Βοτανική ιατρική

H φαρμακευτική χρήση των βοτάνων είναι τόσο παλιά όσο ο πολιτισμός. Η πρώτη γνωστή γραπτή αναφορά έρχεται από τους Σουμέριους το 2.200 π.Χ. Η λεκάνη της Μεσογείου υπήρξε από τις παλαιότερες κοιτίδες πολιτισμού και πιθανώς γι’αυτό το λόγο η χλωρίδα της μελετήθηκε και αξιολογήθηκε από πολύ νωρίς. Αναφορές και πλήθος στοιχείων από την Αίγυπτο, την Μικρά Ασία, την Βαβυλώνα αλλά και από έργα όπως του Όμηρου και των Ελλήνων φιλοσόφων έχουν φθάσει ως τις μέρες μας Πρώτος ο Ιπποκράτης εστίασε στις θεραπευτικές ικανότητες των βοτάνων και κατέγραψε περίπου 400 είδη των οποίων η χρήση ήταν γνωστή κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. Ακολούθησε η ερευνητική δουλειά του Θεόφραστου κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους και του Πλίνιου του Πρεσβύτερου κατά τους Ρωμαϊκούς με αποκορύφωμα τη βοτανική του Διοσκουρίδη τον 1ο αιώνα μ.Χ. όπου καταγράφονται 600 βότανα. Το τελευταίο έργο αποτέλεσε βάση για πολλές μεταγενέστερες μελέτες με δημοφιλέστερη εκείνη του Culpeper τον 17ο αιώνα π.Χ. Ο σκοταδισμός του Μεσαίωνα σε συνδιασμό με τις προλήψεις και την άγνοια που επικρατούσαν απέδωσαν μαγικές ιδιότητες στα φυτά. Λέγεται μάλιστα ότι όταν ο δάσκαλος Alcuin ζήτησε από τον Καρλομάγνο τον ορισμό του βοτάνου απάντησε ότι είναι «ο φίλος του θεραπευτών και ο έπαινος των μαγείρων».
Η περιοχή γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου, που αποτελείται από ένα τμήμα της Ευρώπης, της Αφρικής και της Ασίας, είναι ένας κόμβος πολιτισμικής και εδεσματολογικής ανταλλαγής. Έτσι το εμπόριο βοτάνων και μπαχαρικών που ξεκίνησε από πολύ νωρίς ενίσχυσε την «ανταλλαγή» καλλίεργιας βοτάνων και φαρμακευτικών φυτών ανάμεσα στις τρείς ηπείρους.

Σύμφωνα με την παράδοση τα βότανα και τα φαρμακευτικά φυτά έχουν πολλούς τρόπους προετοιμασίας. Βασική προϋπόθεση όμως πάντα είναι ότι για να μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε σωστά και ολοκληρωμένα τις ιδιότητες τους θα πρέπει να έχουν συλλεχθεί, αποξηρανθεί και αποθηκευτεί σωστά. Επίσης, από τη στιγμή που θα έρθουν στην κατοχή μας θα πρέπει να φυλάσσονται σε δροσερό και σκιερό μέρος και να καταναλώνονται σε εύλογο χρονικό διάστημα (έως 8 μήνες).

Οι μέθοδοι προετοιμασίας χωρίζονται σε εκείνες που εφαρμόζουμε για εσωτερική χρήση και σε εκείνες που εφαρμόζουμε για εξωτερική χρήση.

Τα τρία βασικά είδη παρασκευασμάτων για εσωτερική λήψη είναι:
1. Υδατικά παρασκευάσματα
2. Αλκοολούχα παρασκευάσματα
3. Φρέσκα ή αποξηραμένα βότανα

Υδατικά παρασκευάσματα
Υπάρχουν δύο τρόποι παρασκευής εκχυλισμάτων


Τα εγχύματα που αφορούν στα μαλακά και τρυφερά μέρη του φυτού (φύλλα, άνθη, πράσινοι βλαστοί) όπου οι απαραίτητες ουσίες είναι εύκολα διαθέσιμες.

