Υπάρχουν δύο Ελλάδες.

Πάντα έτσι ήταν, αυτός ο τόπος είναι χώρα των αντιθέσεων, ικανός να παράξει τους καλύτερους και τους χειρότερους των ανθρώπων, πολύ πολύ συχνά δε, ταυτόχρονα. Στην ίδια χρονική στιγμή.
Υπάρχει η Ελλάδα του Φοίβου, υπάρχει και η Ελλάδα του Θανάση Παπακωνσταντίνου ή των Mode Plagal πχ. Υπάρχει η Ελλάδα της Σώτης Τριανταφύλλου, υπάρχει και η Ελλάδα του Γιάννη Μακριδάκη, τον οποίο ξέρω δυστυχώς, μόνο από το μπλόγκ του ακόμα. Υπάρχει η Ελλάδα του πανηγυριού του χωριού, υπάρχει και η Ελλάδα του σκυλάδικου.
Υπάρχει η Ελλάδα του “γαμώ τους μετανάστες”, υπάρχει και η Ελλάδα που βοηθά και στηρίζει τους μετανάστες. Υπάρχει η Ελλάδα που απαιτεί περισσότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, υπάρχει και η Ελλάδα που παλεύει να μην γίνει μια τεράστια φυλακή. Υπάρχει η Ελλάδα που θέλει τα δάση της, το πράσινο της, που προσπαθεί να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού το περιβάλλον της, υπάρχει και η Ελλάδα που θέλει το μεταλλείο χρυσού της. Υπάρχει η Ελλάδα που οργίζεται από το ξεπούλημα των πάντων, υπάρχει και η Ελλάδα που θέλει “ανάπτυξη”. Υπάρχει η Ελλάδα που απαιτεί εργασιακή αξιοπρέπεια, υπάρχει και η Ελλάδα των ΕΟΖ.
Το ξεπούλημα του αιγιαλού είναι έγκλημα. Έγκλημα της πρώτης Ελλάδας, που θέλει να δεί τσιμέντο μέχρι την θάλασσα για πολλούς λόγους: άλλοι για τη μίζα, άλλοι για τις “δουλειές που θα δημιουργηθούν”, άλλοι γιατί έχουν πειστεί ότι αυτό είναι η ανάπτυξη, να πετάξουμε ξενοδοχεία και μπάρ πάνω στο κύμα, οι ξαπλώστρες να καταλάβουν κάθε τετραγωνικό εκατοστό άμμου, γκαρσόνια να πηγαινοέρχονται, τετράγωνοι τύποι να παίζουν ρακέτες, μουσικές στο διαπασών να μπλέκονται η μία με την άλλη σε μια απίστευτη βαβούρα, μισόγυμνες να χορεύουν πάνω σε μπάρες, λύματα να πέφτουν στη θάλασσα, πλαστικά ποτήρια με βραστό φρέντο μισοχωμένα στην άμμο, 5 ευρώ για να μην ξαπλώσεις στην άμμο αλλά στην πλαστική ξαπλώστρα.
