Τι είναι η αποανάπτυξη; Από ένα σλόγκαν ακτιβιστών σε ένα κοινωνικό κίνημα

 Η αποανάπτυξη είναι ένα σλόγκαν, μια λέξη «βόμβα». Σκοπός της είναι να πυροδοτήσει μια συζήτηση σχετικά με την διάγνωση και την πρόγνωση της κοινωνίας μας. Η «αποανάπτυξη» ξεκίνησε από ακτιβιστές το 2001, μα γρή­γορα αποτέλεσε το ερμηνευτικό πλαίσιο για ένα νέο κοινωνικό κίνημα στο οποίο συγκλίνουν πολλά ρεύματα κριτικών ιδεών και πολιτικής δράσης. Αποτελεί μια προσπάθεια επαναπολιτικοποίησης των συζητήσεων γύρω από τις επιθυμητές κοινωνικό-περιβαλλοντικές προοπτικές και ένα παρά­δειγμα μιας επιστήμης εμπνευσμένης από τον ακτιβισμό που τώρα εδραιώ­νεται ως έννοια και στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία. Το κεφάλαιο αυτό συ­ζητά τον ορισμό, την προέλευση, την εξέλιξη, τις πρακτικές και τη δομή της αποανάπτυξης. Ο κύριος σκοπός του είναι να εξηγήσει τις πολλαπλές θεω­ρητικές πηγές και στρατηγικές της αποανάπτυξης έτσι ώστε να βελτιώσου­με τον βασικό της ορισμό και να αποφύγουμε απλουστευτικές κριτικές και παρανοήσεις. Για αυτόν τον σκοπό το κεφάλαιο παρουσιάζει τις βασικές θεωρητικές πηγές έμπνευσης της αποανάπτυξης, τις ποικίλες στρατηγικές της (συγκρουσιακός ακτιβισμός, διαμόρφωση εναλλακτικών λύσεων και πολιτικών προτάσεων) καθώς και τους δρώντες (ακτιβιστές, επιστήμονες και αυτούς που ζούνε την αποανάπτυξη). Τέλος το κείμενο υποστηρίζει ότι η ποικιλομορφία του κινήματος δεν αναιρεί την ύπαρξη μια κοινής πορείας

1.  Εισαγωγή

Η αποανάπτυξη («décroissance» στα γαλλικά) ξεκίνησε στις αρχές του 21ου αιώνα
σαν μια πρωτοβουλία για την εθελοντική συρρίκνωση της παραγω­γής και της κατανάλωσης με στόχο την κοινωνική και οικολογική βιωσιμό­τητα. Γρήγορα έγινε ένα σύνθημα ενάντια στην οικονομική ανάπτυξη (Bernard et al· 2003) και εξελίχθηκε σε ένα κοινωνικό κίνημα. Ο όρος επίσης εισχώρησε σε ακαδημαϊκά έντυπα και τουλάχιστον πέντε ειδικά τεύχη έ­χουν αφιερωθεί στο θέμα τα τελευταία τέσσερα χρόνια (Fournier 2008,Kallis et al. 2010, Victor 2010, Kallis et al 2013, Cattaneo et al. 2012, Sekulova et al 2013, Saed 2012). Η αποανάπτυξη έχει επίσης αναφερθεί και αναλυθεί από Γάλλους και Ιταλούς πολιτικούς και πολλές γνωστές εφημερίδες[1]όπως οι Le Monde[2], Le Monde Diplomatique[3], El Pais, the Wall Street Journal[4] και Financial Times[5]. Μέσα στην σύντομη ζωή της η αποανάπτυξη έχει υποστεί αποκλίνουσες και συχνά απλουστευτικές ερμηνείες. Το άρθρο αυτό απο- σκοπεί στο να βελτιώσει τον βασικό ορισμό της αποανάπτυξης και ταυτό­χρονα να αποσαφηνίσει πιθανές παρανοήσεις όσον αφορά την έννοια της. Για αυτό τον σκοπό παραθέτουμε μια σύντομη ιστορία της αποανάπτυξης και μια περιεκτική περιγραφή των θεωρητικών πηγών και στρατηγικών, τονίζοντας ταυτόχρονα τη σημασία της ως κοινωνικό κίνημα.

Σε αντίθεση με τη βιώσιμη ανάπτυξη η οποία βασίζεται σε μια λανθασμένη συναίνεση (Hornborg 2009), η αποανάπτυξη δεν φιλοδοξεί να υιοθετηθεί ως κοινός στόχος από τον ΟΟΣΑ ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η ιδέα της «κοινω­νικά βιώσιμης αποανάπτυξης» (Schneider et al 2010), ή απλά αποανάπτυξης, γεννήθηκε σαν μια πρόταση για ριζική αλλαγή. Το σύγχρονο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει δημιουργήσει μια μεταπολιτική κατά­σταση, δηλαδή έχει επικρατήσει ένας πολιτικός σχηματισμός ο οποίος απο­κλείει την πολιτική σκέψη και αποτρέπει την πολιτικοποίηση συγκεκριμέ­νων αιτημάτων (Swyngedouw 2007). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η αποανά­πτυξη είναι μια προσπάθεια για την επαναπολιτικοποίηση της συζήτησης σχετικά με τον αναγκαίο κοινωνικό-οικολογικό μετασχηματισμό. Επιβε­βαιώνει την απόκλιση της από τις επικρατούσες αναπαραστάσεις του σύγ­χρονου κόσμου και αναζητά εναλλακτικές λύσεις. Σύμφωνα με τα παραπά­νω, η αποανάπτυξη αποτελεί κριτική στην παρούσα ηγεμονία της ανάπτυ­ξης (Rist 2008). Οι πρώτες κριτικές για τη δυτική αντίληψη περί ανάπτυξης (παγκόσμια ομοιόμορφη ανάπτυξη) ξεκίνησε από συγγραφείς όπως οι Arturo Escobar και Wolfgang Sachs, μεταξύ άλλων, τη δεκαετία του 1980. Η αποανάπτυξη επίσης αντιπαρατίθεται με τις ιδέες της «πράσινης ανάπτυ­ξης» ή «πράσινης οικονομίας» και τις σχετικές πεποιθήσεις ότι η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί τον πλέον επιθυμητό δρόμο ανεξάρτητα πολιτικής και ιδεολογίας.


Η αποανάπτυξη αντιπαρατίθεται με τα κυρίαρχα πρότυπα (paradigms) στις
κοινωνικές επιστήμες, όπως για παράδειγμα την νεοκλασική οικονομική θεωρία καθώς και την Κεϋνσιανή οικονομική θεωρία, αλλά δεν αποτελεί η ίδια πρότυπο με την έννοια «οικουμενικά αποδεκτών επιστημονικών επι­τευγμάτων τα οποία για μια περίοδο παρέχουν υποδείγματα προβλημάτων και λύσεων για μια κοινότητα ερευνητών» (Kuhn 1962). Στην οικονομική επιστήμη αναδύεται ένα καινούργιο πεδίο οικολογικών μακροοικονομικών χωρίς ανάπτυξη (Victor 2008, Jackson 2011), βασισμένο στην «οικονομία σταθερής κατάστασης» του Herman Daly, το οποίο θα μπορούσε να εξελι­χθεί σε ένα νέο οικονομικό πρότυπο. Ωστόσο ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς.


Ορισμένοι αναφέρονται στην αποανάπτυξη ως ιδεολογία, δηλαδή ένα «σύ­στημα ιδεών και αξιών». Αυτή η οπτική είναι υπερβολικά απλοϊκή ή τουλά­χιστον πρόωρη για να μπορέσει να εξηγήσει την ετερογένεια των θεωρητι­κών πηγών και στρατηγικών της. Η αποανάπτυξη δεν είναι απλά μια οικο­νομική έννοια. Θα δείξουμε ότι είναι ένα πλαίσιο που αποτελείται από ποικί­λους προβληματισμούς, στόχους, στρατηγικές και δράσεις. Ως αποτέλεσμα, η αποανάπτυξη έχει μετατραπεί σε ένα σημείο σύγκλισης στο οποίο συνα­ντιούνται ρεύματα κριτικών ιδεών και πολιτικής δράσης.

Το υπόλοιπο κεφάλαιο είναι οργανωμένο ως εξής: Το δεύτερο μέρος ασχο- λείται με την σύνδεση της θεωρίας κοινωνικών κινημάτων με την αποανά­πτυξη. Το τρίτο μέρος παρουσιάζει την ιστορία της. Το τέταρτο, πέμπτο και έκτο μέρος παρουσιάζουν και συζητούν τις διάφορες «σχολές σκέψης» και στρατηγικές που σχετίζονται με την αποανάπτυξη. Τέλος το έβδομο μέρος κλείνει με μια προσπάθεια να δοθεί ένας περιεκτικός ορισμός στην έννοια της αποανάπτυξης.

2.   Θεωρητικό πλαίσιο: ένα νέο κοινωνικό κίνημα

Αυτό το μέρος ανιχνεύει την εξέλιξη της αποανάπτυξης σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για ένα κοινωνικό κίνημα, αντιληπτό ως ένας μηχανισμός μέσω του οποίου οι δρώντες αναλαμβάνουν συλλογική δράση (Della Porta και Diani 2006). Για παράδειγμα, οι ακτιβιστές κατά των αυτοκινήτων και των δια­φημίσεων, οι υπέρμαχοι των δικαιωμάτων των ποδηλατών και των πεζών, οι θιασώτες της βιολογικής καλλιέργειας, οι επικριτές της αστικής εξάπλω- σης και οι υποστηρικτές της ηλιακής ενέργειας και των τοπικών νομισμά­των έχουν αρχίσει να βλέπουν την αποανάπτυξη ως το κατάλληλο κοινό αντιπροσωπευτικό πλαίσιο της κοσμοθεωρίας τους.


Ο Goffman (1974) μελετά τα κοινωνικά κινήματα χρησιμοποιώντας την έν­νοια των
πλαισίων. Αυτά επιτρέπουν στους ανθρώπους να εντοπίζουν, να αντιλαμβάνονται, να ταυτοποιούν και να χαρακτηρίζουν τα γεγονότα που βιώνουν (Snow et al 1986). Τα ερμηνευτικά πλαίσια γενικεύουν ένα δεδομέ­νο πρόβλημα ή μια βιωματική εμπειρία και παράγουν νέους ορισμούς κατα­δεικνύοντας την σύνδεση και σχέση που αυτό έχει με ευρύτερες διαδικασίες, γεγονότα και καταστάσεις άλλων κοινωνικών ομάδων. Η πλαισιακή διαδι­κασία είναι στην πραγματικότητα μια διαδικασία πολιτικοποίησης που α- ποτελείται από δύο βασικές διαστάσεις: τη διάγνωση και την πρόγνωση (Della Porta and Diani 2006). Η διάγνωση κινητοποιεί πολλαπλές θεωρητι­κές πηγές (ή ρεύματα σκέψης) μέσα στον χώρο και τον χρόνο και η πρόγνω­ση ενεργοποιεί πολλαπλές στρατηγικές και δρώντες. Αυτές οι διαδικασίες περιγράφονται με λεπτομέρεια παρακάτω.

Η διάγνωση αποτελείται από την αναγνώριση των αιτιών ενός κοινωνικού προβλήματος. Η αποανάπτυξη ως ερμηνευτικό πλαίσιο διαγιγνώσκει ότι ποικίλα κοινωνικά φαινόμενα όπως οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές κρί­σεις σχετίζονται με την οικονομική ανάπτυξη. Οι ενεργά εμπλεκόμενοι με την αποανάπτυξη είναι κατά αυτόν τον τρόπο «ενδεικτικοί δρώντες» που εμπλέκονται στην παραγωγή εναλλακτικών και προκλητικών εννοιών που διαφέρουν από αυτές που υπερασπίζεται η επικρατούσα τάση (ΜΜΕ, πολι­τικοί, καθηγητές οικονομίας και διευθυντές τραπεζών). Οι υποστηρικτές της ανάπτυξης, για παράδειγμα, βλέπουν την οικονομική ανάπτυξη σαν τον κα­λύτερο τρόπο για την αντιμετώπιση της παρούσας οικονομικής κρίσης, ενώ οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης βλέπουν το οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην ανάπτυξη (τροφοδοτούμενη από το χρέος) ως το βασικό πρόβλημα. Οι θεωρητικές πηγές πάνω στις οποίες η αποανάπτυξη δομεί την διάγνωση της παρουσιάζονται στο τέταρτο μέρος. Αυτό που πραγματικά παρακινεί την αποανάπτυξη είναι η συμπληρωματικότητα ανάμεσα σε δια­φορετικούς προβληματισμούς.

Η πρόγνωση, η οποία συνήθως χαρακτηρίζεται από μια ισχυρή ουτοπική διάσταση, αναζητά λύσεις και κάνει υποθέσεις για νέα κοινωνικά υποδείγ­ματα. Πέραν από τους πρακτικούς σκοπούς αυτή η διαδικασία ανοίγει νέα πεδία και προοπτικές δράσεις. Οι στρατηγικές που συνδέονται με την πρό­γνωση τείνουν να είναι πολλαπλές. Όσον αφορά τις προσεγγίσεις μπορούν να είναι απορριπτικές, εναλλακτικές και ρεφορμιστικές (Anheir et al. 2001). Σε σχέση με τον καπιταλισμό μπορεί να είναι «αντικαπιταλιστικές», «μετα- καπιταλιστικές» και «ανεξάρτητες από τον καπιταλισμό» (Chatterton και Pickerill 2010). Ισχυριζόμαστε ότι αυτές οι προσεγγίσεις μπορούν να συγκε- ραστούν όπως θα εξηγήσουμε στο πέμπτο μέρος.

3.   Μια σύντομη ιστορία της αποανάπτυξης

Αυτό το μέρος επικεντρώνεται στην ιστορία του κινήματος στις χώρες όπου η αποανάπτυξη αναδύθηκε και καθιερώθηκε (Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία). Οι βασικές πληροφορίες για αυτό το μέρος συλλέχτηκαν μέσω «συμμετοχι­κής παρατήρησης» (participant observation), «παρατηρούμενης συμμετο­χής» (observing participation) (Cattaneo 2006, D'Alisa et al 2010)[6] ή «παρα­τηρητικών συμμετεχόντων» (observant participators) (Brown 2007). Οι συγγραφείς αυτού του κεφαλαίου έχουν εμπλακεί στο κίνημα της αποανά­πτυξης από το ξεκίνημά του. Αυτό διασφαλίζει μια άποψη εκ των έσω και πρόσβαση σε έναν μεγάλο όγκο άτυπων γνώσεων και αδημοσίευτων εγ­γράφων που έχουν συγκεντρωθεί από το 2000.[7]


Ο όρος

Ορισμένες από τις ιδέες που διέπουν την αποανάπτυξη αποτελούν μέρος φιλοσοφικών συζητήσεων αιώνων. Πιθανότατα μπορούμε να αναζητήσου­με τις θεωρητικές πηγές της αποανάπτυξης στους αρχαίους Έλληνες και στους κριτικούς της ύβρεως. Η λέξη «décroissance» (ο γαλλικός όρος για την αποανάπτυξη) εμφανίστηκε πιθανόν για πρώτη φορά το 1972[8], και ανα­φέρθηκε αρκετές φορές στις συζητήσεις που επακολούθησαν την έκθεση των Meadows προς τη Λέσχη της Ρώμης «Τα όρια της ανάπτυξης» (Gorz 1977, Amar 1973, Georgescu-Roegen 1979). Το 1982 διοργανώθηκε ένα συ­νέδριο στο Μόντρεαλ με τον τίτλο «Les enjeux de la décroissance» (Οι προκλή­σεις της αποανάπτυξης) αλλά η λέξη χρησιμοποιήθηκε σαν συνώνυμο της οικονομικής ύφεσης (ACSALF 1983). Η λέξη décroissance έγινε σλόγκαν που χρησιμοποιήθηκε από ακτιβιστές το 2001 στην Γαλλία, το 2004 στην Ιταλία (ως «decrescita») και το 2006 στην Καταλονία και στην Ισπανία (ως «decreixement» και «decrecimiento»). Ο αγγλικός όρος «degrowth» εγκαινιά­στηκε «επίσημα» στο πρώτο συνέδριο για την αποανάπτυξη στο Παρίσι το 2008, γεγονός το οποίο σηματοδότησε επίσης την εισαγωγή της αποανά­πτυξης στο επιστημονικό πεδίο.

