Ο ήχος της δραχμής

Κάποιες Κυριακές σκαλίζω βινύλια. Το κάνω περισσότερο από συμπόνια, για να δουν λίγο φως. Παραχλώμιασαν και σακατεύτηκαν όρθια, στριμωγμένα, σφηνωμένα, σα γιαπωνεζάκια στο βαγόνι πρωινιάτικα. Τα δικά μου, αντίθετα, δεν πάνε πουθενά. Μερικά ήδη σαραντάρισαν και η μόνη διαδρομή που αξιώθηκαν είναι μισό, ένα μέτρο, μέχρι να ανταμωθούν και τρυπηθούν με την Stanton. Παλιά τρυπιόντουσαν με Pickering, μετά μεγαλοπιάστηκαν με κάτι Shure, κάτι Grado, στο τέλος είδαν κι απόειδαν, βολεύονται και με στομωμένη πολυμεταχειρισμένη βελόνα. Τζάνκι ξεχασμένα, παραπεταμένα, χαρμάνια. Ντροπή. Μοιρασμένη. Το πιο νέο εκεί μέσα πρέπει να ‘χει την ηλικία του γιου μου. Ελπίζω να του μιλάνε τα άλλα. Έχουν μούρη όσα σπιτώθηκαν πριν το ’76.
Τα περισσότερα δεν είναι αδέσποτα, τα λες και ράτσας αφού έχουν λαιμαριά επάνω τους. Και ταυτότητα. Και ρυτίδες στο χαρτόνι, μπόλικες. Και ουλές  αναπόφευκτα, όσο τρυφερό χέρι κι αν έχεις όταν τα αγγίζεις.
Stereodisc, NTO-ΡΕ-ΜΙ, Music Corner, Happening, 7+7, Βlow up, Πάτσης, Jazz Rock, Pop Eleven.
Aπό Τζίνα δεν ανακάλυψα στικεράκι. Θα ‘ναι κάποιο κρυμμένο, μέσα στ’ άλλα. Όπως κι απ΄ το New Wave. H Λαρίσης και τα θηράματα «εισαγωγής» σηματοδοτούσαν την καθιερωμένη μηνιάτικη χρεωκοπία μου. Αλλά στα είκοσι δεν υπάρχει χρεωκοπία στο λεξιλόγιο. Υπήρχαν μακαρόνια, υπήρχε κέτσαπ, υπήρχαν οι Tuxedo Moon. Και το  Oh well που ανακαλύψαμε ριγώντας. Και ο Jarrett. Ιδίως ο Jarrett.
ΔΡ  95, 200, 400, 800, 1200. Και 1800. Tότε που τα ρέστα του διχίλιαρου γινόντουσαν μπίρες στα όρθια, ακούγοντας -όψιμα, ομολογώ- Love Puppets στου Λάσκαρη. Μαζί με άλλους μνηστήρες.
«Βγάλτο στην άκρη, το παίρνω εγώ. Savage Republic ήρθαν;»
Δεν πάει καιρός που έπεσα πάνω στην Yma Sumac. Είχε υγρά μάτια, χείλια που τρεμόπαιζαν, γυμνούς ώμους, απλωμένα χέρια.  Σα να εκλιπαρούσαν,«παίξε με». Τα τρύπησα. Κι από μέσα τους εχύθη Gopher.

ΔΡ 500 έγραφε το ρούχο της.


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.