Τα αφεψήματα που αφορούν στα σκληρότερα μέρη του φυτού (ρίζα, στέλεχος, σκληροί καρποί, σπόροι).
Έγχυμα
Είναι η απλούστερη και συνηθέστερη μέθοδος λήψη ενός βοτάνου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί με φρέσκα και ξηρά βότανα. Αν η συνταγή αναφέρει ένα μέρος ξηρού βοτάνου μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με τρία μέρη φρέσκου βοτάνου. Αυτή η διαφορά οφείλεται στη μεγαλύτερη ποσότητα νερού που περιέχει ένα φρέσκο φυτό. Πιο απλά, αν η συνταγή αναφέρει μια κουταλιά τσαγιού ξηρό βότανο, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με τρεις κουταλιές του τσαγιού φρέσκο βότανο.
Η αναλογία σε σχέση με το νερό είναι μία κουταλιά τσαγιού ξηρό βότανο για κάθε φλιτζάνι ροφήματος. Η παρασκευή είναι επίσης απλή, σε ένα φλιτζάνι ρίχνουμε μια κουταλιά ξηρό βότανο προσθέτουμε βραστό νερό και αφήνουμε το μίγμα για δέκα έως δεκαπέντε λεπτά να μουλιάσει. Έπειτα το σουρώνουμε και είναι έτοιμο για κατανάλωση.

Τα εγχύματα πίνονται ζεστά, είναι ο συνηθέστερος και καλύτερος τρόπος, ή κρύα ή ακόμη με παγάκια. Τα γλυκαίνουμε με γλυκόριζα, μέλι η και με ακατέργαστη ζάχαρη.

Επίσης, για μεγαλύτερες ποσότητες που θα διαρκέσουν περισσότερο χρόνο, η αναλογία είναι 30 γραμμάρια ξηρού βοτάνου για μισό λίτρο νερό. Ο καλύτερος τρόπος αποθήκευσης είναι σε γυάλινο μπουκάλι που να κλείνει καλά και να φυλάσσεται στο ψυγείο. Η διάρκεια ζωής ενός τέτοιου εγχύματος δεν είναι πολύ μεγάλη γιατί δίνει προσοδοφόρο έδαφος για τον πολλαπλασιασμό κάθε μικροοργανισμού που θα μπεί στο μπουκάλι. Επομένως με την πρώτη ένδειξη ζύμωσης ή αλλοίωσης το έγχυμα πρέπει να πεταχτεί. Γενικότερα, τα εγχύματα καλύτερο είναι να καταναλώνονται μόλις παρασκευάζονται.

Σε περίπτωση που θέλουμε να φτιάξουμε έγχυμα από σκληρότερα μέρη (φλοιό, ρίζα, σπόρους ή ρητίνη) καλό είναι να τα κονιορτοποιήσουμε πρώτα. Με αυτό τον τρόπο σπάμε ένα μέρος από τα κυτταρικά τοιχώματα ούτως ώστε τα συστατικά να είναι πιο διαθέσιμα στο νερό. Οι σπόροι για παράδειγμα πρέπει να σπάνε ελαφρά πρίν χρησιμοποιηθούν ώστε να απελευθερωθούν τα πτητικά έλαια από τα κύτταρα.

Επίσης τα εγχύματα των αρωματικών φυτών πρέπει να παρασκευάζονται σε δοχείο μα καπάκι που να κλείνει καλά για να ελαχιστοποιήσουμε την απώλεια των πτητικών ελαίων από την εξάτμιση.

Για βότανα που είναι πολύ ευαίσθητα στη θερμότητα, είτε γιατί περιέχουν έλαια μεγάλης πτητικότητας είτε γιατί τα συστατικά τους διασπώνται σε υψηλές θερμοκρασίες μπορούμε να παρασκευάσουμε κρύο έγχυμα. Η αναλογία βοτάνου νερού παραμένει ίδια μόνο που θα πρέπει να αφήσουμε το μίγμα για έξι έως δώδεκα ώρες σε καλά σφραγισμένο γυάλινο δοχείο. Μια παραλλαγή είναι η παρασκευή κρύων εγχυμάτων με γάλα. Το γάλα περιέχει λίπη και έλαια που βοηθούν τη διάλυση των λιπαρών συστατικών των φυτών. Τα εγχύματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως κομπρέσες ή καταπλάσματα όπου η καταπραϋντική ιδιότητα του γάλακτος προστίθεται σ’εκείνη των βοτάνων. Πρέπει να επισημάνουμε όμως μια αντένδειξη ως προς τη χρήση του γάλακτος σε περίπτωση που το άτομο παρουσιάζει εσωτερική αντίδραση στο γάλα με τη μορφή υπερευαισθησίας ή αλλεργίας ή αν το δέρμα εμφανίζει ερεθισμό σε περίπτωση εξωτερικής επάλειψης, πρέπει να αποφεύγουμε αυτά τα εγχύματα.