Γαλλία

Ο όρος décroissance επινοήθηκε στη Γαλλία. Η αποανάπτυξη, ως κοινωνικό κίνημα, ξεκίνησε στην Λυών στον απόηχο διαδηλώσεων για πόλεις χωρίς αυτοκίνητα, γευμάτων στους δρόμους, συνεταιρισμών τροφίμων και δρά­σεων αντι-διαφήμισης (περιοδικό Casseurs de pub). Στις αρχές του 2002 α­κολούθησε ένα ειδικό τεύχος του περιοδικού Silence υπό την επιμέλεια των Vincent Cheynet και Bruno Clémentin. Την ίδια χρονιά η διάσκεψη «Défaire le développement, refaire le monde» (Αποδομήστε την ανάπτυξη, αναδομήστε τον κόσμο) έλαβε χώρα στο Παρίσι, στην UNESCO, με 800 συμμετέχοντες. Το 2004 η αποανάπτυξη έγινε γνωστή σε έναν μεγαλύτερη αριθμό ανθρώπων με την δημιουργία του μηνιαίου περιοδικού για την αποανάπτυξη «La Dé­croissance, le journal de la joie de vivre» το οποίο σήμερα πουλάει περίπου 30,000 αντίτυπα. Επίσης την ίδια χρονιά ένας από εμάς, ο François Schnei­der, πραγματοποίησε τον γύρο της Γαλλίας πάνω σ' έναν γάιδαρο για περισ­σότερο από έναν χρόνο δίνοντας πολυάριθμες δημόσιες ομιλίες. Ο γύρος έληξε με μια διαδήλωση 500 ατόμων. Έκτοτε άλλες πορείες έχουν διοργα- νωθεί και αρκετές τοπικές ομάδες αποανάπτυξης έχουν αναδυθεί. Επίσης έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες για μια πιο παραδοσιακή πολιτική αντι­προσώπευση μέσω ενός κόμματος - πολιτικής κίνησης για την αποανάπτυ­ξη.

Όσον αφορά στη γαλλική παράδοση, η συζήτηση σους πνευματικούς κύ­κλους έχει υπάρξει πολύ πλούσια, και οδήγησε σε πολυάριθμες εκδόσεις συμπεριλαμβανομένου του περιοδικού Entropia (που ιδρύθηκε το 2006). Ο Serge Latouche αποτελεί τον πιο διάσημο συγγραφέα που γράφει σχετικά με την αποανάπτυξη, όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και διεθνώς, αλλά πολλοί άλλοι διανοούμενοι ενστερνίστηκαν επίσης τις ιδέες της. Ορισμένοι ήταν αρχικά έντονοι επικριτές της οικονομικής αποανάπτυξης μα αργότερα έγιναν υπο- στηρικτές της όπως για παράδειγμα ο Dominique Bourg και ο Jacques Généreux. Η δημόσια συζήτηση σχετικά με την αποανάπτυξη στη Γαλλία έχει πλέον αγγίξει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, έχει γίνει συστατικό στοι­χείο κοινωνικών κινημάτων και εμφανίζεται συχνά στον τύπο. Οι πολιτικοί της επικρατούσας τάσης έχουν αισθανθεί την ανάγκη να αντιδράσουν στην ιδέα της αποανάπτυξης συχνά απορρίπτοντας ή παρερμηνεύοντας την (π.χ. ως ένα κίνημα που είναι ενάντια στην βελτίωση της κατάστασης των φτω­χών)[9]. Αυτό ωστόσο βοήθησε στο να εξαπλωθεί η δημόσια συζήτηση (Duverger 2011).

Ιταλία

Το ιταλικό δίκτυο για την αποανάπτυξη (Rete per la decrescita) ιδρύθηκε το 2004 από μια ομάδα ακτιβιστών και διανοουμένων με ερείσματα στην αλ­ληλέγγυα οικονομία, την κριτική κατά της ανάπτυξης, τον αντι-ωφελιμισμό και τα βιο-οικονομικά. Οι ηγετικές μορφές του είναι ο βιο-οικονομολόγος Mauro Bonaiuti (βιογράφος του Georgescu-Roegen), η πρώην διαφημίστρια και ακτιβίστρια Dalma Domeneghini, ο κοινωνιολόγος Marco Deriu και ο πολιτικός Paolo Cacciari, πρώην βουλευτής με την Rifondazione comunista (Κομμουνιστική Επανίδρυση). Η ομάδα ασχολείται με το θεωρητικό πλαίσιο και την διάδοση πληροφοριών. Κυρίως εστιάζονται στη συλλογική σκέψη σχετικά με την πολυπλοκότητα των κοινωνικο-πολιτισμικών δυναμικών και τη σύνδεση τους με το τωρινό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης. Σεμι­νάρια, συνέδρια και καλοκαιρινά σχολεία διοργανώνονται τακτικά τα οποία παρακολουθούνε εκατοντάδες άνθρωποι. Πάνω από χίλιοι άνθρωποι πήραν μέρος στο τρίτο διεθνές συνέδριο για την αποανάπτυξη στην Βενετία το 2012. Έχουν εκδοθεί αρκετά βιβλία και χιλιάδες αντίτυπα του περιοδικού που ονομάζεται La Decrescita. Το κίνημα για τη «ευτυχισμένη αποανάπτυξη» του οποίου ηγείται ο Maurizio Pallante, είναι επίσης πολύ ενεργό στη διάδο­ση καλών πρακτικών (π.χ. «κάντο μόνος σου»). Το κίνημα αυτό έχει κερδίσει μεγαλύτερη δημοτικότητα και είναι ευρέως γνωστό χάρη στον εύκολα κα­τανοητό λόγο του. Μια μεγάλη ποικιλία από ομάδες έχουν επίσης λάβει μέ­ρος στην δημόσια συζήτηση για την αποανάπτυξη από προοδευτικούς κα­θολικούς μέχρι μαρξιστές (Badiale και Bontempelli 2010). Επίσης, πολλές άλλες συλλογικότητες φιλικά προσκείμενες στην αποανάπτυξη έχουν ανα- δυθεί, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ενδιαφέρονται να ενταχθούν στην κοινοβουλευτική διαδικασία (π.χ. οι πρόσφατες Costituente ecologista και Uniti, ma diversi) ή η πιο ρηξικέλευθη πρόταση της Rigenerazioni για έναν μη εκλογικό πολιτικό σχηματισμό.

Ισπανία

Το κίνημα της αποανάπτυξης ξεκίνησε στην Καταλονία και την πρωτεύουσά της, τη Βαρκελώνη, το 2005, με ακτιβιστές να κάνουν δημόσιο διάλογο για την ενεργειακή κρίση και τις ενδεχόμενες εναλλακτικές λύσεις. Το 2006 το γαλλικό βιβλίο Objectif décroissance μεταφράστηκε στην Καταλανική γλώσ­σα και η περιβαλλοντική οργάνωση Una sola terra διοργάνωσε μια διάσκεψη σχετικά με την αποανάπτυξη. Τον επόμενο χρόνο η ομάδα Entesa pel decreixement ιδρύθηκε στην Βαρκελώνη. Επιπλέον την Άνοιξη του 2008 ένας ποδηλατικός γύρος διοργανώθηκε από την συλλογικότητα Temps de revoltes (υπό την καθοδήγηση του Enric Duran), ο οποίος οδήγησε στην δημιουργία του δικτύου για την αποανάπτυξη (Xarxa pel Decreixement) που προωθεί τον δημόσιο διάλογο και τις πρακτικές της αποανάπτυξης στην Καταλονία. Η αποανάπτυξη στην Ισπανία και στην Καταλονία υποστηρίζεται συχνά επίσης από ομάδες που δουλεύουν πάνω σε συγκεκριμένα θέματα π.χ. νερό, ενέργεια, υποδομές, κλιματική αλλαγή, αγρο-οικολογία, αλληλέγγυα οικονο­μία, εκπαίδευση και εκστρατείες ευαισθητοποίησης. Έμπειροι ακτιβιστές και συγγραφείς όπως οι Stefano Puddu, Oriol Lleira and Giorgio Mosangini (Mosangini 2012) βοήθησαν στο να φέρουν τον δημόσιο διάλογο σε άλλους χώρους όπως πολιτικά κόμματα, π.χ. Ciutadans pel Canvi (PSC), Fundaciô Nous Horitzons (ICV) και διεθνείς ΜΚΟ. Πάνω από δέκα ομάδες είναι τώρα ενεργές σε όλη την Ισπανία (decrecimiento.info) ειδικά στη Μαδρίτη και τη χώρα των Βάσκων και καταβάλλονται προσπάθειες για την δημιουργία ενός εθνικού δικτύου. Ο Carlos Taibo, που ζει στην Μαδρίτη, είναι ο πιο γνωστός ακαδημαϊκός και ακτιβιστής συγγραφέας στο θέμα της αποανάπτυξης. Το σλόγκαν της αποανάπτυξης υποστηρίζεται επίσημα και από το μεγάλο ι­σπανικό δίκτυο περιβαλλοντικών οργανώσεων Ecologistas en Acciôn καθώς και από το αναρχικό συνδικάτο CGT. Το κίνημα έχει επίσης διεισδύσει στην ακαδημαϊκή κοινότητα της Καταλονίας ιδιαίτερα σε μια ομάδα ερευνητών του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Επιστημών και Τεχνολογίας του Αυτόνο­μου Πανεπιστήμιου της Βαρκελώνης υπό την καθοδήγηση των καθηγητών Joan Martinez-Alier και Γιώργου Καλλή (δες την επιστολή τους προς υπο­στήριξη της αποανάπτυξης στους Financial Times, 22/10/2011). Ακόμα εμπλέκονται και άλλοι πανεπιστημιακοί καθηγητές, συμπεριλαμβανομέ-νου του Joaquim Sempere.

Άλλες χώρες

Μετά τα συνέδρια για την αποανάπτυξη που έλαβαν χώρα σε Παρίσι, Βαρ­κελώνη, Μόντρεαλ και Βενετία από το 2008 έως το 2012, το κίνημα άρχισε να εξαπλώνεται σε ομάδες και σε δράσεις σε Βέλγιο, Ελβετία, Φινλανδία, Πολωνία, Ελλάδα, Γερμανία, Πορτογαλία, Νορβηγία, Δανία, Μεξικό, Βραζιλία, Πουέρτο Ρίκο και Καναδά. Το Παναμερικανικό Συνέδριο στο Μόντρεαλ (2012) φανέρωσε την ύπαρξη συγκροτημένων ομάδων στον Καναδά καθώς και κάποιο ενδιαφέρον από τις ΗΠΑ (το Ινστιτούτο Gund για τα οικολογικά οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Βερμόντ ή το «Κίνημα για τη Νέα Οικονο­μία» - New Economy Movement). Πάνω από 50 ομάδες από πολλές χώρες διοργάνωσαν πικνίκ για την αποανάπτυξη το 2010 και το 2011[10]. Τον Μάιο του 2012 οργανώθηκε από την οργάνωση ATTAC στο Βερολίνο ένα συνέ­δριο σχετικά με το θέμα της μετά-ανάπτυξης «Post-Wachstum» με την συμ­μετοχή 2,000 ατόμων που συμπεριέλαβε ενδιαφέρουσες συζητήσεις πάνω στην αποανάπτυξη. Το επόμενο, τέταρτο, διεθνές συνέδριο για την αποανά­πτυξη θα λάβει χώρα στη Λειψία μέσα στο 2014.

4.   Θεωρητικές πηγές της αποανάπτυξης

Η αποανάπτυξη είναι πλούσια σε έννοιες και δεν ασπάζεται μόνο ένα φιλο­σοφικό ρεύμα. Αυτοί που προσπαθούν να εφαρμόσουν τις ιδέες της αποα­νάπτυξης δεν ενστερνίζονται ένα μόνο βιβλίο ή συγγραφέα υπεράνω όλων των άλλων. Οι βασικές θεματικές της αρχές προέρχονται από διάφορα ρεύ­ματα οικολογικής και κοινωνικής σκέψης. Η ταυτοποίηση των ρευμάτων της αποανάπτυξης αναπτύχθηκε αρχικά από τον Fabrice Flipo (2007) και, ακολουθώντας το παράδειγμά του, αναφερόμαστε σε αυτά τα ρεύματα ως «θεωρητικές πηγές» της αποανάπτυξης. Η αποανάπτυξη τοποθετείται στη συμβολή αρκετών τέτοιων θεωρητικών πηγών ή ρευμάτων σκέψης τα ο­ποία διασταυρώνονται χωρίς να βρίσκονται σε ανταγωνισμό (Bayon et al 2010). Οι θεωρητικές πηγές φέρνουν σε επαφή διαφορετικές μεθοδολογίες και συστήματα αξιών και μας βοηθούν να ερμηνεύσουμε την αποανάπτυξη. Στην συνέχεια του κειμένου αναγνωρίζουμε έξι θεωρητικές πηγές (προσθέ­τοντας την «δικαιοσύνη» στις πέντε που προτείνει ο Flipo), τις οποίες θα εξηγήσουμε με την σειρά βασιζόμενοι στην εμπειρία μας ως παρατηρούντες συμμετέχοντες και στην μελέτη βιβλιογραφικών αναφορών. Η απόδοση συγγραφέων σε κάθε μια συγκεκριμένη πηγή είναι κατά κάποιον τρόπο τεχνητή καθώς κανένας συγγραφέας δεν σχετίζεται με μια μόνο πηγή.

Οικολογία


Καταρχήν αυτή η πηγή αναφέρεται στο ότι αντιλαμβανόμαστε πως τα οικο­
συστήματα έχουν εγγενή αξία και δεν αποτελούν μόνο αξιοποιήσιμους πό­ρους. Η αποανάπτυξη υποστηρίζει μια διαφορετική σχέση με την φύση, ό­που οι άνθρωποι και τα βιομηχανικά συστήματα δεν είναι το κέντρο και ο κυρίαρχος παράγοντας αλλά αντίθετα διατηρούν μια σχέση συμβίωσης με την φύση όπως τόσοι άλλοι πολιτισμοί έχουν αναπτύξει στο παρελθόν.

