάντηση, που μαζί με άλλες που ανήκουν στο οπλοστάσιο των εναλλακτικών όπλων, αναζήτησε η κοινωνία στη λαίλαπα που έπρεπε να αντιμετωπίσει.
Οι οικοκοινότητες εμφανίστηκαν ως φαινόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικιστικό, και ως έννοια στη συνέχεια σχετικά πρόσφατα, μία «πειραματική κατάσταση εξαίρεσης» στην σφαίρα των ανθρώπινων κοινοτήτων και των σχηματισμών κατοίκησης. Οι οικοκοινότητες πολιτικοποιήθηκαν (βλ. κινήματα πλατειών) και εμφανίζονται είτε δίπλα σε πολλές άλλες εκφάνσεις εναλλακτικών αντιστάσεων (βλ. διατήρηση και ελεύθερη αναπαραγωγή παραδοσιακών σπόρων, εναλλακτικές μορφές οικονομίας, θεωρίες και κινήματα γύρω από τα κοινά, και πολλά άλλα), είτε ενσωματώνουν όλα αυτά σε ένα γενικευμένα εναλλακτικό τρόπο ζωής που φέρονται να εκπροσωπούν.

Κοινότητα

Η κοινότητα είναι μία πολυχρησιμοποιημένη έννοια που μεταλλάσσεται στις μέρες μας ραγδαία και έχει διευρυνθεί σε βαθμό που να συμπεριλαμβάνει συνθήκες σχέσεων που μέχρι πρόσφατα ήταν άγνωστες, που όμως τώρα πλέον χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα. Ανάμεσα σε αυτές τις καταστάσεις βεβαίως εννοούμε την κοινωνική ζωή που λαμβάνει χώρα μέσω των κοινωνικών δικτύων στο διαδίκτυο, που δεν σχετίζονται καθόλου με χωρικά δεδομένα, ωστόσο διαθέτουν χαρακτηριστικά που αποδίδουμε σε παραδοσιακές μορφές ανθρώπινης κοινότητας.
Το 1887 ο Γερμανός φιλόσοφος Ferdinand Tönnies (Tönnies, 2011) εισήγαγε τους όρους Gemeinschaft και Gesellschaft για να περιγράψει τη διαφορά ανάμεσα σε δύο τύπους ανθρώπινων ομαδοποιήσεων: Το Gemeinschaft αναφέρεται στην ιδέα της κοινότητας που βασίζεται σε συναισθήματα του ανήκειν και των αμοιβαίων δεσμών, στοιχεία που από μόνα τους αποτελούν στόχο να διατηρηθούν και όπου τα μέλη αποτελούν το μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Το Gesellschaft αναφέρεται σε ομαδοποιήσεις που υφίστανται διότι αυτό θεωρείται βασικής σημασίας για τις προσωπικές επιδιώξεις και στόχους των μελών τους. Ο Κ. Καραβίδας (1890-1973), υπήρξε συστηματικός ερευνητής του κοινοτισμού και χαρακτηρίζεται από μία βαθιά γνώση για την ελληνική ιστορία, το ελληνικό τοπίο και τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες. Σε κείμενά του σχετικά με τις αγροτικές κοινωνίες, την ιστορία και προϊστορία της κοινοτικής ζωής και τα κοινά στην Ελλάδα, υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της δύναμης και της αντοχής της ελληνικής κοινωνίας υπήρξε αποτέλεσμα των χαρακτηριστικών κοινοτικών δομών που υπήρχαν ενσωματωμένες σε παραδοσιακές ελληνικές κοινότητες (Καραβίδας, 1981). Πίστευε ότι αυτές ακριβώς οι δομές βοήθησαν να επιβιώσει η ελληνικότητα κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και ήταν υπεύθυνες για τη ζωτικότητα και την ανθεκτικότητα του ελληνικού πολιτισμού ανά τους αιώνες. Ωστόσο σύμφωνα με τον ίδιο, το νεοελληνικό κράτος θεωρείται από την αρχή ο κύριος υπεύθυνος και για την παρακμή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, όπου η κρατική συγκεντρωτική γραφειοκρατία αποτέλεσε τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα, εξ αιτίας του οποίου αποθαρρύνονται οι τοπικές πρωτοβουλίες, υπέρ της συγκεντρωτικής διακυβέρνησης.
Ο Zygmunt Bauman επισημαίνει επίσης τη σχέση ανάμεσα στην ατομικότητα, την κατανάλωση και τον καπιταλισμό που υποθάλπει το Gesellschaften. Υποθέτει επίσης ότι η εμφάνιση του ήταν μία μορφή αντίδρασης στις, πολλές φορές προβληματικές, πλευρές της κοινότητας που μπορεί να την βιώνουν ως φυλακή κάποια μέλη της που δεν εντάσσονται σε αυτήν (Bauman, 2000). Γι’ αυτό οποιεσδήποτε σύγχρονες απόπειρες ανασύστασης της «κοινότητας» σήμερα οπωσδήποτε θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αυτούς τους κινδύνους για να μην πέσουν στις παγίδες όπου μία παραδοσιακή μορφή κοινότητας ενδέχεται να εμπεριέχει.