Αφέψημα

Όπως προαναφέρθηκε ο τρόπος αυτός παρασκευής είναι προτιμότερος για το σκληρό και ξυλώδες μέρος του βοτάνου (ρίζες, ριζώματα, ξύλο, φλοιός, ξηροί καρποί και μερικοί σπόροι) και αυτό για να μπορέσουν τα διαλυτά συστατικά του βοτάνου να φτάσουν στο νερό. Τα κυτταρικά τους τοιχώματα είναι πολύ ανθεκτικά και χρειάζεται περισσότερη θερμότητα για την μεταφορά των δραστικών τους συστατικών στο νερό. Ουσιαστικά βράζουμε το βότανο μέσα στο νερό. Η αναλογία νερού/βοτάνου είναι ίδια όπως στο έγχυμα. Αν τα βότανα είναι ξηρά πρέπει να κονιορτοποιούνται ή να σπάζονται σε μικρά κομμάτια, αν είναι φρέσκα να κόβονται σε μικρά κομμάτια. Επίσης, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται αλουμινένια σκεύη.

Το αφέψημα χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο όπως και το έγχυμα. Όταν παρασκευάζετε μείγμα μαλακών και ξυλωδών βοτάνων καλό είναι να φτιάχνεται ένα έγχυμα και ένα αφέψημα ξεχωριστά ώστε να μην καταστρέφονται τα συστατικά των πιο ευαίσθητων βοτάνων. Επίσης όταν χρησιμοποιείτε ένα ξυλώδες βότανο που περιέχει πολλά πτητικά έλαια θα πρέπει να το κονιορτοποιήσετε όσο καλύτερα γίνεται και να φτιάξετε έγχυμα για να μην καταστραφούν τα πτητικά έλαια κατά τον βρασμό.



Αλκοολούχα παρασκευάσματα
Γενικότερα η αλκοόλη είναι καλύτερο διαλυτικό από το νερό για τα συστατικά των φυτών. Ένα μίγμα αλκοόλης και νερού διαλύει σχεδόν όλα τα ουσιώδη συστατικά ενός βοτάνου και παράλληλα ενεργεί σαν συντηρητικό. Τα αλκοολούχα παρασκευάσματα ονομάζονται βάμματα. Μερικές φορές ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για τα παρασκευάσματα που βασίζονται στη γλυκερίνη ή το ξύδι.

Για γενική, οικιακή χρήση το καλύτερο είναι να χρησιμοποιούνται αλκοολούχα αποστάγματα με περιεκτικότητα 30% (60 βαθμών) αλκοόλης όπως για παράδειγμα η βότκα, το τσίπουρο, η τεκίλα. Είναι το ασθενέστερο μείγμα αλκοόλης/νερού με μακρόχρονη συντηρητική δράση. Σε επαγγελματικό επίπεδο, δηλ. σύμφωνα με τις οδηγίες ενός φαρμακολογίου, οι αναλογίες αλκοόλης/νερού διαφέρουν για κάθε βότανο.

Ρίχνουμε σ’ένα γυάλινο βάζο 120 γρ. ψιλοκομμένο ή αλεσμένο ξηρό βότανο (αν χρησιμοποιείτε φρέσκα βότανα, βάλτε τη διπλάσια ποσότητα) και μισό λίτρο βότκα 30% και το κλείνουμε καλά. Τοποθετούμε το δοχείο σε ζεστό μέρος για δύο εβδομάδες και το κουνάμε καλά δύο φορές την ημέρα. Με ένα κομμάτι μουσελίνα σουρώνουμε το μίγμα και στο τέλος στύβουμε το πανί μέχρι να μην περιέχει άλλο υγρό. Το υπόλειμμα του βοτάνου που θα μείνει μέσα στο πανί είναι πολύ καλό λίπασμα. Βάζουμε το βάμμα σε σκούρο μπουκάλι και το φυλάμε καλά κλεισμένο.

Τα βάμματα είναι πολύ ισχυρότερα (σε ίσους όγκους) από τα εγχύματα και τα αφεψήματα, γι’αυτό χρησιμποιούνται σε πολύ μικρότερες ποσότητες, 5 έως 15 σταγόνες, ανάλογα με το βότανο. Μπορούν να ληφθούν μόνα τους ή αναμεμειγμένα με νερό ή ακόμα σ’ένα φλιτζάνι ζεστό νερό. Στην τελευταία περίπτωση, εξατμίζεται ένα μεγάλο μέρος της αλκοόλης και μένει το μεγαλύτερο μέρος του εκχυλίσματος στο νερό. Επίσης μπορείτε να ρίξετε λίγες σταγόνες στη μπανιέρα ή σε μια λεκάνη για ποδόλουτρο ή μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή αλοιφής.