Δεύτερον, αυτή η πηγή τονίζει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα οικοσυστήμα­τα και τα συστήματα βιομηχανικής παραγωγής και κατανάλωσης. Υπάρχουν πολυάριθμες εκθέσεις σχετικά με την ταχύτατα επιδεινούμενη κατάσταση του κλίματος της γης και των οικοσυστημάτων παγκοσμίως, ως αποτέλεσμα της αύξησης των εκπομπών ρύπων, των αποβλήτων και της επέκτασης των βιομηχανικών συστημάτων γενικότερα. Όπως δείχνει η Αξιολόγηση του Οικοσυστήματος της Χιλιετίας (Millenium Ecosystem Assessment 2005), τα παγκόσμια οικοσυστήματα έχουν υποβαθμιστεί, η ερημοποίηση των εδα­φών έχει επιδεινωθεί και ο ρυθμός εξαφάνισης ζώων και φυτών έχει αυξη­θεί κατά τουλάχιστον 1000 φορές σε σχέση με αυτό που θα αναμενόταν υπό «φυσιολογικές» συνθήκες. Η απόλυτη αποσύνδεση μεταξύ της βιομηχανικής εξάπλωσης και της οικολογικής καταστροφής (μια γενική βελτίωση των οικολογικών συστημάτων, με την παράλληλη αύξηση της παραγωγής και κατανάλωσης) μέσω της τεχνολογίας και της λεγόμενης αποϋλοποίησης της παραγωγής δεν έχει ακόμα παρατηρηθεί και είναι πολύ απίθανο να συμβεί. Η αποανάπτυξη είναι επομένως μια πιθανή λύση για να προστατέψουμε τα οικοσυστήματα μειώνοντας την ανθρωπογενή πίεση πάνω τους, και μια πρόκληση πάνω στην ίδια την ιδέα της αποσύνδεσης των οικολογικών επι­πτώσεων από την οικονομική ανάπτυξη. Ένας από τους τρόπους για να αντιληφθούμε την αποσύνδεση είναι με το να αποδεχτούμε το δικαίωμα της φύσης να υπάρχει δικαιωματικά όπως στην περίπτωση του Συντάγματος του Εκουαδόρ. Μια άλλη προσέγγιση είναι η ονομαζόμενη res communis (Bayon et al 2010) η οποία προτείνει ότι τα περιβαλλοντικά αγαθά φροντί­ζονται και μοιράζονται από κοινού έτσι ώστε να αποφεύγεται η οικειοποίη- ση από ένα μόνο άτομο (σε αντίθεση με την res nullius προσέγγιση σύμφω­να με την οποία οι πόροι δεν ανήκουν σε κανέναν και μπορούν ελεύθερα να καταστραφούν ή να κλαπούν). Η προσέγγιση res communis συνεπάγεται μια ενσωμάτωση των ανθρώπων μέσα στη φύση ενώ τα «δικαιώματα της φύ­σης» μπορούν να αποτελέσουν μια στρατηγική οπισθοφυλακής για να προ­στατευτεί ότι έχει απομείνει δημιουργώντας περιοχές για την αναγέννηση των οικοσυστημάτων.

Κριτικές στην ανάπτυξη και αντι-ωφελιμισμός

Αυτή η πηγή της αποανάπτυξης πηγάζει από την ανθρωπολογία. Οι συγ­γραφείς που εντάσσονται σε αυτό το ρεύμα αντιλαμβάνονται την αποανά­πτυξη σαν μια λέξη «βόμβα» που καταρρίπτει το ηγεμονικό φαντασιακό τόσο της ανάπτυξης όσο και του ωφελιμισμού. Ο Latouche είναι ένας σημα­ντικός συγγραφέας που εντάσσεται σ' αυτό το ρεύμα σκέψης. Ανάμεσα στους επικριτές της ανάπτυξης από την δεκαετία του 1970 και του 1980 περιλαμβάνονται οι Arturo Escobar, Gilbert Rist, Helena Norberg-Hodge, Majid Rahnema, Wolfgang Sachs, Ashish Nandy, Shiv Visvanathan και Gustavo Esteva (Sachs 1992). Πολλά κοινά στοιχεία συναντά κανείς και στα γραπτά των Jacques Ellul και Lewis Mumford (στις κριτικές τους για την τεχνολογί­α), François Partant, Bernard Charbonneau και Ivan Illich. Η ουσία αυτής της πηγής είναι η κριτική στην ομογενοποίηση των πολιτισμών μέσω της ευρεί- ας υιοθέτησης συγκεκριμένων τεχνολογιών και μοντέλων παραγωγής και κατανάλωσης από τον παγκόσμιο Βορρά. Όπως το θέτει ο Latouche (2009), το δυτικό μοντέλο ανάπτυξης είναι ένα διανοητικό κατασκεύασμα που υιο­θετεί ο υπόλοιπος κόσμος. Κριτικοί της ομοιόμορφης ανάπτυξης μπορούν να εντοπιστούν σε πολλά κινήματα ενάντια στην αποικιοκρατία συμπεριλαμ­βανομένων εκείνων που αντιτίθενται στις πολιτικές οικονομικής προσαρ­μογής των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ. Ιδιαίτερα σημαντική σε αυτό το σημείο είναι η κριτική αναθεώρηση της έννοιας της ανάπτυξης όπως χρησιμοποιείται από τον ΟΗΕ και τους επικρατούντες οικονομικούς οργανισμούς από τα τέλη της δεκαε­τίας του 1940. Η αποανάπτυξη θεωρεί τη «βιώσιμη ανάπτυξη» ένα οξύμωρο σχήμα και απαιτεί την αποσύνδεση μας από το κοινωνικό φαντασιακό το οποίο αυτή αντιπροσωπεύει.

Η άλλη όψη αυτού του ρεύματος στο κίνημα της αποανάπτυξης είναι η κρι­τική στον «οικονομικό άνθρωπο» (homo economicus), και στο να θεωρείται η μεγιστοποίηση της ωφελιμότητας ως η υπέρτατη κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αυτή η κριτική εμπνεύστηκε από τον Marcel Mauss τη δεκαετία του 1920 και αναπτύχθηκε περαιτέρω τα τελευταία 30 χρόνια από τους Serge Latouche, Alain Caillé και άλλα μέλη του MAUSS (Mouvement Anti-Utilitariste dans les Sciences Sociales) (Mauss 1924, Caillé 1989). Το κίνημα εναντιώνεται στην κυρίαρχη επιρροή των αγορών πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και την κοινωνία, γνωστή ως «εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων». Άλλοι συγγραφείς που συχνά αναφέρονται είναι ο κοινωνικός και οικονομικός ιστορικός Karl Polanyi (1944) και ο αν­θρωπολόγος Marshall Sahlins (1972).

Η αντίληψη των ανθρώπων ως οικονομικών παραγόντων που καθοδηγού­νται από ιδιοτέλεια και μεγιστοποίηση της ωφελιμότητας είναι μια απεικό­νιση του κόσμου, ή ένα ιστορικό-κοινωνικό κατασκεύασμα, το οποίο έχει «εμφυτευτεί» με σχολαστικότητα στο μυαλό πολλών γενεών σπουδαστών των οικονομικών. Με αυτήν την έννοια η αποανάπτυξη είναι ένα κάλεσμα για ευρύτερες θεωρήσεις που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις οικονομικές σχέσεις βασισμένες στα δώρα και την αμοιβαιότητα και όπου οι κοινωνικές σχέσεις και η συμβιωτικότητα διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο. Οι θεμελιώ­δεις ιδέες που βρίσκονται πίσω από αυτήν την πηγή της αποανάπτυξης είναι η αλλαγή στην δομή των αξιών και η αλλαγή στους θεσμούς που διαμορφώ­νουν τις αξίες. Συνεπώς η αποανάπτυξη είναι ένας τρόπος για την προώθη­ση ενός νέου φαντασιακού το οποίο συνεπάγεται μια αλλαγή κουλτούρας και επανεύρεση της ανθρώπινης ταυτότητας αποδεσμευμένης από τις οικο­νομικές αναπαραστάσεις.

Νόημα της ζωής και ευημερία

Αυτή η πηγή της αποανάπτυξης προέρχεται από την ψυχολογία και σχετίζε­ται με την πνευματικότητα. Ουσία της είναι η αναδυόμενη ανάγκη για πε­ρισσότερο νόημα στην ζωή (και της ζωής) στις σύγχρονες κοινωνίες. Είναι μια κριτική των τρόπων ζωής που βασίζονται στις αρχές του να δουλεύεις περισσότερο, να κερδίζεις περισσότερο, να πουλάς περισσότερο και να αγο­ράζεις περισσότερο. Αυτή η πηγή τονίζει την ανάγκη μιας εσωτερικής επα­νάστασης για να συνοδεύσει τις αλλαγές που είναι απαραίτητες στον εξω­τερικό κόσμο, αναζητώντας την αρμονία με την φύση και τους ανθρώπους αντί για την συσσώρευση υλικών αγαθών και την επιδίωξη ανέλιξης στην κοινωνική ιεραρχία.

Η πηγή σχετικά με το «νόημα της ζωής» προέρχεται από την προσπάθεια συγκερασμού αντιφατικών κοινωνικών ρόλων (π.χ. ανάμεσα στην ανάγκη για συμβιωτικότητα και επαφή με την φύση και μια καλά αμειβόμενη εργα­σία). Αυτή η πηγή της αποανάπτυξης επίσης χρησιμοποιεί βιβλιογραφικά ευρήματα σχετικά με την οικονομία και την ευτυχία. Δύο σημαντικές ανα­φορές αποτελούν ο διαχωρισμός ανάμεσα στην αύξηση του εισοδήματος και την ευτυχία, ένα φαινόμενο γνωστό ως το παράδοξο του Easterlin (Easterlin 1974), καθώς και η σύνδεση ανάμεσα στην σημασία που κάποιος αποδίδει στις υλικές απολαβές και στην συναισθηματική διαταραχή (Kasser 2002).

Το κίνημα για την εθελούσια απλότητα, το οποίο βλέπει την απλή ζωή ως απελευθερωτική και πιο ουσιαστική αντί για δεσμευτική και περιοριστική, είναι μια σημαντική πηγή ή επιχειρηματολογία για την αποανάπτυξη (Mon- geau 1985). Εδώ μπορούμε επίσης να αναφέρουμε την απολογία της επάρ­κειας (enoughness) του Schumacher (Schumacher 1973), καθώς και την οικονομία της μονιμότητας[11] του επηρεασμένου από τον Γκάντι οικονομο­λόγου Kumarappa. Άλλοι συγγραφείς που σχετίζονται με αυτό το φιλοσοφι­κό ρεύμα της αποανάπτυξης είναι οι Henry David Thoreau και Pierre Rabhi.

Βιο-οικονομικά

Τα οικολογικά οικονομικά και η βιομηχανική οικολογία είναι επίσης θεωρη­τικές πηγές της αποανάπτυξης. Οι περισσότεροι οικολόγοι-οικονομολόγοι είναι συνεχιστές του Georgescu-Roegen ο οποίος εισήγαγε τον όρο «βιο- οικονομικά» και έγραψε υπέρ της αποανάπτυξης[12]. Αυτή η σχολή σκέψης τονίζει τη σημασία της διαθεσιμότητας πόρων και της απορρόφησης ρύπων. Μια κλασσική αναφορά εδώ είναι «Τα Όρια της Ανάπτυξης» (Meadows et al. 1972, 2004). Εδώ βρίσκουμε δύο βασικές απόψεις οι οποίες εμπνέουν και αποτελούν την βάση της αποανάπτυξης. Η μία είναι του Georgescu-Roegen σχετικά με την εντροπία και τη μη αναστρέψιμη μείωση της διαθεσιμότητας των ορυκτών καυσίμων και άλλων πρώτων υλών (Bonaiuti 2011). Η άλλη είναι του Odum (2001), ο οποίος υπερασπίζεται την θεωρία της κορύφωσης και πτώσης στις οποίες πάντα φτάνει η χρήση των φυσικών πόρων.

Σύμφωνα με τον Georgescu-Roegen, η ανθρώπινη δραστηριότητα μετατρέ­πει ενέργεια και ύλες χαμηλής εντροπίας ή καλής ποιότητας σε απόβλητα και ρύπους που είναι άχρηστα και έχουν υψηλή εντροπία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων και φυσικών πόρων που είναι διαθέσιμα στον φλοιό της γης είναι περιορισμένα και ότι η διαθεσιμότητα τους μειώνεται, η ανακύκλωση τους σε υψηλής ποιότητας ύλη δεν είναι εφι­κτή. Η ενέργεια διασπείρεται και τα υλικά μπορούν να ανακυκλωθούν μόνο σε περιορισμένο βαθμό επειδή μια ολοκληρωτική ανακύκλωση είναι υπερ­βολικά ενεργοβόρα. Ακόμα και η εισροή ηλιακής ενέργειας χαμηλής εντρο­πίας είναι περιορισμένη με την έννοια ότι πέφτει στη γη διασκορπισμένα. Η αποανάπτυξη μπορεί επομένως να επιβραδύνει την διαδικασία υποβάθμι- σης της ύλης. Μια οικονομία σταθερής κατάστασης (όπως προτείνει ο Herman Daly) δεν αρκεί.

Τα βιο-οικονομικά επιχειρήματα υπέρ της αποανάπτυξης συμπεριλαμβα­νομένων της μειωμένης ενεργειακής επιστροφής επί της ενεργειακής επέν­δυσης (EROI = energy return on investment), και της επικείμενης κορύφω­σης παραγωγής πετρελαίου (peak oil)[13], είναι πιο συγκεκριμένα και γίνο­νται ευκολότερα κατανοητά από ορισμένους ανθρώπους από ότι τα αντί­στοιχα ανθρωπολογικά και πολιτισμικά επιχειρήματα και γι' αυτόν τον λόγο αναφέρονται συχνότερα στον ακαδημαϊκό και πολιτικό δημόσιο διάλογο. Οι οικολόγοι-οικονομολόγοι επικαλούνται εδώ και καιρό τα οικονομικά γρα­πτά του Frederick Soddy (Soddy 1926, Daly 1980, Martinez-Alier 1987). Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η ιδέα της «χρεοκρατίας» αναβίωσαν το ενδιαφέρον για τον συγκεκριμένο συγγραφέα ο οποίος τόνιζε πως το χρηματοπιστωτικό σύστημα συγχέει την επέκταση της πίστωσης με την δημιουργία αληθινού πλούτου, ενώ η πραγματική οικονομία της ενέργειας και των πρώτων υλών δεν μπορεί να αναπτυχθεί με το επιτόκιο που είναι αναγκαίο για την αποπληρωμή των χρεών. Όπως εξηγούν ο Georgescu- Roegen και ο Odum, οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι στην πραγματικότητα μει­ώνονται. Η αύξηση των ιδιωτικών και δημόσιων χρεών είναι επομένως η τέλεια συνταγή για οικονομικές κρίσεις (βλέπε κεφάλαιο 1).

