Ζητείται κομπάρσος

Εφημερίδες δεν διάβαζε πια. Ποιός άλλωστε διάβαζε πια εφημερίδες; Όταν έπεσε στο χέρι του μία, την ξεφύλλισε σαν να κρατούσε αρχειακό υλικό. Πήγαινε από τις πίσω σελίδες προς τις εμπρός, όπως έκανε μικρότερος, όταν ξεκινούσε απ' τα αθλητικά. Το μάτι του σταμάτησε τελικά στις μικρές αγγελίες, ίσως γιατί δεν είχαν φωτογραφίες και του έκανε εντύπωση η αντίστιξη σε ένα εικονοκρατούμενο σύμπαν. Δεν έψαχνε για δουλειά, όχι επειδή είχε, αλλά επειδή δεν χρειαζόταν. Είχαν μεριμνήσει οι γονείς του για αυτόν, ανάγκες δεν είχε. Ναι, ακόμη και μέσα σε αυτήν την οικονομία, ανάγκες δεν είχε. Ανάγκη να πάψει να βαριέται μόνο. Γιατί βαριόταν πολύ. Από παιδί. Και τις αγγελίες τώρα βαριεστημένα τις διάβαζε. Η συγκεκριμένη όμως προφανώς και τον ξάφνιασε: «Ζητείται κομπάρσος για να παίξει στην βραβευμένη κινηματογραφική ταινία “Leaving Las Vegas”. Αμοιβή δεν προσφέρεται, αλλά όλα τα έξοδα μετάβασης και παραμονής στο Λας Βέγκας πληρωμένα».
Πήρε το τηλέφωνο που δινόταν, σίγουρος ότι ήταν ένα είδος φάρσας ή εν πάση περιπτώσει παιχνιδιού, το οποίο όμως άξιζε να διαπιστώσει σε τι ακριβώς συνίστατο. Του απάντησαν ευγενικά σε όλες τις απορίες του: Όχι, δεν ήταν ούτε φάρσα ούτε παιχνίδι, όχι, δεν ήταν κάποιο ριμέικ, την αυθεντική ταινία αφορούσε η αγγελία, ναι, οι παραγωγοί ήθελαν -άγνωστο γιατί- κάποιον Έλληνα να είναι παρών σε μια σκηνή σε καζίνο, όχι, φυσικά δεν θα γινόταν κάποιο ταξίδι πίσω στο χρόνο -μην κάνετε γελοίες ερωτήσεις, σας παρακαλούμε-, μόνο στον τόπο θα γινόταν ταξίδι, θα πήγαινε εκεί για μια μέρα γυρισμάτων, θα γνώριζε κι από κοντά το Νίκολας και την Ελίζαμπεθ, πολύ πιθανόν να του έδιναν κι αυτόγραφο, αλλά καλό θα ήταν να μην έχει περισσότερες προσδοκίες, τέτοιου βεληνεκούς σταρ ούτε φιλίες κάνουν εύκολα με απλούς θνητούς, ούτε σε μνημονεύουν ονομαστικά όταν τους απονεμηθεί το όσκαρ, άλλωστε ακόμη και να υποτεθεί ότι θα ήθελαν, το έχουν ήδη παραλάβει τόσα πολλά χρόνια πριν, έτσι δεν είναι;».
Δεν τους πήρε σοβαρά βέβαια. Και το γεγονός ότι βρέθηκε στο αεροδρόμιο την μέρα και την ώρα που του είπαν, το μόνο που αποδείκνυε ήταν ότι και χρόνο στη διάθεση του να χαλάσει είχε και να δει ως πού θα έφτανε η μπλόφα τους ήθελε. Όλα πάντως πήγαν όπως του είχαν τάξει. Του παρέδωσαν το εισιτήριο όπως είχε συμφωνηθεί και ούτε λίγο ούτε πολύ λίγες ώρες μετά πετούσε προς ΗΠΑ. Εκεί τον περίμενε άλλος αντιπρόσωπος με άλλα εισιτήρια για την ανταπόκριση και περαιτέρω οδηγίες και για να μην τα πολυλογούμε όλα πήγαν ρολόι. Η σκηνή ήταν ασήμαντη, ο Κέιτζ τον έσπρωχνε με τον ώμο καθώς τρέκλιζε, εκείνος τον κοιτούσε ενοχλημένος, η Σου του έλεγε συγγνώμη, αυτό ήταν όλο, σημασία έχει όμως ότι είχε γίνει πια ο ίδιος τμήμα, έστω μικρό, έστω ελάχιστο, μιας από τις αγαπημένες του ταινίες.
Τα επόμενα χρόνια την έβλεπε και την ξαναέβλεπε, με διαφορετικό στάτους τώρα από παλιά, χαρούμενος και συγκινημένος για τις αναμνήσεις του ταξιδιού, για την ασυνήθιστη εμπειρία, για όλα. Συχνά έφερνε και τους λιγοστούς φίλους του και την έβλεπαν μαζί. Εκείνοι δεν τον πίστευαν, μέχρι που σταματούσε την εικόνα στο επίμαχο δευτερόλεπτο και τον έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια. Την εικοστή ή εικοστή πρώτη όμως φορά που έβαλε -ευτυχώς μόνος- να τη ξαναδεί διαπίστωσε φρικαρισμένος ότι η σκηνή του είχε κοπεί στο τελικό μοντάζ.

Έκτοτε μοίραζε μεγάλο μέρος του χρόνου του ανάμεσα στο να ξαναβλέπει την ταινία μήπως κάτι ξαναλλάξει και στο να ψάχνει μανιωδώς στις μικρές αγγελίες, για όσο ακόμη υπήρχαν εφημερίδες, για μια ακόμη ευκαιρία. Κι ας ήταν και σε λιγότερο αγαπημένη του ταινία, δεν πείραζε, αυτός θα ήταν σταντ μπάι.


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.