Σκιαγραφώντας την έννοια της αποανάπτυξης

Όλο και περισσότεροι αναλυτές την παρουσιάζουν ως λίγο-πολύ αναπόφευκτη, δεδοµένων των βιοφυσικών ορίων ενός πεπερασµένου πλανήτη. Ακτιβιστές από τη Γαλλία και άλλες Μεσογειακές χώρες ήδη από τις αρχές της προηγούµενης δεκαετίας την χρησιµοποιούν ως σλόγκαν ενάντια στην τρέλα ενός συστήµατος βασισµένο στη διαρκή µεγέθυνση και τον καταναλωτισµό. Στον σύγχρονο ακαδηµαϊκό διάλογο περιγράφεται ως η διαδικασία µετάβασης, µέσω της σταδιακή µείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης, προς µια ποσοτικά µικρότερη και ποιοτικά διαφορετική οικονοµία, που θα σέβεται το περιβάλλον και θα στοχεύει στην κοινωνική ισότητα. Στο επίπεδο των κινηµάτων, αποτελεί µια έννοια που προσπαθεί να νοηµατοδοτήσει και να συγκεράσει την πληθώρα εναλλακτικών εγχειρηµάτων αλληλέγγυας οικονοµίας που αντιτίθενται στον καπιταλισµό και την κυρίαρχη λογική της συσσώρευσης, και βασίζονται στη συλλογική ιδιοκτησία, δεν απαιτούν µισθωτή εργασία και παράγουν αξίες χρήσης και όχι ανταλλαγής.
Η αποανάπτυξη λοιπόν, µε το να αποτελεί σηµείο σύγκλισης διαφόρων ρευµάτων κριτικής σκέψης και πολιτικής δράσης και να προσφέρει το ερµηνευτικό πλαίσιο µιας σειράς πρωτοβουλιών βάσης, αποτελεί ταυτόχρονα µια κριτική, τη σκιαγράφηση µιας επιθυµητής διαδικασίας, ένα όραµα και ένα πολιτικό πρόταγµα. Οι προτάσεις της αποανάπτυξης έχουν κερδίσει έδαφος µέσα στην πολύπλευρη κρίση που βιώνουµε, και εν µέρει αποτελούν µια άµεση αντίδραση σε αυτήν. Ωστόσο, οι ιδέες που αυτή πρεσβεύει ακολουθούν τους στοχασµούς µιας µακράς λίστας διανοητών που εδώ και δεκαετίες αποδοµούν τις έννοιες της γραµµικής προόδου και της ορθολογικής επιλογής, επιφυλάσσονται για τα οφέλη του παραγωγισµού και της αποδοτικότητας, και επικρίνουν τη διαρκή οικονοµική ανάπτυξη, η οποία από ένα σηµείο και πέρα διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και επιδεινώνει τα οικολογικά προβλήµατα, ενώ βασίζεται σε υποθέσεις που αγνοούν ακόµα και τους θερµοδυναµικούς νόµους!
Με απλά λόγια, η αποανάπτυξη ισχυρίζεται ότι, στις λεγόµενες πλούσιες χώρες της Δύσης, µπορούµε να ζήσουµε καλύτερα µε λιγότερα, δουλεύοντας λιγότερο και έχοντας µια αυξηµένη ποιότητα ζωής, και ότι οι λόγοι που αυτό δεν συµβαίνει είναι σε µεγάλο βαθµό πολιτικοί και πολιτισµικοί. Σε ευρύτερο πλαίσιο λοιπόν, η αποανάπτυξη µας καλεί για µια οργανωµένη και εθελούσια έξοδο από την καπιταλιστική οικονοµία της ανάπτυξης που έχει εξελιχθεί σε αυτοσκοπό. Έτσι, στο επίπεδο των αντιλήψεων, η αποανάπτυξη αντιτίθεται στην κυρίαρχη ιδεολογία του οικονοµισµού, της ιδέας δηλαδή που θεωρεί την οικονοµία ως ένα αυτόνοµο σύστηµα, ξεχωριστό από την κοινωνία και την πολιτική. Βλέποντας πέραν από την αύξηση του ΑΕΠ, η µεγέθυνση του οποίου µας παρουσιάζεται ως η ασφαλέστερη οδός για την κοινωνική ευηµερία, στοχεύει στον επαναπροσδιορισµό των συλλογικών αξιών και των κεντρικών στόχων των δηµόσιων πολιτικών. Ταυτόχρονα, µέσω της έρευνας, του πειραµατισµού και της συµµετοχής σε έναν δηµοκρατικό διάλογο αρχίζει να νοηµατοδοτεί και να σκιαγραφεί µια ιδεατή µορφή κοινωνικής οργάνωσης.