Οι πρώιμοι οικολόγοι-οικονομολόγοι εμπνέονταν επίσης από την ιδέα του οικολογικού εκσυγχρονισμού. Ισχυρίζονταν ότι ο οικονομικός εκσυγχρονι­σμός (οι δραστικές μειώσεις στην χρήση υλών προερχόμενες από νέες τε­χνολογίες και βελτιώσεις στην αποδοτικότητα) θα μπορούσε να προσφέρει λύσεις. Ενώ οι τεχνολογικές καινοτομίες αποτελούν μια πηγή αντιπαραθέ­σεις μεταξύ των υποστηρικτών της αποανάπτυξης, όλοι αμφισβητούν την ικανότητα των τεχνολογικών καινοτομιών να υπερκεράσουν τα βιοφυσικά όρια και να διατηρήσουν την οικονομική ανάπτυξη επ’ αόριστον. Σύμφωνα με το παράδοξο του Jevons η οικο-αποδοτικότητα μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κατανάλωση ή παραγωγή επειδή οι νέες τεχνολογίες απελευθε­ρώνουν όρια στην παραγωγή και την κατανάλωση (Polimeni et al 2008, Schneider 2008). Για παράδειγμα, οικονομίες στην ενέργεια και τις πρώτες ύλες μπορούν να επανεπενδυθούν σε αγορές νέων υλών και ενέργειας εξου­δετερώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα κέρδη από τη μείωση της χρήσης υλών και ενέργειας που συνδέονται με τα μέτρα αποδοτικότητας. Η αποανάπτυξη έχει τα βιο-οικονομικά ως πηγή καθώς υποστηρίζει πολλές «μη τεχνικές» προτάσεις για την μείωση των πρώτων υλών και των ενεργειακών ροών πέρα από την προσέγγιση του εκσυγχρονισμού η οποία έχει την τάση να απορρίπτει τα όρια της τεχνολογίας.

Δημοκρατία

Η επόμενη πηγή του κινήματος της αποανάπτυξης ξεπηδάει από τις εκκλή­σεις για «βαθύτερη» δημοκρατία (Deriu 2008, Cattaneo et al 2012, Asara et al 2013). Ενδιαφέρουσες προτάσεις προερχόμενες από το πεδίο των ριζο­σπαστικών πράσινων πολιτικών περιλαμβάνουν μια αποκεντρωμένη συμ­μετοχική δημοκρατία, ισότιμες οικονομικές σχέσεις βασισμένες στην αυτάρκεια, τεχνολογίες φιλικές προς τον χρήστη καθώς και έναν πληθυσμό απο­φασισμένο να εφαρμόσει ειρηνικές μεθόδους για να υπερασπιστεί τον ίδιο αλλά και το περιβάλλον (Carter 2004). Πιο συγκεκριμένα, η αποανάπτυξη είναι μια αντίδραση στην έλλειψη δημοκρατικών διαβουλεύσεων πάνω στην οικονομική ανάπτυξη και την τεχνολογική καινοτομία. Μέσα σε αυτήν την πηγή βρίσκουμε αντικρουόμενες τοποθετήσεις ανάμεσα σε αυτούς που υ­ποστηρίζουν τους υπάρχοντες δημοκρατικούς θεσμούς αναλογιζόμενοι τα ρίσκα του να χάσουμε τα κεκτημένα (μια πιο ρεφορμιστική άποψη), και αυτούς που απαιτούν καινούργιους θεσμούς που θα βασίζονται στην άμεση και συμμετοχική δημοκρατία (ένα πιο εναλλακτικό, μετά-καπιταλιστικό όραμα). Κάποιοι από τους συγγραφείς-κλειδιά αυτής της πηγής της αποα­νάπτυξης είναι οι Ivan Illich, Jacques Ellul Κορνήλιος Καστοριάδης και Serge Latouche. Όπως ισχυρίστηκε ο Illich (1973), μετά από ένα συγκεκριμένο όριο, η τεχνολογία δεν μπορεί πια να ελεγχθεί από τους ανθρώπους. Γ ια τον Illich μόνο όταν περιορίσουμε το τεχνολογικό σύστημα κάτω από ένα δεδο­μένο πολυδιάστατο όριο μπορούμε να κάνουμε την πραγματική δημοκρατία εφικτή. Σύμφωνα με την έννοια του ριζοσπαστικού μονοπωλίου που εισή- γαγε ο Illich, αν και οι νέες τεχνικές μπορεί να φαίνεται ότι διευρύνουν το φάσμα των επιλογών και των ελευθεριών μας, καταλήγουν στο να τις μειώ­νουν, περιορίζοντας στην πραγματικότητα τη δυνατότητα μας να επιλέξου- με άλλες νέες, πιο απλές τεχνικές. Ο Ellul (1977) από την άλλη μεριά, που μελέτησε την τεχνολογία σε βάθος, την περιγράφει ως ένα σύστημα που επεκτείνεται και ακολουθεί ανεξάρτητη πορεία χωρίς να αμφισβητείται ή να δέχεται δημοκρατική κριτική και περιορισμό. Προκειμένου να αμφισβητή­σουμε τις τεχνολογίες, τις οποίες ο Ellul αντιλαμβάνεται ως αυτόνομες και αυτο-αναπαραγόμενες, χρειαζόμαστε δημοκρατική κριτική η οποία θα είναι ανεξάρτητη του τεχνικού συστήματος. Τέλος, ένας άλλος συγγραφέας-κλειδί για την αποανάπτυξη είναι ο Καστοριάδης, ο οποίος στο έργο του υπερα­σπίστηκε την ιδέα μιας αυτόνομης, «αυτο-θεσμισμένης κοινωνίας» ως μιας οντότητας που αυτοκυβερνείται με τους δικούς της νόμους.

Δικαιοσύνη

Η δικαιοσύνη ως πηγή της αποανάπτυξης έχει πολλές πτυχές που σχετίζο­νται με το παγκόσμιο κίνημα δικαιοσύνης. Για τον Paul Aries, το πρώτο μέ- λημα της αποανάπτυξης είναι οι ανισότητες. Ο Dobson (2003) αμφισβητεί τον όρο «δίκαιες αειφορίες» (just sustainabilities) (Agyeman et al. 2003), ο οποίος στηρίζεται πάνω στην σύμπραξη της περιβαλλοντική αειφορίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η αποανάπτυξη δεν λαμβάνει ως δεδομένη τη σχέση αυτή και αμφισβητεί το γεγονός ότι η μία αποτελεί αναγκαία προϋ­πόθεση της άλλης. Αντιθέτως σκόπιμα διερευνά τρόπους για να καταστούν οι δυο συμβατές.

Μια κοινή παραδοχή μεταξύ οικονομολόγων όπως ο Sala-i-Martin (Snowdon 2006), ο οποίος στηρίζεται στην υπόθεση του «φαινομένου της διάχυσης προς τα κάτω» (trickle-down effect), δηλαδή ότι αν οι πλούσιοι γίνουν πλου­σιότεροι, ένα μέρος από αυτόν τον πλούτο θα φτάσει και στους υπόλοιπους, είναι ότι μόνο η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των φτωχών ανθρώπων στον πλανήτη. Με δεδομένη τη φιλελεύ­θερη υπόθεση ότι η εθελοντική μείωση του εισοδήματος και η αναδιανομή είναι αδύνατη, η μόνη στρατηγική για την καταπολέμηση της φτώχειας είναι η οικονομική ανάπτυξη η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα λίγες σταγόνες πλούτου οι οποίες θα φτάσουν τελικά και στους φτωχούς.

Απέναντι σε αυτή την θέση, η αποανάπτυξη επιλέγει τη μείωση του αντα­γωνισμού, την αναδιανομή σε μεγάλη κλίμακα, την ανταλλαγή και την μείω­ση των υπερβολικών εισοδημάτων. Αν η φτώχεια γίνεται αντιληπτή από την άποψη της σχετικής κατανάλωσης δεν μπορεί ποτέ να «εξαλειφθεί» από την οικονομική ανάπτυξη καθώς αυτή αλλάζει μόνο το μέγεθος αλλά όχι τις α­ναλογίες του πλούτου που κατέχουν ιδιώτες. Οι ανάγκες, ωστόσο, μπορούν να ικανοποιηθούν από πολλαπλές πηγές (Max-Neef 2001). Η εκλαϊκευμένη βιβλιογραφία για την αποανάπτυξη, για παράδειγμα, περιλαμβάνει ένα με­γάλο αριθμό από ιστορίες ανθρώπων που επιλέγουν τη λιτότητα εκπληρώ­νοντας όλες τις ανάγκες τους χωρίς να λαμβάνουν υψηλά εισοδήματα (downshifters) (Conill et al. 2012, Carlsson 2008).

Όπως περιγράφει ο Ikeme (2003) εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε δύο φιλο­σοφικές προσεγγίσεις: την συνεπειοκρατική (consequentialist), η οποία το­ποθετεί τα τελικά αποτελέσματα πάνω από τα μέσα, και τη δεοντολογική (deontobgical) που τοποθετεί τα μέσα πάνω από τα αποτελέσματα. Γ ια πα­ράδειγμα, εστιάζοντας μόνο στους δείκτες ευημερίας ή ανισότητας, είναι συνέπεια της εφαρμογής μόνο της πρώτης τάσης, ενώ δίνοντας προτεραιό­τητα στην εφαρμογή μόνο ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κανόνα, όπως η μη-βία, είναι αποτέλεσμα της χρησιμοποίησης μόνο της δεύτερης τάσης. Στην συνέχεια παραθέτουμε μερικά οράματα στα πλαίσια αυτής της πηγής της αποανάπτυξης, ενώ εξερευνούμε την δυαδικότητα μεταξύ συνεπειοκρα- τικών - δεοντολογικών τάσεων.

Το πρώτο όραμα σχετίζεται με την κοινωνική σύγκριση και τον φθόνο. Σύμ­φωνα με τον Herve Kempf, δημοσιογράφο της εφημερίδας Le Monde και επηρεασμένο από τον Veblen (1899), η κοινωνική σύγκριση με βάση την προβολή του τρόπου ζωής των πλούσιων ανθρώπων, είναι υπεύθυνη για την κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση (Kempf 2007). Από μια συνεπειο­κρατική σκοπιά η αποανάπτυξη μπορεί να κάνει την κοινωνική σύγκριση λιγότερο προβληματική, μειώνοντας τους λόγους για φθόνο και τον αντα­γωνισμό «τύπου Δαρβίνου». Μερικές από τις προτάσεις που συζητήθηκαν κατά το δεύτερο διεθνές συνέδριο για την αποανάπτυξη περιλαμβάνουν τη θέσπιση μέγιστου εισοδήματος ή μέγιστου ατομικού πλούτου για να αποδυ­ναμωθεί ο φθόνος ως κινητήρια δύναμη του καταναλωτισμού, καθώς και το άνοιγμα των συνόρων για την αποφυγή του πειρασμού μιας σύγκρουσης ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες. Από δεοντολογική άποψη η αποανάπτυξη συνεπάγεται μια αλλαγή κουλτούρας που θα μας κάνει μη ευάλωτους στους πειρασμούς ενός τρόπου ζωής βασισμένου στην υψηλή κατανάλωση, όπως προτείνεται από την αντι-ωφελιμιστική σχολή. Γ ια να υπάρξει δικαιοσύνη απαιτείται η αποανάπτυξη του βιοτικού επιπέδου των πλούσιων τάξεων τόσο στον Βορρά όσο και στον Νότο. Αυτό το σημείο συ­χνά παρεξηγείται από εκείνους που θεωρούν τον πληθυσμό ως το κεντρικό ζήτημα και που φαίνεται να αγνοούν τη διαφορά μεταξύ του τρόπου ζωής ενός ψαρά στην Ινδία και ενός τραπεζίτη στη Νέα Υόρκη ή τη Βομβάη.

Το δεύτερο όραμα συνεπάγεται τη διόρθωση της παρελθούσας αδικίας. Ένα καλό παράδειγμα είναι η έννοια του οικολογικού χρέους ή η απαίτηση ότι ο Παγκόσμιος Βορράς πρέπει να πληρώσει για την παρελθούσα αλλά και νυν αποικιακή εκμετάλλευση του Νότου (βλέπε την πρόταση Yasuni ITT για να μείνουν οι φυσικοί πόροι στο έδαφος στον Ισημερινό). Ένα άλλο είναι το κίνημα για την περιβαλλοντική δικαιοσύνη, ωθούμενη από την αύξηση του κοινωνικού μεταβολισμού και την ιστορική ανισότητα στην κατά κεφαλή εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα. Οι αγώνες για την περιβαλλοντική δικαιο­σύνη στον Βορρά (αυθόρμητα κινήματα, οργανώσεις και δίκτυα όπως η Κλιματική Δικαιοσύνη Τώρα!) αποτελούν μέρος της αποανάπτυξης, ενώ αυτοί του Νότου αποτελούν σημαντικούς συμμάχους (Martinez-Alier 2010, βλ. κεφάλαιο 7), συμπεριλαμβανομένων και των κινημάτων μετα- εξαγωγισμού (post-extractivism) και ευ ζην (buen vivir) στη Λατινική Αμερι-
κή (Acosta και Martinez 2009, Gudynas 2011).

Τρίτον, η προσέγγιση της ισότητας στη δικαιοσύνη μέσα στο πλαίσιο της αποανάπτυξης προϋποθέτει την αναδιανομή πόρων και πλούτου τόσο εντός όσο και μεταξύ των οικονομιών Βορρά και Νότου. Η δικαιοσύνη εδώ γίνεται κατανοητή ως μια δίκαιη κατανομή των οικονομικών, κοινωνικών και περι­βαλλοντικών αγαθών και αποβλήτων σε όλους τους χρονικούς ορίζοντες (δηλαδή εντός των γενεών και μεταξύ των γενεών). Έρχεται σε αντίθεση με την «ηθική της σωσίβιας λέμβου» του Garrett Hardin, μέσω της οποίας περι­βαλλοντικές και πληθυσμιακές ανησυχίες οδηγούν εύκολα στον ρατσισμό. Μεγαλύτερη συναίνεση μοιάζει να υπάρχει γύρω από την υποστήριξη της αποανάπτυξης της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων που θα εξασφαλίσει μια βασική πρόσβαση στις υπηρεσίες του οικοσυστήματος από τον παγκό­σμιο Νότο και τα φτωχότερα στρώματα. Θα πρέπει όμως να αναφέρουμε ότι η ισότητα συχνά παρερμηνεύεται ως οικουμενισμός ή ως έκκληση για τυπο­ποίηση των δυτικών τρόπων ζωής.

Τέλος, κάποιοι βλέπουν τη δικαιοσύνη ως την πρόληψη της ανθρώπινης δυστυχίας με την καθιέρωση ελάχιστων κριτηρίων και βασικού εισοδήματος για όλους (με τη μορφή φυσικών πόρων, δημόσιων υπηρεσιών ή/και χρη­μάτων). Άλλοι αμφισβητούν την ιδέα ενός βασικού εισοδήματος και υπο­γραμμίζουν τη σημασία της αξιοκρατίας και της συνεισφοράς στην κοινωνία (Bayon et al. 2010). Άλλα βασικά θέματα προς συζήτηση μέσα στο πλαίσιο της δικαιοσύνης για την αποανάπτυξη, τα οποία θα απαιτούσαν εκτεταμένη επεξήγηση, είναι ο φεμινισμός[14], ο ταξικός διαχωρισμός[15] και η μη-βία[16].

