Η Άνοιξη έξω (του Jonathan Livingston)

Μπήκε η Άνοιξη για τα καλά, είναι η εποχή που αρχίζεις και μπλέκεις τα μπούτια σου γιατί αλλάζουν οι ρυθμοί και τα σκηνικά, αργεί να νυχτώσει, μια κρυώνεις μια ζεσταίνεσαι, βλέπεις αυτόν τον ήλιο και σου τη σπάει γιατί δεν μπορείς να τον απολαύσεις, πάντα κάτι θα χεις να κάνεις, σε κάποια υποχρέωση να τρέξεις.
Είναι η εποχή που όλη η φύση βγαίνει από το λήθαργό της, ζωντανεύει και αναπαράγεται. Γεμίζει χρώματα και αρώματα. Το βλέπεις και από τον ίδιο σου τον εαυτό, νιώθεις τις ορμές σου να αυξάνονται κατακόρυφα, ανακαλύπτεις τον αισθησιασμό παντού, σε κάθε βλέμμα, σε κάθε άγγιγμα, σε κάθε μυρωδιά. Όλα μετατρέπονται ξαφνικά  σε μια ωρολογιακή βόμβα στα βιολογικά σου ρολόγια. Είναι η φύση σου, είναι η Φύση, είσαι κομμάτι της φύσης, διάολε.
Ένα κομμάτι της φύσης ενσωματωμένο σε ένα γαμημένο κοινωνικό σύστημα που προσπαθεί συνεχώς να σε πείσει ότι δεν είσαι άνθρωπος αλλά ρομπότ, όχι ένα κομμάτι της φύσης αλλά ένα εξάρτημα της μηχανής.
Μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο με ρευστές σχέσεις, αβεβαιότητες και ανασφάλειες, αποξένωση, φτώχεια, μιζέρια και καταπίεση, ζεις τα μικρά σου δράματα σε μια ζωή φλας φόργουορντ. Από ξυπνητήρι σε ξυπνητήρι με δυο τζούρες ζωή ανάμεσα. Ζωή σαν τσιγάρο στα μουλωχτά σε μια σκοπιά, σε ένα σχολικό σκασιαρχείο. Δε φτάνει γαμώτο, δε φτάνει. Πότε ξύπνησες, πότε κοιμήθηκες, πότε πέρασε κι αυτή η βδομάδα.
Βουλιάζεις συνεχώς μέσα στον βούρκο της καθημερινότητας και της ρουτίνας. Έχεις αλλοιωθεί, έχεις αλλοτριωθεί, κοιτάς παλιές φωτογραφίες και απορείς ποιος είναι αυτός  που σου μοιάζει, πέφτεις πάνω σε παλιά αγαπημένα αντικείμενα που έχεις πια ξεχάσει και τα κουδουνάκια της μνήμης αντηχούν στο μυαλό σου μακρινά, θολά και ακαθόριστα, καλώς δέχθηκες τη λησμονιά, σου τραγουδούν. Πνίγεσαι και βουλιάζεις, βουλιάζεις και πνίγεσαι.
Κάπου κάπου, μαζεύεις όλη σου τη δύναμη και πετάγεσαι στην επιφάνεια να πάρεις ανάσα και να δεις τον ήλιο με ένα καλό βιβλίο, μια συναυλία, ένα ταξίδι, έναν έρωτα, μια γλυκιά συνουσία, μα ο ήλιος σε καίει, έχεις ξεμάθει, το δέρμα σου έχει γίνει διάφανο από το σκοτάδι και ταυτόχρονα η άρρωστη εξάρτηση σε τραβάει αργά και σταθερά ξανά στον βούρκο κι έτσι, πειθήνια, γυρνάς στον τάφο της ρουτίνας σου.
Παράλληλα εκεί έξω, η Άνοιξη συνεχίζει ακάθεκτη να σπέρνει σπόρους και χρώματα όλη την πλάση, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τη δικιά σου κατάντια. Παντοδύναμη κι αρχέγονη, ξέρει καλά τη δύναμή της. Ακόμα κι αν μπαζώσεις όλο το χώμα, αυτή πάντα θα μπορεί να κάνει κομμάτια το τσιμέντο σου και στη θέση του να φυτρώνει πολύχρωμα λουλουδάκια που θα σε κοροϊδεύουν μες τη μούρη σου. Αλλά ακόμα κι αν αυτό καταφέρεις να της το στερήσεις, η Άνοιξη δεν αγχώνεται, δε πα να βουλιάζεις όσο θέλεις στα σκατά, δε πα να καταστρέφεις ό,τι ωραίο εκείνη φτιάχνει, πάντα τέτοια εποχή κάτι μέσα σου θα σε καίει…
Γυρνάς κουρασμένος το βράδυ αργά. Έξω από το σπίτι σου άνθισε και φέτος η αμυγδαλιά. Μαυλίστρα, μοσχοβολιαστή, ερωτική, σκορπάει το άρωμά της σε όλο τον δρόμο και η ασχήμια του με μιας λιγοστεύει. Παίρνεις βαθιά ανάσα και κοιτάς τον ουρανό σαν παιδί. Πότε ήταν η τελευταία φορά που κοίταξες προς τα πάνω, αναρωτιέσαι.

Ευτυχώς που υπάρχουν οι αμυγδαλιές για να μαλακώνει ο χειμώνας στις καρδιές των ανθρώπων…


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.