“Σας τα πήραμε”

Ανήκω στους μακροχρόνια άνεργους και σ’ αυτούς κάτω απ’ τα όρια -όχι της φτώχειας-, αλλά της απορίας. Πιο άπορη δεν είναι δυνατόν να γίνω. Ενίοτε η εκκλησία της ενορίας μου, με τροφοδοτεί με είκοσι πακέτα μακαρόνια Νο 6-7-10, ένα μπουκάλι λάδι, ένα πακέτο αλεύρι. Αναρωτιέμαι, εάν τα ανακατέψω, τι φαγητό θα ετοιμάσω. Εδώ και 8 χρόνια έχασα όλη μου την οικογένεια σε τραγικό δυστύχημα. Έμεινα στον κόσμο ολομόναχη. Βρήκα σταδιακά και τρεις γατούλες για να γίνεται κάποια υποτυπώδης φασαρία στο έρημο σπίτι. Έχω τρία πτυχία, είμαι συγγραφέας, αλλά δεν γράφω, δεν είμαι πολύ στενοχωρημένη και νηστική. Ζητιάνευα στην αρχή, όπως και τώρα. Ούτε λόγος για να βρω δουλειά. Με δύο φωτεινά οικονομικά διαλείμματα στο μεταξύ.

Το πρώτο, ήρθε με τη μορφή μιας επιστολής από την Alpha Bank, όπου με
ενημέρωναν ότι, εάν ήθελα, μου προσέφεραν ένα καταναλωτικό δάνειο 3.000 ευρώ (2.270 πήρα στο χέρι). Τους ενημέρωσα ότι, βάσει της φορολογικής μου ενημερότητας, δεν δικαιούμην το δάνειο εκείνο. Επέμεναν όμως ότι είχαν επιλέξει 150 συμπολίτες μας, με κύρος, αξιοπρέπεια κι άλλα τέτοια ασύστολα, που οι ίδιοι δεν τα πίστευαν.

Εκείνα τα χρήματα μου φάνηκαν θεόσταλτα. Έκανα ένα σωρό δουλίτσες μ’ αυτά. Μου έδωσαν κι ένα βιβλιάριο Ταμιευτηρίου, να βάζω κάθε 28 του κάθε μήνα 44 ευρώ, τη δόση του δανείου, αριθμός δανείου, 153001101098500. Λίγο πριν μου τελειώσει το δάνειο, ένα ζεύγος ηλικιωμένων εμφανίστηκε στο σπίτι μου, λέγοντάς μου πως ο σύζυγος ήταν “αδερφός” του νεκρού μου πατέρα. Ο κύριος Αλέκος, καλή του η ώρα, και η κ. Ζωή, συνταξιούχοι Εθνικής Τραπέζης.


Μετά το τέλος της επίσκεψής τους μου άφησαν ένα φάκελο με 300 ευρώ. Με εκείνα τα χρήματα, που μου ‘διναν με χαρά και πολύ τακτ κάθε μήνα, περνούσα αρκετά καλά. Ώσπου τον Δεκέμβριο ήρθε μόνος του ο κ. Αλέκος, σε κακό χάλι. Είχε χάσει τη “Ζωή” του, όπως την αποκαλούσε, την κ. Ζωή, από ανακοπή.
Μου άφησε τα τελευταία 300 ευρώ κι έφυγε, να πάει στον Καναδά να ζήσει με την κόρη του, μιας και η τρόικα του είχε αφήσει τη μισή σύνταξη. Και δεν τα ‘βγαζε πέρα.

Με πήρε η κάτω βόλτα. Δεν ήξερα, ούτε ξέρω, πώς να διαχειριστώ τη ζωή μου δίχως χρήματα. Κάνα-δυο γιαγιές, φίλες της μαμάς μου, που με βλέπει από κει που είναι, μου έδιναν βάσει της πλημμελούς δυνατότητας των συντάξεών τους 20 με 35 ευρώ τον μήνα, κι αυτό όχι κάθε μήνα. Δυστυχώς πάσχω, από μικρή ηλικία, από δισκοπάθεια και δεν μπορώ να κάνω οποιαδήποτε εργασία.