5.   Στρατηγικές και φορείς αποανάπτυξης

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, ακόμη και αν οι ακτιβιστές δεν εφηύραν τον όρο «αποανάπτυξη», ήταν αυτοί που τον προώθησαν σαν ένα σλόγκαν για την εθελοντική και δημοκρατική κοινωνική αλλαγή. Το σλόγκαν της αποα- νάπτυξης εξελίχθηκε αντλώντας από διάφορες πηγές. Κάθε μία από αυτές όμως, μπορεί να εμπνεύσει μια διαφορετική σειρά από στρατηγικές δράσης σε τοπικό, περιφερειακό ή παγκόσμιο επίπεδο. Το πλαίσιο της αποανάπτυ­ξης παρέχει μια διάγνωση, όπου οι πηγές μπορούν να συσχετιστούν με κα­θημερινές πρακτικές, αλλά και με τη θεωρητική εργασία των διανοουμένων, εντός και εκτός πανεπιστημίων. Οι στρατηγικές δράσης ποικίλουν από την αντίδραση μέχρι το χτίσιμο εναλλακτικών (δημιουργία νέων θεσμών) και τον ρεφορμισμό (δράσεις στο πλαίσιο των υφιστάμενων θεσμών για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τον κοινωνικό μετασχηματισμό) - από το τοπικό έως το παγκόσμιο επίπεδο (για μια παρόμοια ανάλυση, δες: Dobson 2007). Μεταξύ των πρώτων υποστηρικτών της αποανάπτυξης βρί­σκουμε ακτιβιστές βάσης ταγμένους στην αντίδραση και δρώντες που ανα­πτύσσουν εναλλακτικές. Ορισμένοι δρώντες καλούν για μια πλήρη αναθεώ­ρηση των υπαρχόντων θεσμών, ενώ άλλοι ζητούν τη μεταρρύθμισή τους ή τη μερική διατήρηση τους τόσο σε τοπικό όσο και σε ευρύτερο επίπεδο (με την πολιτική συμμετοχή και τη συμβολή ακαδημαϊκής έρευνας). Από τη συ­νύπαρξη των διαφόρων δρώντων υποκειμένων υπό την αιγίδα της αποανά­πτυξης δεν έχουν λείψει ούτε οι συγκρούσεις, ούτε η συμπληρωματικότητα. Αναλύουμε μερικές από αυτές παρακάτω.

Συγκρουσιακός ακτιβισμός

Οι δρώντες της αποανάπτυξης εμπλέκονται συχνά με τον συγκρουσιακό ακτιβισμό, όπως η αντίδραση στην επέκταση αυτοκινητοδρόμων, αεροδρο­μίων, τρένων μεγάλης ταχύτητας και άλλων υποδομών. Η αντίσταση μπορεί να λαμβάνει διάφορες μορφές: διαδηλώσεις, μποϊκοτάζ, πολιτική ανυπακοή, άμεση δράση και τραγούδια διαμαρτυρίας. Ένα καλό παράδειγμα αντίστα­σης στον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι η δράση του Καταλανού ακτιβιστή για την αποανάπτυξη Enric Duran. Το Σεπτέμβριο του 2008, ο Duran ανα­κοίνωσε δημοσίως ότι είχε «ληστέψει» σχεδόν μισό εκατομμύριο ευρώ λαμ- βάνοντας νόμιμα, σχετικά μικρά δάνεια από διάφορες τράπεζες, χωρίς να έχει καμία πρόθεση να τα επιστρέψει (καθώς τα είχε δαπανήσει για ευγενείς σκοπούς). Αυτή ήταν μια πολιτική δράση για να καταγγείλει όπως αποκά- λεσε το «ληστρικό καπιταλιστικό σύστημα». Ένας από τους σκοπούς της πράξης του ήταν να καταγγείλει τη μη βιωσιμότητα του τραπεζικού συστή­ματος. Αναφερόμενος στη δημιουργία του χρήματος ως χρέους, ο Duran δήλωσε ότι αν οι τράπεζες μπορούν να δημιουργούν χρήμα από το τίποτα, «εγώ θα τα κάνω να εξαφανιστούν στην ανυπαρξία». Από το 2006 έως το 2008 χρηματοδότησε διάφορα αντι-καπιταλιστικά κινήματα, συμπεριλαμ­βανομένων περιοδικών που εκτυπώθηκαν σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυ­πα με θέματα όπως η ενεργειακή κρίση (δηλαδή η κορύφωση παραγωγής πετρελαίου), κριτικές πάνω στην οικονομία που είναι βασισμένη στο χρέος, και η παρουσίαση συγκεκριμένων εναλλακτικών προτάσεων για μια βιώσι­μη αλληλέγγυα οικονομία[17].

Χτίσιμο εναλλακτικών

Άλλοι δρώντες προωθούν τοπικές, αποκεντρωμένες και συμμετοχικές εναλ­λακτικές μικρής κλίμακας όπως η ποδηλασία, η επαναχρησιμοποίηση, η χορτοφαγία, οι συνεταιρισμοί κατοικίας, η αγρο-οικολογία, τα οικολογικά χωριά και οι οικοκοινότητες, η αλληλέγγυα οικονομία, οι συνεταιρισμοί κα­ταναλωτών, οι εναλλακτικές (λεγόμενες ηθικές) τράπεζες ή πιστωτικοί συ­νεταιρισμοί και οι αποκεντρωμένοι συνεταιρισμοί ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτά είναι παραδείγματα «ουτοπιών του τώρα» (nowtopias) του

Chris Carlsson (2008), ή ανάπτυξης εναλλακτικών λύσεων εκτός των υπαρ­χόντων θεσμών, εδώ και τώρα. Τα κινήματα των Οικολογικών Χωριών και Πόλεων σε Μετάβαση αποτελούν σημαντικές εμπειρίες προς αυτήν την κα­τεύθυνση και συχνά διασταυρώνονται με την αποανάπτυξη[18]. Μερικοί δρώ- ντες που εργάζονται για την ανάπτυξη εναλλακτικών υποστηρίζουν ότι η αλλαγή συμπεριφοράς και αξιών σε ατομικό επίπεδο θα πρέπει να είναι ο κύριος στόχος της αποανάπτυξης. Αυτό καθίσταται προφανές στον τρόπο ζωής των ανθρώπων αυτών οι οποίοι ασκούν εθελούσια απλότητα, ζουν καλύτερα με λιγότερα, και επιβραδύνουν το ρυθμό της ζωής τους. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στο πως η συνειδητή ηθική κατανάλωση μπορεί να προκα- λέσει έναν μετασχηματισμό τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η κύρια ιδέα είναι ότι αν δαπανάται λιγότερος χρόνος για επίσημη εργασία και κατανάλωση, μπορεί να αφιερωθεί περισσότερος χρόνος σε άλλες δρα­στηριότητες θεμελιώδεις για την ευημερία όπως οι κοινωνικές σχέσεις, η πολιτική συμμετοχή, η σωματική άσκηση, η πνευματικότητα και ο στοχα­σμός. Μια τέτοια αλλαγή θα είναι ενδεχομένως λιγότερο επιβλαβής για το περιβάλλον.

Τα ιταλικά «Reti di Economia Solidale» (Δίκτυα Αλληλέγγυας Οικονομίας) είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα. Γεννήθηκαν το 2002, ως ένα πείραμα για την κυκλοφορία και την εδραίωση υπαρχουσών εμπειριών μέσω της δημιουργί­ας οικονομικών δικτύων, όπου διαφορετικά έργα ενισχύονται αμοιβαία, δημιουργώντας αγορές, στοχεύοντας παράλληλα στην ευημερία και την βιωσιμότητα. Υπάρχουν ήδη περισσότερα από είκοσι «Distretti di Economia Solidale» (Περιοχές Αλληλέγγυας Οικονομίας) όπου εκατοντάδες μικρές επι­χειρήσεις εργάζονται ως συμπλέγματα κάτω από ρητές κοινωνικο- οικολογικές αρχές. Στην Ισπανία ο Enric Duran, ο Didac Costa και οι συνερ­γάτες τους έχουν αναπτύξει τον «Ολοκληρωμένο Συνεταιρισμό της Καταλο- νίας» (Cooperativa Integral Catalana, CIC). Ο CIC βασίζεται στην οικονομική και πολιτική αυτοδιαχείριση με ισότιμη συμμετοχή των μελών του και προ­σπαθεί να επινοήσει τρόπους για να ικανοποιήσουν όλες τις βασικές αν­θρώπινες ανάγκες, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας ενός τοπικού νομίσματος (τα «ECOS»).[19]

Ρεφορμισμός:

διατήρηση και δράση μέσα στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο

Σύμφωνα με τα λόγια του Latouche (2007) δεν ζούμε απλά σε μια οικονομία ανάπτυξης, αλλά σε μια κοινωνία ανάπτυξης. Ως εκ τούτου η αποανάπτυξη προϋποθέτει τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ενώ πολλοί δρώντες αντιτί­θενται ή αμφισβητούν κάποιους θεσμούς, συχνά προτείνουν ενέργειες και δράσεις εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. Για παράδειγμα πολλοί ριζοσπαστικοί βιοκαλλιεργητές, ενώ αμφισβητούν τον καπιταλισμό μέσω ορισμένων δράσεων τους, εξακολουθούν να οργανώνουν την ζωή τους γύρω από τα αυτοκίνητα και τους υπολογιστές, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί «ρεφορμιστικό». Σε γενικές γραμμές, θα συμφωνήσουμε ότι πρέπει να υπε­ρασπιστούμε ορισμένους θεσμούς (όπως η κοινωνική ασφάλεια και η δημό­σια υγεία, τα δημόσια νηπιαγωγεία και σχολεία και άλλα στοιχεία του κρά­τους πρόνοιας). Η φεμινιστική βιβλιογραφία, για παράδειγμα, τονίζει πως «πράσινες έννοιες όπως η αυτάρκεια, οι βιώσιμες κοινότητες και το 'να βοη­θήσει καθένας από λίγο’ στις δουλειές του σπιτιού και για το δημόσιο όφε­λος, απειλούν να εντείνουν το ήδη δυσβάσταχτο βάρος των γυναικών όσον αφορά την ευθύνη της φροντίδας» (MacGregor 2004: 77-78). Η μείωση της εξάρτησης από την τεχνολογία στα νοικοκυριά, για παράδειγμα, είναι ένας ακόμα λόγος για μια πιο ισότιμη κατανομή της εργασίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες.

Μια άλλη κουβέντα έχει να κάνει με τον τύπο του δημοκρατικού συστήμα­τος. Από την μια μεριά χρειάζεται να υπερασπιστούμε δημοκρατικούς θε­σμούς που κινδυνεύουν λόγω της οικονομικής κρίσης, και την ίδια στιγμή να υποστηρίξουμε την ανάπτυξη πιο συμμετοχικών δομών. Ομοίως, ενώ κάποι­οι υιοθετούν μια παραδοσιακή αναρχική αντίληψη υπέρ της εγκατάλειψης του κράτους, άλλοι πιστεύουν ότι το κράτος θα πρέπει να διατηρηθεί και να βελτιωθεί.

Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, επαναστατικές θέσεις μπορούν να συνυ­πάρξουν με ρεφορμιστικές (ή ακόμη και να ενισχύσουν η μια την άλλη). Για παράδειγμα, προτάσεις για τη δημιουργία νέων θεσμών στο πλαίσιο της άμεσης δημοκρατίας που θα αντικαταστήσουν τους σημερινούς είναι συμ­βατές με την υπεράσπιση και τη μεταρρύθμιση μερικών από τους ήδη υπάρ­χοντες. Η θέσπιση βασικού εισοδήματος για όλους τους πολίτες, η εξάλειψη χρημάτων βασισμένα στο χρέος (χρήματα που δεν αποθηκεύονται 100% από καταθέσεις ή πραγματικά υλικά), καθώς και η προστασία και ενίσχυση των κοινών, μπορούν να θεωρηθούν ως μεταρρυθμίσεις υφισταμένων θε­σμών που υπερβαίνουν αυτές που εδραιώνουν το ισχύον σύστημα.

Έρευνα

Όλες οι προηγούμενες προσεγγίσεις απαιτούν τη σωστή κατανόηση των δεσμών μεταξύ των διαφόρων επιπέδων και πηγών και σε αυτό μπορεί να βοηθήσει τόσο η ακαδημαϊκή όσο και η μη ακαδημαϊκή έρευνα. Για τους Martinez-Alier et al. (2011) η αποανάπτυξη είναι ένα παράδειγμα επιστήμης εμπνευσμένης από τον ακτιβισμό. Ομοίως, ο Arturo Escobar γράφει για τη «γνώση των ακτιβιστών», ο Les Levidow για την «ερευνητική συνεργασία» μεταξύ ακαδημαϊκών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, ο An­drew Stirling για την «συνεργατική έρευνα», και άλλοι για «έρευνα δράσης» (Martinez-Alier et al 2011). Η ακτιβιστική γνώση αναφέρεται σε διάφορες εμπειρικές έννοιες προερχόμενες από κοινότητες, ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, ομάδες γυναικών, συνδικαλιστικών οργανώσεων, λαϊκών οργα­νώσεων και ούτω καθεξής. Στον κλάδο σπουδών αειφορίας, όπως και σε άλλους κλάδους, η γνώση που αποκτήθηκε από εμπειρίες βάσης και ακτιβι­σμού έχει οδηγήσει στη δημιουργία νέων εννοιών, όπως το οικολογικό χρέ­ος, το κλιματικό χρέος ή η εταιρική ευθύνη (Martinez Alier 2002, Simms 2005)       . Αυτές οι έννοιες πολλές φορές χρησιμοποιούνται, εξευγενίζονται και επαναπροσδιορίζονται από τους ακαδημαϊκούς ενώ, αντιστρόφως, πολλές ακαδημαϊκές έννοιες χρησιμοποιούνται και διαδίδονται από κινήματα πολι­τών (Martinez-Alier et al. 2011).

Η αποανάπτυξη, ξεκινώντας από ακτιβιστές, εισήλθε στην διεθνή ακαδημα­ϊκή ατζέντα γύρω στο 2008. Έκτοτε η σχετική βιβλιογραφία αναπτύσσεται, με άρθρα και ειδικά τεύχη σε διάφορα περιοδικά. Όπως προαναφέρθηκε, τα «Διεθνή Συνέδρια Οικονομικής Αποανάπτυξης για την Οικολογική Βιωσιμό­τητα και την Κοινωνική Ισότητα» στο Παρίσι (2008), την Βαρκελώνη (2010), το Μόντρεαλ και τη Βενετία (2012), προσέλκυσαν εκατοντάδες ε­ρευνητές από πολλές χώρες[20]. Το συνέδριο της Βαρκελώνης, για παράδειγ­μα, είχε ως στόχο να προωθήσει τη συνεργατική έρευνα φέρνοντας σε επα­φή επιστήμονες, ακτιβιστές και άλλους δρώντες της αποανάπτυξης. Η ορ­γάνωση του συνεδρίου διέφερε από τα παραδοσιακά ακαδημαϊκά πρότυπα, καθώς χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές άμεσης δημοκρατίας για να συζητηθούν και να αναπτυχτούν πολιτικές και ερευνητικές προτάσεις σε διάφορους τομείς.

