Μήπως ζούμε σε βουδιστικό μοναστήρι

Έλληνας επιχειρηματίας, αγανακτισμένος από τα φοροεισπρακτικά μέτρα της κυβέρνησης που δείχνουν να μην έχουν τέλος, και μπουχτισμένος από την ρηχή ζωή του άγχους και της έντασης, κλείνει την επιχείρησή του (που έτσι κι αλλιώς, αργά η γρήγορα θα του την έκλεινε η εφορία από τα χρέη) κι αποφασίζει να ταξιδέψει στο Νεπάλ και να παρουσιαστεί σε ένα βουδιστικό μοναστήρι σαν υποψήφιος μαθητής.

Φτάνοντας τον υποδέχεται ένας μοναχός και του λέει:


«Μπορείς να μείνεις μαζί μας, αλλά θα πρέπει να αποποιηθείς όλα σου τα υπάρχοντα».


«Με έχουν εκπαιδεύσει σ’ αυτό οι ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια», σκέφτεται ο επιχειρηματίας και μην έχοντας πολλά να χάσει πια, συμφωνεί με ευκολία.


«Θα πρέπει να εγκαταλείψεις όλους σου τους δεσμούς έξω από το ναό», του επισημαίνει ο μοναχός.


«Σύμφωνοι» λέει ο Έλληνας.


«Θα σου δοθεί ένας μανδύας κι ένα ζευγάρι σανδάλια. Θα κάνεις όρκο απόλυτης σιωπής. Κάθε δέκα χρόνια θα μπορείς να πεις δύο μόνο λέξεις στον μεγάλο δάσκαλο.»


«Σύμφωνοι» λέει ο απεγνωσμένος επιχειρηματίας.


Βγάζει τα ρούχα του, φοράει τον μανδύα και τα σανδάλια και εντάσσεται στη ζωή του μοναστηριού ως ένας ακόμη μοναχός. Περνάνε έτσι δέκα χρόνια… Ώσπου, μια μέρα, τον πλησιάζει ένας μοναχός και του λέει:


«Σε περιμένει ο δάσκαλος».


Ο άντρας πηγαίνει στην αίθουσα όπου τον περιμένει ο δάσκαλος καθισμένος στο χαλάκι του. Όταν τον ρωτάει ποιες είναι οι δύο λέξεις του, αυτός λέει:


«Φαγητό λίγο».


Σαν απάντηση ο δάσκαλος κλίνει το κεφάλι προς τα κάτω χωρίς να πει τίποτα. «Ωχ, κάτι μου θυμίζει αυτή η κατάσταση» σκέφτεται ο Έλληνας την ώρα που τον οδηγούν και πάλι πίσω στο δωμάτιό του. Περνάνε άλλα δέκα χρόνια και φτάνει ξανά η μέρα που τον πλησιάζει ένας μοναχός και του λέει:


«Ο δάσκαλος σε περιμένει».


Πηγαίνει ο Έλληνας στον δάσκαλο, κι αυτός τον ρωτάει ποιες είναι οι δύο λέξεις του. Αυτή την φορά, ο άντρας λέει:


«Κρεβάτι σκληρό».


Ο δάσκαλος και πάλι το μόνο που κάνει είναι να γνέψει με το κεφάλι και ο Έλληνας αποσύρεται εντελώς απογοητευμένος. Περνάνε άλλα δέκα χρόνια, ώσπου τον πλησιάζει ένας μοναχός για τρίτη φορά και του λέει:


«Ο δάσκαλος σε περιμένει».


Ο άντρας βαδίζει αργά, ακόμη μια φορά, μέχρι που φτάνει μπροστά στον μεγάλο δάσκαλο και, όταν αυτός τον ρωτάει ποιες είναι οι δύο λέξεις του, ο άντρας λέει:


«Θα φύγω».


Τότε ο δάσκαλος, χάνοντας την αυτοκυριαρχία του, απαντάει:


«Επιτέλους∙ άντε στο καλό! 
Γύρνα πίσω στην χώρα σου να γλιτώσουμε. Δεν σε αντέχουμε άλλο πια. Τριάντα χρόνια τώρα, όλο παράπονα είσαι!!!»  




Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.