Σκέφτηκα, αφού είχα σταματήσει την αποπληρωμή του δανείου και τους είχα ενημερώσει για ποιο λόγο, να δικτυωθώ με 1-2 φίλους, τέως συμφοιτητές μου, να τους ζητήσω βοήθεια. Η δική τους οικονομική κατάσταση ήταν λίγο καλύτερη απ’ την τραγική οικονομική μου ένδεια. Εκτός αυτού, είχαν και έχουν υποχρεώσεις αφού είναι παντρεμένοι άνθρωποι με οικογένειες. Δυο-τρεις φορές μού έστειλαν από 50 ευρώ. Πάντα μέσω του βιβλιαρίου της Alpha Bank.

Πριν από δύο ημέρες, ένας απ’ τους δύο αγαπημένους μου φίλους, ο πιο φτωχός, με ειδοποίησε ότι έβαλε 60 ευρώ στον “λογαριασμό” μου! Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη, διότι ούτε χαρτί τουαλέτας δεν υπήρχε στο σπίτι. (Ούτε τώρα υπάρχει. Ελάτε να δείτε.)

Την επομένη, νωρίς-νωρίς πήγα στην Alpha Bank της περιοχής μου. Ζήτησα ενημέρωση βιβλιαρίου και… η κοπρίτις με αργή ομιλία μού ψιθύρισε πίσω απ’ το τζάμι: “Μηδέν”.

“Τι μηδέν;” φώναξα εγώ, νιώθοντας τα μαχαίρια της απόγνωσης να μου τρυπούν το στήθος.

“Χθες ένας φίλος μου κατέθεσε 60 ευρώ”. Με την ίδια αργόσυρτη χαμηλή φωνή, η υπάλληλος καταδέχτηκε να προσθέσει 2-3 λέξεις ακόμη:
“Σας τα πήραμε”.
“Τι εννοείτε, μου τα πήρατε;” Αυτή τη φορά δεν κατάφερε να συγκρατήσει κι ένα χασμουρητό, αφού θα ‘ταν 8.30-9 παρά 45 (βιαζόμουν, βλέπετε), και συμπλήρωσε:
“Χρωστάτε το δάνειό σας”.
“Το ξέρω, χρωστώ 720 ευρώ και θέλω τα 60 ευρώ μου, διότι ούτε 28 έχει ο μήνας ούτε εντολή σάς έδωσα εγώ”.
“Την έχει δώσει το υπ. Οικονομικών, μαντάμ, και μη φωνάζετε, διότι έχω πονοκέφαλο”. “Πήγαινε να σε κάνει καλά ο Στουρνάρας!” Ήξερα ότι η απελπισία μου με είχε βγάλει εκτός εαυτού. Και κάθε ηρωική μου προσπάθεια να υπερασπίσω τον εαυτό μου ολομόναχη έπεφτε στο κενό. “Άκου να σου πω, μωρή κλώσσα”, άρχισα.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω, διότι δύο ψηλοί πολύ, από εμένα που είμαι 1,73, μ’ έβγαλαν σηκωτή, δακρυσμένη και εξόχως απελπισμένη, για το πού έχει φτάσει η χώρα μου.
Και ερωτώ και πάλι: Δεν υπάρχει κάποιος, κάποιοι, κάτι να ξεπλυθεί αυτή η
γερμανική γλίτσα, με την οποία ο κ. Σαμαράς αλείφει το πρόσωπό του, μια και ο χρόνος, αυτός ο πανδαμάτωρ, έχει αφήσει ΚΑΙ σ’ αυτόν τα σημάδια του; Μήπως να αποταθούμε σε καμιά τηλεπερσόνα πρωινάδικου να μας πει από πού θα προμηθευτούμε αρκετά γαλόνια ακετόνης, μήπως και φύγει η γερμανοελληνική γλίτσα;


Αργότερα, σκεπτόμενη πιο ήρεμα, είπα σε μένα και τις γατούλες μου: “Για 60 ευρώ τραβάει ό,τι τραβάει ετούτη η πολύπαθη κοίτις της Δημοκρατίας και του ολυμπιακού φωτός; Χαλάλι τους, ρε!” Τώρα, που μου κλέψατε λίγα απ’ αυτά που σεις μου προσφέρατε… θα δούμε Α-α-ανάκαμψη ωρέ! Ανάκαμψη! Κε Σαμαρά, κερνάτε μπίρα και λίγο φαγητό; Στην εφημερίδα θα βρείτε τα στοιχεία μου, καθώς και οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφέρεται.


Μια βαθύπλουτη, η οποία για να περάσει την ώρα της πάει και κάνει αναλήψεις!

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.