Στο επίπεδο των θεσµών και των καθηµερινών πρακτικών, οι ιδέες της αποανάπτυξης προσφέρουν ένα συνεκτικό και εννοιολογικό πλαίσιο για τις διάφορες προτάσεις και πρωτοβουλίες οι οποίες γεννούνται µέσα από κοινωνικά κινήµατα και εν µέρει βρίσκουν έκφραση στην οικολογική και τη ριζοσπαστική Αριστερά, όπως το βασικό εισόδηµα, η µείωση της µισθωτής εργασίας, τα όρια στο εισόδηµα και η αναδιανεµητική φορολογία, ο έλεγχος στα αποθεµατικά των τραπεζών και η κοινωνικοποίησή τους, τα περιβαλλοντικά όρια, η στήριξη των συνεταιρισµών, οι µικρής κλίµακας ΑΠΕ, η προστασία και αναδηµιουργία κοινών χώρων και υποδοµών, οι καλλιέργειες µέσα και γύρω από την πόλη, οι οικοκοινότητες και η προώθηση βιολογικών προϊόντων, τα δίκτυα ανταλλαγής και τα τοπικά νοµίσµατα, τα µοντέλα συστέγασης και όλες οι άλλες εκφάνσεις της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονοµίας. Τα παραδείγµατα αυτά που αποτελούν πεδία πειραµατισµού περιέχουν σπέρµατα µιας διαφορετικής κουλτούρας και ενός εναλλακτικού µοντέλου οικονοµίας χαµηλής κλίµακας και κοινωνίας στην πράξη που, συνολικά, αποτελούν πολιτική πρόταση και όχι µια τυφλή επιστροφή σε ένα εξιδανικευµένο παρελθόν. Η βασική ιδέα είναι ότι µέσω της συµµετοχής σε τέτοιου είδους εγχειρήµατα, δηµιουργείται ένα νέο συλλογικό πολιτικό υποκείµενο.
Η «δύναµη» της αποανάπτυξης λοιπόν βρίσκεται τόσο στην πληθώρα των θεωρητικών πηγών από τις οποίες αντλεί, όσο και στην ποικιλοµορφία των στρατηγικών της, οι οποίες εκτείνονται από τον συγκρουσιακό ακτιβισµό µέχρι την ακαδηµαϊκή έρευνα και από το χτίσιµο εναλλακτικών δοµών µέχρι ρεφορµιστικές πολιτικές προτάσεις. Αυτό το πάντρεµα, για κάποιους οξύµωρο, πηγάζει από το γεγονός ότι µια «κοινωνία της αποανάπτυξης» θα πρέπει αναγκαστικά να γεννηθεί µέσα από το τωρινό, καπιταλιστικό σύστηµα, κι έτσι ο µετασχηµατισµός θα πρέπει να περιλαµβάνει και βήµατα «επαναστατικού ρεφορµισµού», δηλαδή ενός ρεφορµισµού µε σκοπό να αποσταθεροποιήσει ιεραρχικές δοµές και να ανοίξει χώρους για νέες ριζοσπαστικές µορφές κοινωνικής οργάνωσης να αναδυθούν, δηµιουργώντας στην πορεία έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο. Για παράδειγµα, η σύσταση κοινωνικών συνεταιρισµών στα πρότυπα της κοινωνικής οικονοµίας αποτελούν συγκεκριµένα βήµατα προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης, η µείωση των ωρών εργασίας, χωρίς τη µείωση του µισθού, µε την παράλληλη διασφάλιση ενός επιπέδου ικανοποίησης αναγκών µέσω ενός βασικού εισοδήµατος, µπορούν να απελευθερώσουν µέρος του χρόνου και της δηµιουργικότητάς µας για πολιτική συµµετοχή και ενασχόληση µε διάφορες µορφές αλληλέγγυας και οικολογικής οικονοµίας.