Η συζήτηση και η έρευνα εντός του κινήματος της αποανάπτυξης έχει μόλις αρχίσει. Δεν αρκούν μόνο οι συμφωνίες για το τί υποστηρίζει, αλλά χρειάζο­νται και ιδέες για το πώς μπορούν να εφαρμοστούν οι προτάσεις της. Πε­ρισσότερη έρευνα είναι απαραίτητη σχετικά με το τί είδος αποανάπτυξης, και πόσο από αυτή χρειαζόμαστε. Υπάρχουν αμφιβολίες για το κατά πόσον το τελικό αποτέλεσμα θα εξακολουθεί να αποτελεί μια καπιταλιστική οικο­νομία και κοινωνία ή όχι (Gorz 1972, Jackson 2011). Ο Tim Jackson συμβου­λεύει τους αναγνώστες να μην παλεύουν με τις λέξεις και υποστηρίζει ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια (οικολογικά ή κοινωνικά) να αντέξουμε περισ­σότερη οικονομική ανάπτυξη στις πλούσιες χώρες, είτε αυτή είναι καπιταλι­στική ή όχι. Ωστόσο, αυτή η πραγματιστική προσέγγιση δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των οπαδών της αποανάπτυξης.

Ενεργώντας σε διαφορετικά επίπεδα: τοπικό, εθνικό, παγκόσμιο

Το κίνημα της αποανάπτυξης απασχολείται επίσης με το ποιά αποτελεί την κατάλληλη κλίμακα δράσης. Υπάρχει επίγνωση ότι πρέπει να αναληφθεί δράση σε όλα τα επίπεδα. Οι περισσότερες δραστηριότητες λαμβάνουν χώ­ρα σε τοπικό επίπεδο, και συχνά συγκροτούνται μέσω τυπικών και άτυπων δικτύων. Οι «πόλεις σε μετάβαση» (Μεγάλη Βρετανία), τα «Rete del Nuovo Municipio» και «Comuni Virtuosi» (Ιταλία) αποτελούν καλά παραδείγματα αστικών προσεγγίσεων. [21] Δίκτυα αποανάπτυξης και δράσεις, ωστόσο, υ­πάρχουν επίσης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.[22] Ένα άτυπο δίκτυο εδραιώνεται επίσης και σε διεθνές επίπεδο γύρω από εκδηλώσεις όπως τα συνέδρια αποανάπτυξης. Τα πιο παγιωμένα δίκτυα αφορούν ειδικά θέματα (για παράδειγμα αγρο-οικολογία), αλλά η αποανάπτυξη, ως πλαίσιο, προ­σφέρει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός δικτύου των δικτύων που θα περι­λαμβάνει ακτιβιστές, επαγγελματίες, ερευνητές, πολιτικούς και επιστήμο­νες[23]. Διάφοροι πιθανοί τρόποι οργάνωσης ενός τέτοιου δικτύου είναι υπό συζήτηση.

Παρά το γεγονός ότι το θέμα της δικτύωσης βρίσκεται στο επίκεντρο της αποανάπτυξης, το κίνημα απέχει ακόμα πολύ από το να μπορεί να συντονί­σει δράσεις για την απόλυτη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και υλικών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Τι θα συμβεί αν ένα έθνος υποστηρίξει ανε­ξάρτητα πολιτικές αποανάπτυξης; Μπορούν οι εναλλακτικές της αποανά­πτυξης να λάβουν χώρα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο οικονομικής ανάπτυξης και καπιταλισμού βασισμένου στο χρέος; Τι θα πρέπει να γίνει με τα χρέη σε ένα πλαίσιο «χρεοκρατίας»; Αυτά τα ανοιχτά ζητήματα σχετίζονται με τις κατάλληλες πολιτικές συνθήκες που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την εφαρμογή ορισμένων πολιτικών. Παραμένει ασαφές πώς μπορεί να λάβει χώρα ο κοινωνικό-οικολογικός μετασχηματισμός σε μια ευρύτερη κλίμακα και υπό ποιό θεσμικό πλαίσιο. Γ ια παράδειγμα, όσοι υποστηρίζουν την άμε­ση δημοκρατία με βάση τις συνελεύσεις ή το πρόταγμα της Περιεκτικής Δη­μοκρατίας (Φωτόπουλος 1997) δεν έχουν μέχρι στιγμής προτείνει πειστικά πως αυτό μπορεί να οργανωθεί πέραν από το επίπεδο των δήμων. Ίσως, ακολουθώντας τον Murray Bookchin, μια συνομοσπονδία των κοινοτήτων θα μπορούσε να αναλάβει τους διοικητικούς ρόλους ενός κράτους το οποίο δεν θα επικεντρώνεται πλέον στην οικονομική ανάπτυξη. Αυτή είναι μια άποψη που συμμερίζονται πολλοί στο κίνημα της αποανάπτυξης.

6.   Συζήτηση

Πηγές της αποανάπτυξης

Η προηγούμενη ανάλυση των πηγών της αποανάπτυξης έδειξε την ποικιλο- μορφία των επιχειρημάτων τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υπεράσπιση της αποανάπτυξης. Μερικά σημεία συζητούνται παρακάτω. Πρώτον, η ταξινόμηση των πηγών που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο γίνεται για αναλυτικούς σκοπούς και δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνε­πάγεται ασύνδετες απόψεις. Αντ’ αυτού, αναδεικνύει διαφορετικές εστίες προσοχής από διαφορετικούς συγγραφείς ή δρώντες, ανάλογα με το κοινω­νικό, πολιτιστικό ή πολιτικό τους υπόβαθρο.

Δεύτερον, η επισκόπηση των ρευμάτων σκέψης που τροφοδοτούν το κίνημα της αποανάπτυξης δεν είναι διεξοδική. Θέματα όπως ο φεμινισμός, η πολιτι­κή οικολογία, η μη-βία (συμπεριλαμβανομένης της κριτικής στο μιλιταρι­σμό), ο ριζοσπαστικός από τα κάτω νέο-Μαλθουσιανισμός (Ronsin 1980, Martinez-Alier και Masjuan 2005), οι ταξικές διαιρέσεις και οι τοποθετήσεις υπέρ των ανοιχτών συνόρων πρέπει να τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας μέσα στο ευρύτερο πεδίο της δικαιοσύνης. Αντιστοίχως, ούτε οι κριτικές που παραθέτονται είναι εξαντλητικές. Περαιτέρω επεξεργασία απαιτείται πάνω στις φυλετικές διαστάσεις της αποανάπτυξης. Οι πρώτες και ισχυρότερες κριτικές σε δείκτες όπως το ΑΕΠ προήλθαν από τα φεμινιστικά οικονομικά, σε συμμαχία με τα οικολογικά οικονομικά (Waring 1988). Για παράδειγμα, ο φεμινιστικός περιβαλλοντισμός (Agarwal 1992) τόνισε τις φυλετικές πρα­κτικές και πολιτιστικές αξίες της φύσης έξω από την αγορά.

Τρίτον, ορισμένοι οπαδοί της Μαρξιστικής θεωρίας έχουν υποστηρίξει ότι η αποανάπτυξη δεν τοποθετείται ρητά ή επαρκώς απέναντι στον καπιταλι­σμό[24]. Ωστόσο, ορισμένοι Μαρξιστές συντάσσονται με την ιδέα ότι τα κατα­ναλωτικά αγαθά (τα οποία είναι προϊόντα του ίδιου του καπιταλισμού) θα πρέπει να είναι ευρέως και ευκόλως προσβάσιμα, παραμένοντας έτσι συν- δεδεμένοι με τον παραγωγισμό, όπου ο στόχος είναι η μεγιστοποίηση της παραγωγής και της ανάπτυξης (Altvater 1993). Άλλες ερμηνείες του Μαρξ επικρίνουν τη γραμμική εξέλιξη, όπως έκανε ο Walter Benjamin της σχολής της Φρανκφούρτης (Postone 2009, Jappe 2003). Επίσης νεο-μαρξιστές, ό­πως ο David Harvey ή οικο-σοσιαλιστές, όπως οι Joel Kovel και Michael Lowy, συμφωνούν περισσότερο με την αποανάπτυξη. Άλλοι μαρξιστές έχουν ξεκινήσει πρόσφατα να υιοθετούν τις ιδέες της αποανάπτυξης στα γραπτά τους (Tanuro 2009, Bontempelli και Badiale 2010, Altvater 2011). Ενώ ο οι- κο-μαρξιστής J. B. Foster επέκρινε ανοιχτά την αποανάπτυξη (Foster 2011), το περιοδικό Capitalism, Nature, Socialism δημοσίευσε ένα ειδικό τεύχος σχετικά με την αποανάπτυξη το 2012.

Τέλος, η πολυπλοκότητα και το πολυδιάστατο της αποανάπτυξης μπορεί μερικές φορές να την κάνει δύσκολη να μεταβιβαστεί, και να δυσχεραίνει ανθρώπους που αναζητούν μια συγκεκριμένη πρακτική δράση. Ωστόσο, παραβλέποντας μία από τις πηγές μπορεί να προκαλέσει προβλήματα. Ο Jean-Claude Decourt, δημιουργός πολλών ντοκιμαντέρ για την αποανάπτυξη, λέει ότι η ανάπτυξη θα ήταν προβληματική ακόμη και αν απεριόριστοι πόροι ήταν διαθέσιμοι[25]. Η αποανάπτυξη αποκτά νόημα μόνον όταν λαμβάνονται υπόψη όλες οι πηγές της: όχι μόνο η οικολογία και τα βιο-οικονομικά, αλλά και το νόημα της ζωής και της ευημερίας, ο αντι-ωφελιμισμός, η δικαιοσύνη και η δημοκρατία. Το να ληφθούν ανεξάρτητα μπορεί να οδηγήσει σε ελλι­πείς και απλουστευτικές ερμηνείες θεμελιωδώς ασύμβατες με τις ιδέες του κινήματος της αποανάπτυξης. Η ευαισθησία για τη σπανιότητα των πόρων ή την καταστροφή των οικοσυστημάτων, αλλά όχι για την παγκόσμια δικαι­οσύνη μπορεί να οδηγήσει σε απολυταρχικές αντικοινωνικές προτάσεις ξενοφοβικού χαρακτήρα. Η δικαιοσύνη χωρίς τη δημοκρατία μπορεί να οδη­γήσει σε αυταρχικές λύσεις. Η βελτίωση της δημοκρατίας ή της δικαιοσύνης χωρίς να μας απασχολεί το νόημα της ζωής μπορεί να μας οδηγήσει σε τε- χνο-κεντρικές λύσεις κλπ. Με αυτό το σκεπτικό, ο Carter (2004) τονίζει τη σημασία του συνδυασμού των προβληματισμών προκειμένου να δημιουρ- γηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για μια ριζοσπαστική πράσινη κοινωνία. Αν και δεν είναι δυνατόν να εμπλακούν όλοι οι δρώντες στο σύνολο των προ­βληματισμών αυτών χωρίς να εξαντληθούν, είναι εφικτό να κατανοήσουν τουλάχιστον τις ανησυχίες των άλλων.

Στρατηγικές αποανάπτυξης

Έχουν υπάρξει έντονες συζητήσεις και διαμάχες σχετικά με τις στρατηγικές που χρησιμοποιούνται σε κάθε μια από τις πηγές του κινήματος της αποα- νάπτυξης. Στρατηγικές αντίδρασης μπορεί να θεωρηθούν ως αντικρουόμε- νες με τους δρώντες που προωθούν εναλλακτικές, ή με τους ερευνητές που φέρνουν μόνο μια διάγνωση (και μερικές φορές μια ασαφή πρόγνωση). Στον κόσμο της πολιτικής, η στρατηγική της σύγκρουσης είναι μια επαναστατι­κότερη στάση που αντιτίθεται στον ρεφορμισμό.

Αυτό που προσπαθήσαμε να τονίσουμε προηγουμένως, ωστόσο, είναι η δυ­νατότητα για την συμβατότητα μεταξύ των στρατηγικών που χρησιμοποι­ούνται από το κίνημα καθώς όλο και περισσότεροι δρώντες συνειδητοποι­ούν τη σημασία του συνδυασμού στρατηγικών σε τοπικό ή/και παγκόσμιο επίπεδο (Chatterton και Pickerill 2010). Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας είναι τόσο μεγάλες που η διαφορετικότητα είναι μια απα­ραίτητη πηγή πλούτου - εφόσον οι συμμετέχοντες έχουν επίγνωση των περιορισμών των δραστηριοτήτων τους και είναι αρκετά ταπεινοί έτσι ώστε να παραμένουν ανοιχτοί στην εποικοδομητική κριτική και στις βελτιώσεις.

Στην πραγματικότητα, αυτές οι εντάσεις μεταξύ των στρατηγικών μπορεί να αποτελέσουν μία από τις δυνάμεις για να κρατήσουν ζωντανή τη δημι­ουργικότητα και την πολυμορφία, με την προϋπόθεση ότι τα κανάλια επι­κοινωνίας παραμένουν ανοιχτά.

Συνδυάζοντας τις σωστές στρατηγικές μπορεί να επισπεύσουμε τη διαδικα­σία μετασχηματισμού. Αυτό μπορεί να αναλυθεί και να κατανοηθεί καλύτε­ρα αν διαχωρίσουμε την βραχυπρόθεσμη από την μακροπρόθεσμη προοπτι­κή. Το κίνημα έχει ένα επείγον καθήκον: να επεξεργαστεί τον δρόμο της με­τάβασης (ή καλύτερα του μετασχηματισμό) των πλούσιων κοινωνιών από την υπαρκτή κρίση της οικονομικής ανάπτυξης στην αποανάπτυξη. Υπό αυτό το πρίσμα, οι στρατηγικές μπορούν να συνδυαστούν σύμφωνα με ένα καθορισμένο χρονοδιάγραμμα για τη διαμόρφωση σεναρίων. Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν συγκρουσιακές στρατηγικές αντιδρούν στην «ανάπτυ­ξη» στους δρόμους και τις πλατείες - σταματώντας «επιβλαβή» έργα και ξεκινώντας θεμελιώδεις δημόσιες συζητήσεις. Οι επιστήμονες και διανοού­μενοι που αφιερώνουν περισσότερες από τις προσπάθειές τους στον αγώνα των ιδεών, μπορούν να ανοίξουν νέα φαντασιακά και να δημιουργήσουν δεσμούς μεταξύ των επιπέδων και των προσεγγίσεων. Οι δρώντες σε πρα­κτικό επίπεδο πειραματίζονται με νέες δυνατότητες στην καθημερινή ζωή, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Ακτιβιστές της αποανάπτυ- ξης, διανοούμενοι και φορείς χάραξης πολιτικής που ασχολούνται με ευρύ­τερες κλίμακες μπορούν να διευκολύνουν την κοινωνική προσαρμογή στις ενέργειες των δρώντων σε τοπικό, πρακτικό επίπεδο (Schneider 2010). Η αντίδραση δεν θα είναι επιτυχής εάν οι συνθήκες για κοινωνική αλλαγή δεν είναι πρόσφορες. Εδώ είναι που μπορούν να βοηθήσουν οι λεγόμενοι «ρε- φορμιστές». Θα μπορούσαμε να τους αποκαλέσουμε «επαναστατικούς ρε- φορμιστές». Όλοι οι δρώντες μαζί αμφισβητούν την ηγεμονία, με οδοφράγ­ματα ή λέξεις, ενώ φαντάζονται και χτίζουν εναλλακτικά κοινωνικό- περιβαλλοντικά μελλοντικά σενάρια. Γ ια τον Latouche (2009) η αποανάπτυ- ξη δεν είναι μια συγκεκριμένη και καθολική εναλλακτική λύση ενάντια στην ανάπτυξη, αλλά ένα πλέγμα πολλών εναλλακτικών λύσεων που θα ανοίξει το χώρο για την ανθρώπινη δημιουργικότητα, μετά την αφαίρεση του «γύ­ψου» του οικονομικού ολοκληρωτισμού. Η επιτυχία και δημοτικότητα της αποανάπτυξης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την ακαδημαϊκή κοινότητα και την κοινωνία θα μπορούσε πράγματι να οφείλεται εν μέρει στη μεγάλη ποικιλία στρατηγικών μέσα στο κίνημα.