Βάμματα με βάση το ξύδι

Το ξύδι περιέχει οξικό οξύ και ενεργεί σαν διαλυτικό και συντηρητικό όπως η αλκοόλη. Καλό είναι να προτιμάται το μηλόξυδο και σε οποιαδήποτε περίπτωση να αποφεύγεται το συνθετικό χημικό ξύδι. Ακολουθείται η ίδια μέθοδος όπως στα βάμματα με βάση την αλκοόλη. Αν μουλιάσουμε μπαχαρικά ή αρωματικά βότανα μέσα σε ξύδι τότε θα έχουμε ένα αρωματικό ξύδι κατάλληλο για μαγειρική.

Βάμματα με βάση τη γλυκερίνη
Έχουν το πλεονέκτημα ότι είναι πιο ήπια για το πεπτικό σύστημα από τα αλκοολούχα βάμματα και το μειονέκτημα ότι δεν διαλύουν τόσο καλά τα ρητινώδη και ελαιώδη συστατικά. Γενικότερα η γλυκερίνη σαν διαλυτικό είναι καλύτερη από το νερό αλλά όχι τόσο καλή όσο η αλκοόλη.

Για μείγμα μισού λίτρου βάζουμε ένα μέρος γλυκερίνης, ένα μέρος νερό (50/50) και 110 γρ. ξηρό, αλεσμένο βότανο σ’ένα καλά κλεισμένο δοχείο για δύο εβδομάδες ανακινώντας το μείγμα καθημερινά. Μετά από δύο εβδομάδες στραγγίζουμε το μείγμα και στύβουμε το υπόλειμμα όπως και στα αλκοολούχα βάμματα. Αν τα βότανα είναι φρέσκα, επειδή περιέχουν περισσότερο νερό ρίχνουμε 220 γρ. σε ένα μείγμα 75% γλυκερίνη/25% νερό.

Σιρόπι

Αν ένα υγρό φάρμακο (έγχυμα, αφέψημα ή βάμμα) έχει δυσάρεστη γεύση μπορούμε να το ανακατέψουμε με κάποιο γλυκαντικό για να γίνει πιο ευχάριστο. Η πιο παραδοσιακή μέθοδος είναι να χρησιμοποιήσουμε σιρόπι.

Μια απλή βάση σιροπιού είναι να ρίξουμε μισό λίτρο βραστού νερού σε 1,1 κιλά ζάχαρη. Βάζουμε το μείγμα στη φωτιά και ανακατεύουμε μέχρι να διαλυθεί η ζάχαρη και να αρχίζει να βράζει. Τότε το κατεβάζουμε αμέσως από τη φωτιά. Το σιρόπι αυτό συνδυάζεται ιδανικά με τα βάμματα. Ανακατεύουμε ένα μέρος βάμματος με τρία μέρη σιροπιού και το φυλάμε για μελλοντική χρήση.

Στα εγχύματα και τα αφεψήματα προσθέτουμε απευθείας τη ζάχαρη, για κάθε μισό λίτρο υγρού προσθέτουμε 350 γρ. ζάχαρη, και το ζεσταίνουμε σε χαμηλή φωτιά μέχρι να διαλυθεί. Και αυτό το μείγμα μπορεί να αποθηκευτεί για μελλοντική χρήση στο ψυγείο.


Οξύμελι

Το οξύμελι χρησιμοποιείται για να καλύψει την πολύ έντονη γεύση ορισμένων βοτάνων, όπως το σκόρδο. Είναι ένα μείγμα που παρασκευάζεται από πέντε μέρη μελιού και ένα μέρος ξυδιού. Ρίχνουμε σε μια κατσαρόλα μισό λίτρο ξύδι και ένα κιλό μέλι και το βράζουμε μέχρι το μείγμα να πάρει την πυκνότητα σιροπιού.

Πηγές
Οδηγός Βοτανοθεραπείας, David Hoffman; διόπτρα
The Illustrated Encyclopedia of Essential Oils, Julia Lawless; thorsons
The Practice of Aromatherapy, Jean Valnet, MD;healing arts press
The Practical Handbook of Plant Alchemy, Manfred M. Junius;healing arts press




Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.