Υπάρχει και η άλλη Ελλάδα. Είναι αυτή που έχει κοιμηθεί σε παραλία, έχει δώσει μάχη με τα κουνούπια, έχει κάνει βραδυνό μπάνιο, έχει δει τον γαλαξία να τον κυκλώνει στο σκοτάδι της υπαίθρου, έχει ξυπνήσει από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, έχει κοιμηθεί με την ανατολή, έχει γεμίσει άμμο σε κάθε σημείο του κορμιού, έχει κάνει σεξ πάνω στα βότσαλα δίπλα στο κύμα, έχει ανάψει φωτιά, έχει φάει κονσέρβα και φρυγανιές, έχει μισοκοιμηθεί στον ίσκιο ενός δέντρου με το δροσερό αεράκι, έχει περπατήσει χιλιόμετρα ίσως για να βρεί την ονειρική παραλία, έχει ξυπνήσει σε μια σκηνή, μούσκεμα στον ιδρώτα, για να ριχτεί κατευθείαν στο νερό, έτσι για το καλημέρα. Δεν έχουν αξία όλα αυτά. Δεν ορίζονται οικονομικά, δεν πουλιούνται και δεν αγοράζονται, ότι και αν πεί το οποιοδήποτε υπουργείο, οικονομική υπηρεσία, εταιρία, τράπεζα, golden boy ή άλλου είδους χαρτογιακάς. Τις παραλίες δεν μπορεί κανείς να τις πουλήσει. Δεν ανήκουν σε κανένα, δεν ανήκουν ούτε στο κράτος. Είναι δημόσιο αγαθό, δύο λέξεις που τρομάζουν τους νεοφιλελεύθερους όπως ο σταυρός το βρυκόλακα. Ανήκουν σε όλους, για να τις χαίρονται όλοι, ελεύθερα. Πώς μπορείς να πουλήσεις μια παραλία; Είναι παράλογο. Δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και σίγουρα δεν είναι και έργο κανενός, δεν τις έφτιαξε κάποιος για να του ανήκουν.
Αυτές οι δύο Ελλάδες είναι η σύγκρουση τελείως διαφορετικών αξιών και αντιλήψεων: η μία που φρικάρει άσχημα όταν κάτι δεν είναι “κερδοφόρο”, δεν παράγει χρήμα και περισσότερο χρήμα και άλλο χρήμα. Δεν καταλαβαίνει από ομορφιά, περιβάλλον, δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβει τι θα πεί “ξαπλώνω στην άμμο με το κύμα”. Καταλαβαίνει μόνο χαρτονομίσματα στην τσέπη και νούμερα σε λογαριασμούς. Το περιβάλλον είναι μόνο για εκμετάλλευση, οι φυσικοί πόροι είναι μόνο για εκμετάλλευση, οι άνθρωποι είναι “εργατικό κόστος” που πρέπει να αποφέρει κέρδη και μετά περισσότερα κέρδη. Γινόμαστε ένα μεγάλο μεγάλο εργοστάσιο, μια κανονική αποικία, με τους ξένους φραγκάτους να έρχονται να αγοράσουν το μερίδιο τους στον ήλιο, στην θάλασσα, να χαρούν τους ιθαγενείς να χορεύουν και να πίνουν ούζο και να σπάνε πιάτα και να τους κάνουν υποκλίσεις όταν τους σερβίρουν για το φιλοδώρημα, να αγοράσουν μια βόλτα στους Δελφούς ή στην Ολυμπία. Η άλλη αξία είναι αυτή που μας θέλει να ζούμε σαν άνθρωποι, να μοιραζόμαστε κάτι τόσο όμορφο με τους άλλους, να ζούμε στο όλον της ομορφιάς μιας παραλίας το ηλιοβασίλεμα ή της θέας ενός ψηλού άγριου βουνού. Χωρίς να το τεμαχίσουμε σε κομματάκια και να τα πουλήσουμε ένα ένα· θα ήταν σαν να πουλάμε ψυχή.
Σε αυτόν τον τόπο έχουμε ρίζες. Οι ρίζες δεν είναι για να τις φυλάς και να τις λατρεύεις, είναι για να αναπτύσσονται και να πετάνε φύλλωμα και να ψηλώνουν. Η θάλασσα είναι μια ρίζα μας, έθρεψε τους παπούδες μας, τους ταξίδεψε μετανάστες, τους πήρε μαζί της στον βυθό της μερικές φορές, μεγάλωσε γενιές μικρών παιδιών που έπαιζαν στα νερά της. Τα βουνά, τα δάση, τα ποτάμια το ίδιο. Δεν πουλιούνται έτσι όλα αυτά. Είναι όλων μας, ο αιγιαλός είμαστε όλοι και όλοι είμαστε αιγιαλός, είναι γραμμένος μέσα στις αναμνήσεις μας, στο παρελθόν και στο μέλλον. Αυτές δεν πουλιούνται. Ότι και να κάνετε, δεν πουλιούνται.




Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.