Δρώντες της αποανάπτυξης

Ποιο είναι το πολιτικό υποκείμενο της αποανάπτυξης; Αυτό είναι ένα ανοι­κτό ζήτημα που θα καθορίσει τις μορφές των συγκρούσεων και την αντοχή του κινήματος κατά την πάροδο του χρόνου (για μια ενδιαφέρουσα συζήτη­ση, δες: Romano 2012). Η αποανάπτυξη μπορεί να εκληφθεί ως ένα νέο κοι­νωνικό κίνημα, όπου μια νέα μεσαία τάξη (άτομα με υψηλή εκπαίδευση που συχνά εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών) διαδραματίζει σημαντικό ρόλο (Habermas 1981). Νέα κοινωνικά κινήματα συμμετέχουν σε διενέξεις που έχουν να κάνουν με την παραγωγή της γνώσης, συμπεριλαμβανομένης και της συμβολικής παραγωγής (Touraine 1981). Παρά το γεγονός ότι η αποανάπτυξη αμφισβητεί το κοινωνικό φαντασιακό θεμάτων όπως η ανά­πτυξη, η δημοκρατία και η «καλή ζωή» - όπου τα άτομα, οι κοινότητες ή οι κοινωνίες παλεύουν για τη δυνατότητα να ορίζουν τον εαυτό τους αυτόνο­μα (Melucci 1996) - δεν αποτελεί ένα μη-υλικό, ή μετά-υλιστικό κίνημα, κα­θώς ασχολείται επίσης με τη δυναμική οικονομικών και πολιτικών εξουσιών (δικαιοσύνη), καθώς και με τη σπανιότητα των φυσικών πόρων (βιο­οικονομ ικά). Η αποανάπτυξη μπορεί λοιπόν να εξηγηθεί καλύτερα σαν ένας συνδυασμός ‘παλιών’ και ‘νέων’ κοινωνικών κινημάτων που εμπλέκεται σε ‘παλιές’ και ‘νέες’ δομικές συγκρούσεις (Della Porta και Diani 2006).

Ο Duverger (2011) περιγράφει καλά τις διενέξεις μέσα στο γαλλικό κίνημα για την αποανάπτυξη μεταξύ δρώντων που υιοθετούν και υπερασπίζονται μία μόνο στρατηγική. Επίσης, το συνέδριο της Βαρκελώνης (2010), μια συ­νάντηση μεταξύ επιστημόνων, ακτιβιστών και άλλων δρώντων, αποκάλυψε ορισμένες διαφορές, ενώ οδήγησε ακόμα και σε τριβές, αλλά τελικά βρέθηκε μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Αυτό που τελικά συνέβαλε στη δημιουργία ενός υγιούς διαλόγου μεταξύ διαφορετικών δρώντων ήταν το ιδιαίτερο χα­ρακτηριστικό ότι πολλοί από τους συμμετέχοντες είχαν πολλαπλές ιδιότη­τες: πολλοί από τους ακτιβιστές που συμμετείχαν εργάζονται ταυτόχρονα ως ερευνητές εντός ή εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, ενώ πολλοί ερευ­νητές διατηρούν παράλληλα μια ακτιβιστική δράση. Επιπλέον, οι περισσό­τεροι ασκούν τις ιδέες της αποανάπτυξης στην καθημερινή προσωπική ή επαγγελματική τους ζωή. Το κίνημα παλεύει να ανταπεξέλθει τις δυσκολίες που προκύπτουν από την προσπάθεια συνοχής διαφορετικών πρακτικών και παίζει τον ρόλο της «γέφυρας» για να εδραιώσει τη συνεργασία και τη μάθηση μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων. Παρούσες εντάσεις και αντι­παραθέσεις οφείλονται στη συμμετοχή πολλών δρώντων με πολλαπλές ταυτότητες αν και, όπως επεσήμανε ο Duverger (2011), αυτό μπορεί να έχει και θετικά αποτελέσματα. Αυτό το χαρακτηριστικό των δρώντων της αποα­νάπτυξης είναι στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνους που θέτουν υπό αμφι­σβήτηση τον δυαδικό διαχωρισμό ανάμεσα σε ακτιβιστές και μη-ακτιβιστές (Askins 2012), ή τις τάσεις που παρατηρούνται στην Αγγλία από τους Chatterton και Pickerill (2010).[26]

Μια βασική παρατήρηση σε αυτό το σημείο είναι ότι η ρητή απαίτηση για τον συνδυασμό των παραπάνω προβληματισμών συνδυάζεται με τον απο­κλεισμό ομάδων που ερμηνεύουν τις κριτικές στην ανάπτυξη απλουστευτι- κά, όπως ξενόφοβων, δεξιών περιβαλλοντιστών (π.χ. η Nouvelle Droite του Alain De Benoist στη Γαλλία), ομάδων με μηδενιστική προοπτική (π.χ. νεο- πριμιτιβιστές όπως ο John Zerzan), οργανώσεων ρατσιστικών και κατά των μεταναστών (π.χ. το Carrying Capacity Network στις ΗΠΑ) ή εκείνων που θα υποστήριζαν τα κυρίαρχα δυτικά πρότυπα ζωής προτείνοντας μια δραστική μείωση του πληθυσμού. Όλοι αυτοί απλά αποτυγχάνουν να συνδυάσουν τις πηγές της αποανάπτυξης.

7.   Συμπεράσματα

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια αναζήτησης ενός «καλύτερου» ορισμού της αποανάπτυξης. Η αποανάπτυξη αμφισβητεί την ηγεμονία της ανάπτυξης και καλεί για μια δημοκρατικά ωθούμενη αναδιανεμητική συρρί­κνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης στις βιομηχανικές χώρες ως μέσο για την επίτευξη της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ευημερίας. Αν και εμπεριέχει έννοιες προερχόμενες από τα βιο-οικονομικά και τα οικολογικά μακροοικονομικά (Victor 2009, Jackson 2011), η αποανάπτυξη είναι κατά βάση μια μη-οικονομική έννοια. Από την μια πλευρά, η αποανάπτυξη είναι η μείωση της χρήσης ενέργειας και υλικών, απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα υπάρχοντα βιοφυσικά όρια (σε σχέση με τους φυσικούς πόρους αλλά και με την αφο­μοιωτική ικανότητα των οικοσυστημάτων). Από την άλλη μεριά, η αποανά­πτυξη είναι μια προσπάθεια αμφισβήτησης των πανταχού παρόντων κοι­νωνικών σχέσεων που βασίζονται και ορίζονται από την αγορά καθώς και του κοινωνικού φαντασιακού της διαρκούς ανάπτυξης, αντικαθιστώντας τα με την ιδέα της λιτής αφθονίας.[27] Είναι επίσης ένα κάλεσμα για βαθύτερη δημοκρατία, η οποία θα εφαρμόζεται επίσης σε θέματα που βρίσκονται έξω από την βασική δημοκρατική σφαίρα επιρροής, όπως η τεχνολογία. Τέλος, η αποανάπτυξη προϋποθέτει μια δίκαιη αναδιανομή του πλούτου τόσο εντός όσο και μεταξύ του παγκόσμιου Βορρά και Νότου, καθώς και μεταξύ των σημερινών και των μελλοντικών γενεών.

Το παρόν άρθρο επίσης παρουσίασε, συζήτησε και ανέλυσε την ιστορία της αποανάπτυξης δείχνοντας ότι εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως ένα ακτιβι- στικό σλόγκαν και σύντομα έγινε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο ενός κοινωνικού κινήματος. Επεξηγήσαμε ότι η ποικιλομορφία μπορεί να συνυπάρχει μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο για την πρόγνωση (στρατηγικές), αλλά και για τη διάγνωση (πηγές), γεγονός που συχνά παραβλέπεται στη θεωρία των κοι­νωνικών κινημάτων. Έτσι η αποανάπτυξη δεν είναι ούτε απλώς μια κριτική στην οικονομική ανάπτυξη, ούτε μια πρόταση για «οικονομική αποανάπτυ­ξη» με την κυριολεκτική έννοια (π.χ. μια μείωση του ΑΕΠ[28]). Η ελκυστικότη- τα της αποανάπτυξης προκύπτει από τη δύναμη της να αντλεί από διαφορε­τικές πηγές και ρεύματα σκέψης και να διαμορφώνει στρατηγικές σε διαφο­ρετικά επίπεδα. Φέρνει κοντά μια ετερογενή ομάδα δρώντων που επικε­ντρώνονται σε θέματα όπως: αστικός και οικιακός σχεδιασμός, οικονομικά θέματα και εναλλακτικά νομισματικά συστήματα, αγρο-οικολογία και θέμα­τα διατροφής, διεθνές εμπόριο, κλιματική δικαιοσύνη, εκπαίδευση και οικι­ακή εργασία, ουσιώδης εργασία και συνεταιρισμοί, μεταφορές και εναλλα­κτικά ενεργειακά συστήματα. Υποστηρίξαμε ότι η αποανάπτυξη θα μπορού­σε να συμπληρώσει και να ενισχύσει αυτές τις θεματικές περιοχές, λειτουρ­γώντας ως συνδετικός ιστός (δηλαδή μια πλατφόρμα για ένα δίκτυο δικτύ­ων). Ακτιβιστές για την αποανάπτυξη προσπαθούν να επαναπολιτικοποιή- σουν τον δημόσιο διάλογο αναγνωρίζοντας και προσδιορίζοντας διαφορετι­κά κοινωνικο-περιβαλλοντικά μελλοντικά σενάρια (Swyngedouw 2007), με δύο τρόπους. Πρώτον, εκφράζουν συγκεκριμένες ανησυχίες, αιτήματα και μέσα για την επίτευξη των επιθυμητών κοινωνικο-περιβαλλοντικών ρυθμί­σεων (θεωρία ως πολιτική). Δεύτερον, αντιτάσσονται σε κάθε μορφή εξου­σίας, χρησιμοποιώντας έναν προκλητικό λόγο ο οποίος αμφισβητεί τη συ­ναίνεση για οικονομική ανάπτυξη στο κοινοβούλιο, στις επιχειρήσεις, στο μεγαλύτερο μέρος του εργατικού κινήματος και στο κοινωνικό φαντασιακό. Αντί να αποδεχτεί μια επίπλαστη συναίνεση (όπως η ανάγκη για ανάπτυξη προκειμένου να πληρωθούν τα χρέη, η βιώσιμη ανάπτυξη, ή συζητήσεις για την κλιματική αλλαγή στα πρότυπα του Al Gore) όπου όλοι υποτίθεται ότι είναι στην ίδια βάρκα, η αποανάπτυξη αποκαλύπτει και ξεγυμνώνει τις α­ντιφάσεις και τις συγκρούσεις σε διαφορετικές κλίμακες.

Τέλος, η αποανάπτυξη είναι ένα παράδειγμα επιστήμης ωθούμενης από τον ακτιβισμό, όπου ένα ακτιβιστικό σλόγκαν παγιώνεται σταδιακά σε μια έν­νοια που μπορεί να αναλυθεί και να συζητηθεί στον ακαδημαϊκό χώρο. Οι πηγές από όπου αντλεί η αποανάπτυξη, οι στρατηγικές και οι πολιτικές προτάσεις που η αποανάπτυξη προβάλλει, δεν είναι πάντα καινούργιες, αλλά ο συνδυασμός τους είναι καινοτομικός και, κατά την άποψή μας, συνε­κτικός. Επιχειρηματολογήσαμε υπέρ της συμβατότητας και της συμπληρω- ματικότητας τους για δύο λόγους. Καταρχάς, δεν υπάρχει ουσιαστική σύ­γκρουση συμφερόντων μα συνδυασμός, όταν εισαγάγουμε έναν μακροπρό­θεσμο ορίζοντα. Δεύτερον, η ποικιλομορφία διατηρεί ένα είδος «έντασης» που διεγείρει εποικοδομητικές συζητήσεις και ανταλλαγές, προσφέροντας ένα κίνητρο για συνεχή βελτίωση τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Επομένως, οι εσωτερικές διαφορές και συγκρούσεις θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να αξιολογούνται ως δυνάμεις που κρατούν το κίνημα ανοιχτό και ζωντανό στη συνεχή εξέλιξη του.

έννοια που κάποιος μπορεί να είναι άθεος. Υπάρχει μια ατέρμονη συζήτηση σχετικά με το σλόγκαν, αλλά αναμφίβολα η αποανάπτυξη είναι πολύ πιο πιασάρικη από το α-ανάπτυξη ή άλλες προτεινόμενες λέξεις.

Αναφορές

Acosta, A., Martinez, E. 2009. El buen vivir. Una via para el desarrollo. Quito: Abya-Yala.

ACSALF (Association canadienne des sociologues et des anthropologues de langue française), 1983. Les enjeux sociaux de la décroissance : actes du colloque. Montréal, Quebec: Editions coopératives Albert Saint-Martin; Saint-Laurent [Québec] : Diffusion Prologue, c1983. 258 p.

Agarwal, B., 1992. The Gender and Environment Debate: Lessons from India. Feminist Studies, 18(1): 119-158.

Altvater, E., 1993. The Future of the Market. London: Verso.

Altvater, E., 2011. Crecimiento econômico y acumulaciôn de capital después de fuku- shima. Forum 2: 13-40.

Amar, A., 1973 (Sep-Nov). La croissance et le problème moral. Cahiers de la Nef, « Les objecteurs de croissance», n° 52, p.133.

Anheier, H., M. Glasius, M. Kaldor. 2001. Introducing Global Civil Society, in H. Anheier, M. Glasius, M. Kaldor (ed.), Global Civil Society 2001. Oxford: Oxford University Press, pp. 3-22.