Κοινό

Η έννοια των κοινών αποτελεί περιοχή σκέψης, πολιτικών και ακτιβισμού. Ωστόσο για διάφορους λόγους τα κοινά παραμένουν δυσπρόσιτα στο να κατανοήσουμε τη φύση τους, και ξεγλιστρούν από εύκολες κατατάξεις και κατηγοριοποιήσεις, ίσως διότι και τα ίδια τα κοινά μεταλλάσσονται και διευρύνονται. Τα κοινά έχουν συζητηθεί και αναλυθεί κυρίως με οικονομικούς όρους και με όρους διαχείρισης, όχι όμως όσο τους αξίζει ως ρυθμιστές κοινωνικών συμπεριφορών και ως δείκτης τρόπου ζωής, ούτε με χωρικά δεδομένα ως ξεχωριστή κατηγορία χώρων, όπως ας πούμε οι ιδιωτικοί και οι δημόσιοι χώροι. Ωστόσο, μια από τις βασικές διαφορές του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού από παλαιότερες εποχές ή από άλλες κουλτούρες έγκειται στο γεγονός ότι βασίζεται σε ένα δυισμό των εννοιών δημόσιο και ιδιωτικό.
Tα κοινά σε ένα καθεστώς κυριαρχίας του δίπολου δημόσιο-ιδιωτικό, αποτελούν σήμερα μια υβριδική κατηγορία διότι μπορεί να προκύψουν από τροποποίηση του προηγούμενου καθεστώτος υπόστασης τους ως ιδιωτικοί ή δημόσιοι χώροι. Η έννοια των κοινών, αλλά και η κατηγορία των κοινωνικών σχέσεων και χωρικών τυπολογιών επάνω στις οποίες βασίζεται αυτή η έννοια για να παραμένει ζωντανή κάποτε υπήρξε αυτονόητη, αλλά όχι σήμερα. Για πολλούς αιώνες και με την πάροδο του χρόνου -ακόμη και αυτή τη στιγμή ιδιαίτερα έντονα- συντελείται μία συστηματική απογύμνωση της ζωής από τα κοινά, προς όφελος κυρίως του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου. Έτσι, στερούμαστε σε απελπιστικό βαθμό μία κουλτούρα των κοινών και βιώνουμε τις τραγικές συνέπειες και τις επιπτώσεις αυτής της έλλειψης καθημερινά. Ωστόσο όσο και αν η διόγκωση του ιδιωτικού και του δημόσιου τείνει να καταλάβει το σύνολο του χώρου, πάντα εμφανίζονται κενά.
Και είναι σε αυτά τα κενά όπου αναδύεται αυθόρμητα η αίσθηση του «κοινού», ανοίγοντας νέες περιοχές ανθρώπινης παραγωγής, πολιτισμού και πολιτικής. Ενδέχεται αυτή η περιοχή να είναι καθοριστική στον τρόπο που θα ζήσουμε στο μέλλον και που θα αναζητήσουμε λύσεις στα σημερινά τοπικά και παγκόσμια μας αδιέξοδα.


Σημειώσεις

[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί προσαρμοσμένη εκδοχή αποσπάσματος βιβλίου του γράφοντος που θα εκδοθεί από τις Εκδόσεις Εστία το 2015.
Αναφορές
Καραβίδας, Κ. (1981). Το πρόβλημα της Αυτονομίας: Σοσιαλισμός και κοινοτισμός(φωτ. ανατύπωση από τις εκδόσεις του 1930 και 1936). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
Bauman, Z. (2000). Liquid Modernity (1 edition). Cambridge, UK: Malden, MA: Polity.
Tönnies, F. (2011). Community and Society. Mineola, N.Y: Dover Publications.



*Ο Δρ Νίκος Αναστασόπουλος είναι ερευνητής αρχιτέκτων και διδάσκει στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Ως μεταδιδακτορικός ερευνητής Prometeo (IAEN, Κίτο, Εκουαδόρ, 3-12/2014) συνέβαλε στην συγγραφή κειμένων στρατηγικής για το FLOK Society project και πραγματοποίησε έρευνα για ζητήματα βιωσιμότητας, το Buen Vivirκαι τη διαχείριση των κοινών, και την επίδρασή τους σε αστικά περιβάλλοντα. Συν-ιδρυτής και μέλος ομάδων για την πόλη και τα κοινά διεθνώς. Το βιβλίο του οικοΚΟΙΝΟτητες θα εκδοθεί μέσα στους επόμενους μήνες από την Εστία.

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.