Στην Ελλάδα, η κρίση και η παρατεταµένη και γενικευµένη αποσταθεροποίηση, παρά τα τραγικά κοινωνικά επακόλουθα που περιλαµβάνει, µπορεί εν δυνάµει να αποτελέσει µια µοναδική ευκαιρία αλλαγής πορείας και αξιών, αρκεί να υπάρχει το όραµα της κατεύθυνσης την οποία θέλουµε να ακολουθήσουµε, συλλογικά ως κοινωνία. Την ώρα που η κριτική στον νεοφιλελευθερισµό είναι ευρέως διαδεδοµένη, η αποανάπτυξη αναδεικνύεται ως ένα κατεξοχήν θετικό πρόταγµα µε σαφές πολιτικό περιεχόµενο. Με άλλα λόγια, η αποανάπτυξη µας καλεί να υπερβούµε τόσο την παθητική στάση, όσο και την τυφλή αντίδραση, και να αρχίσουµε να ορίζουµε τον δηµόσιο λόγο και τις προτεραιότητες µας.
Το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόµα προλάβει να «διαβρωθεί» σε βάθος από τη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική λογική όσο άλλες χώρες της Δύσης, αποτελεί ένα δυνητικό συγκριτικό πλεονέκτηµα για τη µετάβαση σε µια «κοινωνία αποανάπτυξης», αφού πολλές από τις ιδέες που αυτή πρεσβεύει δεν είναι καθόλου καινούργιες ή ξένες. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουµε περισσότερο από µια µε δύο γενιές πίσω για να ξαναανακαλύψουµε τη σηµασία της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της φιλοξενίας, και του ρόλου της συνοχής της κοινότητας για την κοινωνική ευηµερία. Οι κοινωνίες του παρελθόντος εµπεριείχαν φυσικά και στοιχεία καταπίεσης και θα ήταν πολύ απλοϊκό να καλούµε σε µια ροµαντική επιστροφή σε µια εξιδανικευµένη επαρχία που δεν υπήρξε ποτέ. Η αποανάπτυξη µας καλεί απλά να µάθουµε από το παρελθόν και να επιλέξουµε τα στοιχεία εκείνα που αξίζει να διασωθούν και µπορούν να συνδιαµορφώσουν τους θεσµούς του σήµερα.

Όσον αφορά την κεντρική πολιτική σκηνή, το ζητούµενο είναι αν οι ιδέες της αποανάπτυξης, συνεχίζοντας την παράδοση του ριζοσπαστικού οικολογικού κινήµατος, µπορούν να τροφοδοτήσουν έναν νέο αριστερό λόγο και πολιτικό όραµα, καλώντας ουσιαστικά την ριζοσπαστική Αριστερά, αλλά και το ίδιο το οικολογικό κίνηµα, να ξεφύγουν από τον οικονοµισµό τον οποίο επικρίνουν αλλά εν τέλει αναπαράγουν. Η αποανάπτυξη προσφέρει µια νέα αφήγηση για το πού θέλουµε να πάµε, συλλογικά ως κοινωνία και προσφέρει ένα λεξιλόγιο, τόσο για να εκφράσουµε τη θεµελιώδη κριτική στην «κοινωνία της οικονοµικής ανάπτυξης», όσο και για να αρχίσουµε να συνδέουµε και να νοηµατοδοτούµε τα ψήγµατα του «άλλου κόσµου» ο οποίος ξεπηδάει µέσα από τις στάχτες της κρίσης, ενός κόσµου απλότητας, αλληλεγγύης και συνεργασίας. Η αποανάπτυξη δεν προσφέρει µια έτοιµη συνταγή, ούτε προτείνει ένα διαχειριστικό πλάνο εξόδου από την κρίση και επιστροφής σε µια ακαθόριστη ευηµερία, µέσω µιας απροσδιόριστης ανάπτυξης που θα λύσει όλα µας τα προβλήµατα. Αντιθέτως, µε το να αποτελεί ένα συλλογικό και συνεκτικό πολιτικό πρόταγµα, επιχειρεί να αλλάξει τα ίδια τα όνειρα και τους στόχους της κοινωνίας, και να πυροδοτήσει µια διαδικασία κοινωνικού µετασχηµατισµού, έτσι ώστε σταδιακά νέες δοµές κοινωνικής οργάνωσης να µπορέσουν να αναδυθούν, να ριζώσουν και να ανθίσουν.


Διαβάστε επίσης :



Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.