Badiale, M., M., Bontempelli, 2010. Marx e la decrescita, Perché la decrescita ha bisogno del pensiero di Marx. Trieste: Asterios Editore.

Bayon, D., F. Flipo, F. Schneider, 2010. La décroissance, 10 questions pour comprendre et en débattre. Paris: La Découverte.

Bernard, M., V. Cheynet, B. Clémentin (ed.) 2003. Objectif decroissance. Lyon, France: Parangon/Vs.

Bonaiuti, M. 2011. From Bioeconomics to Degrowth. London: Routledge.

Brown, G. 2007. Mutinous Eruptions: Autonomous spaces of radical queer activism'. Environment and Planning A 39: 2685-2698.

Caillé, A., 1989. Critique de la raison utilitaire - Manifeste du Mauss. Paris: La Décou­verte.

Carlsson, C., 2008. Nowtopia: How Pirate Programmers, Outlaw Bicyclists and Vacant- lot Gardeners Are Inventing the Future Today. Oakland, CA: AK Press.

Carter, A., 2004. Some theoretical foundations for radical green politics. Environmental Values, 13 (3): 305-328.

Castoriadis, C., 1998. The Imaginary Institution of Society. Cambridge: MIT Press.

Cattaneo, C., 2006. Investigating neorurals and squatters' lifestyles: personal and epis- temological insights on participant observation and on the logic of ethnographic inves­tigation. Athenea Digital 10: 16-40.

Cattaneo, C., D'Alisa, G.., Kallis, G., Zografos, C. (Eds). 2012. Degrowth futures and de­mocracy, Futures.

Chatterton, P. and Pickerill, J. 2010. Everyday activism and transitions towards post­capitalist worlds. Transactions of the Institute of British Geographers, NS 35 475-490.

Conill, J., Castells, M., Cardenas, A., Servon, L., 2012. Beyond the Crisis: The Emergence of Alternative Economic Practices. In: M. Castells, J. Caraça, and G. Cardoso, eds. 2012. Aftermath: The Cultures of the Economic Crisis. Oxford: Oxford University Press. Ch.9.

D'Alisa, G., D. Burgalassi, H. Healy, M. Walter. 2010. Conflict in Campania: Waste emer­gency or crisis of democracy. Journal of Ecological Economics 70: 239-249.

Daly, H., 1980. The economic thought of Frederick Soddy. History of Political Economy 12 (4): 469-488.

Della Porta, D., M., Diani. 2006. Social Movements: An Introduction, 2nd ed. Oxford: Blackwell.

Demaria, F. 2010. Shipbreaking at Alang-Sosiya (India): an ecological distribution con­flict. Journal of Ecological Economics 70: 250-260.

Deriu, M. 2008. Degrowth and democracy. Towards a post-developmentalist politics, in F. Flipo, F. Schneider (ed). Proceedings of the First Conference for Ecological Sustainabil­ity and Social Equity. Paris: Research & Degrowth and Telecom Sud-Paris.

Dobson, A., 2007. Green Political Thought. London: Routledge. Fourth edition.

Dupin, E., 2009. La décroissance, une idée qui chemine sous la récession. Le Monde Diplomatique, August 2009, pp 20-21.

Duverger, T. 2011. La décroissance, une idée pour demain. Une alternative au capital­isme. Synthèse des mouvements. Paris, Sang de la Terre.

Easterlin, R. A., 1974. Does Economic Growth Improve the Human Lot? In P.A. David and W. Readers, (ed.), Nations and Households in Economic Growth: Essays in Honous of MosesAbramovitz. New York: Academic Press Inc.

Ellul J., 1977. Le Système technicien. Paris: Calmann-Lévy.

Flipo, F, 2007. Voyage dans la galaxie décroissante. Mouvements, 50 (2): 143-151.

Flipo F, Schneider F, (ed.). Proceedings of the First Conference for Ecological Sustainabil­ity and Social Equity. Paris: Research & Degrowth, Telecom Sud-Paris; 2008. http://events.it-sudparis.eu/degrowthconference/en/

Foster, J.B. 2011. Capitalism and Degrowth: An Impossibility Theorem. Monthly Review 62 (8).

Fotopoulos, T., 1997. Towards an Inclusive Democracy - The Crisis of the Growth Econ­omy and the Need for a New Liberatory Project. London: Cassell.

Fournier, V. 2008. Escaping from the economy: the politics of degrowth. International Journal of Sociology and Social Policy, 28 (11/12): 528 - 545.

Georgescu-Roegen N. 1971. The Entropy Law and the Economic Process. Cambridge: Harvard University Press.

Georgescu-Roegen N., 1975. Energy and Economic myths. Southern Economic Journal, 41(3).

Georgescu-Roegen N., 1979. Demain la décroissance : entropie-écologie-économie, pref­ace and translation by Ivo Rens and Jacques Grinevald Lausanne : Pierre-Marcel Favre.

Goffman, E. 1974. Frame Analysis. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Gorz, A., 1977. Écologie et liberté. Paris : Galilée.

Gudynas, E. 2011. Desarrollo, postextractivismo y "buen vivir". Revista Pueblos 49. Habermas, J. 1981. New Social Movements. Telos 49, p. 33-37.

Hornborg, A., 2009. Zero-Sum World. International Journal of Comparative Sociology 50 (3-4): 237-262.

Ikeme, J., 2003. Equity, Environmental Justice and Sustainability: Incomplete ap­proaches in climate change politics. Global Environmental Change, 13(1), pp. 195-206.

Illich, I., 1973. Tools for Conviviality. London: Calder and Boyars.

Jackson, T. 2011. Prosperity without growth. Economics for a finite planet. London: Earthscan.

Jappe, A., 2003. Les aventures de la marchandise. Pour une nouvelle critique de la valeur. Paris: Denoël.

Kallis, G., F. Schneider, J. Martinez-Alier (ed.). 2010. Growth, Recession or Degrowth for Sustainability and Equity? Special Issue, Journal of Cleaner Production 6(18): 511-606.

Kasser, T., 2002. The High Price of Materialism. Cambridge MIT Press.

Kempf, H., 2007. Comment les riches détruisent la planète. Paris: Seuil.

Kerschner, C. 2010. Economic de-growth vs. steady-state economy. Journal of Cleaner Production 18: 544-551.

Krueger, R., D. Gibbs. Sustainable Capitalism or Capitalist Sustainabilities? New York: Guilford Press.

Kuhn, T. 1962. The structure of scientific revolutions. Third Edition, University of Chi­cago Press, Chicago.

Latouche, S. 2009. Farewell to Growth. Cambridge. Polity.

Levallois, C. 2010. Can de-growth be considered a policy option? A historical note on Nicholas Georgescu-Roegen and the Club of Rome. Ecological Economics 69 (11): 2271-2278.

MacGregor, S. 2004. From Care to Citizenship: Calling Ecofeminism Back to Politics. Ethics & the Environment 9 (1): 56-84.

Martinez-Alier, J. 1987. Ecological Economics. Oxford: Blackwell Publishers.

Martinez-Alier, J. 2002. The environmentalism of the poor: a study of ecological conflicts and valuation. Cheltenham: Edward Elgar.

Martinez-Alier, J., E. Masjuan, 2005. Neomalthusianism in the early 20th Century.http://www.ecoeco.org/pdf/Neo-malthusianism.pdf

Martinez-Alier, J., Healy, H., Temper, L., Walter, M., Rodriguez-Labajos, B., Gerber, J-F., Conde, M. 2011. Between Science and activism. Local Environment 16 (1): 17-36.

Mauss M. 2007 (1924). Essai sur le don. Forme et raison de l'échange dans les sociétés archaïques. Paris: PUF.

Max-Neef, M., S. Kumar. 1991. How much is enough? London: Phil Shepherd Produc­tion.

Meadows, D.H., Meadows, D.L., Randers, J. 1972. Limits to growth. Universe books.

Meadows, D.H., Meadows, D.L., Randers, J. 2004. Limits to Growth: The 30-Year Update. Chelsea Green.

Melucci, A. 1996. Challenging codes. Collective Action in the Information Age. Cambridge University Press, Cambridge, New York, pp. 450.

Millenium Ecosystem Assessment, 2005. Living Beyond Our Means : Natural Assets and Human Well-Being.

Mongeau, S., 1985 La simplicité volontaire. Montréal: Editions Québec/Amérique.

Mosangini, G., 2012. Decrecimientoy justicia Norte-Sur. Icaria, pp. 180.

Norberg-Hodge, H., 1999. The March of the Monoculture. The Ecologist 29(3): 194­197.

Odum, H.T., E.C. Odum, 2001. The Prosperous Way Down. Boulder, US: University Press of Colorado.

Partant, F., 1997. La fin du développement - la naissance d'une alternative ? Paris: Actes Sud.

Polanyi, K., 1944. The great transformation. New York: Rinehart.

Polimeni, JM, K. Mayumi, M. Giampietro, B. Alcott. 2008. The Jevons Paradox and the Myth of Resource Efficiency Improvements. London: Earthscan.

Postone, M., 2009. Temps, travail et domination sociale. Paris: Editions de Minuit.

Rabhi, P., 1983. Du Sahara aux Cevennes. Paris: Albin Michel.

Rahnema, M., 2003. Quand la misère chasse la pauvreté. Paris: Fayard/Actes Sud.

Research & Degrowth, 2010. Degrowth Declaration of the Paris 2008 conference, Journal of Cleaner Production 6(18): 523-524.

Rist, G. 2003. The History of Development: From Western Origins to Global Faith. Ex­panded Edition, London: Zed Books.

Romano, O., 2012. How to rebuild democracy, re-thinking degrowth. Futures, 44: 6, 582-589.

Ronsin, F., 1980. La grève des ventres. Propagande neo-malthusienne et baisse de la natalite en France 19-20 siècles. Paris: Aubier-Montaigne.

Saed, 2012. Introduction to the Degrowth Symposium, Capitalism Nature Socialism, 23:1, 26-29.

Sachs, W. (ed.), 1992. The Development Dictionary: A Guide to Knowledge as Power. London: Zed Books.

Sahlins, M., 1972. Stone Age Economics. Aldine.

Schneider, F. G. Kallis, J. Martinez-Alier, 2010. Crisis or opportunity? Economic de­growth for social equity and ecological sustainability. Introduction to this special issue,

J. of Cleaner Production, 18(6), 511-518.

Schneider, F., 2010. Degrowth of Production and Consumption Capacities for social justice, well being and ecological sustainability, Proceedings of the Second conference on Economic Degrowth for Ecological Sustainability and Social Equity, University of Barcelona, 26-29 March 2010,

www.degrowth.org/fileadmin/content/documents/Proceedings/Schneider.pdf

Schneider, F., J. Martinez-Alier, G. Kallis, 2011. Sustainable Degrowth, Journal of Indus­trial Ecology 15: 654-656.

Schumacher, E.F., 1973. Small Is Beautiful: Economics As If People Mattered. London: Blond & Briggs.

Sekulova, F., Kallis, G., Rodriguez-Labajos, B., Schneider, F., 2013. Degrowth: From the­ory to practice. Journal of Cleaner Production, 28: 1-6.

Simms, A. 2005. Ecological debt. The health of the planet and the wealth of nations. London: Pluto Press.

Snow, D., B. Rochford, S. Worden, R. Benford. 1986. Frame alignment processes, mi­cromobilization, and movement participation. American Sociological Review 51 (4): 464-481.

Snowdon, B., 2006. The Enduring Elixir of Economic Growth: Xavier Sala-i-Martin on the wealth and poverty of nations. World economics 1(7): 106.

Soddy, F., 1926. Wealth, Virtual Wealth and Debt. The solution of the economic paradox. London: George Allen & Unwin.

Swyngedouw, E., 2007. Impossible/Undesirable Sustainability and the Post-Political Condition, in: Tanuro, D., 2009. Capitalismo, decrecimiento y ecosocialismo. Viento Sur 100: 231-238.

Touraine, A., 1981. The voice and the eye: an analysis of social movements. Cambridge: Cambridge University Press.

Trapese Collective. 2008. The rocky road to a real transition. Available at:www.trapese.org

van den Bergh, J., 2009. The GDP paradox. Journal of Economic Psychology 30 (2): 117­135.

Veblen, T.B., 1899. The theory of the leisure class. Republished in 2008 by Forgotten Books, www.forgottenbooks.org.

Victor, P., 2008. Managing Without Growth: Slower by Design, Not Disaster.

Chelthenam: Edward Elgar.

Victor, P., 2010. Questioning economic growth. Nature 468: 370-371.

Waring, M., 1988. If Women Counted: A New Feminist Economics. San Francisco: Harper & Row.

Wilson, E.O., 1984. Biophilia. Cambridge: Harvard University Press.

Xue, J., Arler, F., N^ss, P. 2012. Is the degrowth debate relevant to China? Environment, Development and Sustainability 14 (1): 85-109.


Με ένα πρόχειρο υπολογισμό, η Le Monde εξέδωσε 18, η El Pais 5 και η La Repubblica 7 άρθρα για το κίνημα της αποανάπτυξης το 2011.

Ο Yves Cochet, Γάλλος πολιτικός και πρώην υπουργός, υποστηρίζει ανοιχτά την οικονομική αποανάπτυξη. Εν τω μεταξύ, ο Sarkozy μίλησε ανοιχτά «pour le nucléaire et contre la décroissance » (υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και κατά της αποανάπτυξης) τον Απρίλιο του 2011 (Le Monde, 07/04/11).

Dupin, Eric (20/08/2009). La décroissance, une idée qui chemine sous la récession. Le Monde Diplomatique, σ. 20-21.

Assadourian, Erik. (12/06/2012). How to Shrink the French Economy. The Wall Street Journal.

Caldwell, Christopher. (15/10/2011). Décroissance: how the French counter capitalism. Financial Times.

Αυτή η μέθοδος δίνει έμφαση στο συμμετοχικό ρόλο του παρατηρητή και στο γεγονός ότι τα συμπεράσματα προκύπτουν από τη στοχαστική ικανότητα του συμμετέχοντα. Σε αυτό το πνεύμα, το κίνητρο του συμμετέχοντα είναι ο ακτιβισμός και το ακαδημαϊκό αποτέλεσμα είναι ένα υποπροϊόν αυτού του ακτιβισμού.

Οι συγγραφείς είναι επί του παρόντος μέλη του «Research & Degrowth» (Έρευνα και Αποανάπτυξη), ενός συνδέσμου αφιερωμένου στην έρευνα, την εκπαίδευση, την ευαισθητοποίηση και τη διοργάνωση εκδηλώσεων. Πιο συγκεκριμένα, ο R&D προωθεί τα Διεθνή Συνέδρια για την Αποανάπτυξη (Παρίσι 2008, Βαρκελώνη 2010, Μόντρεαλ και Βενετία 2012), www.degrowth.org.

«Η παγκόσμια ισορροπία, για την οποία η μη-ανάπτυξη - ακόμα και η απο-ανάπτυξη - της υλικής παραγωγής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, είναι συμβατή με την επιβίωση του (καπιταλιστικού) συστήματος;» M. Bosquet (André Gorz), Nouvel Observateur, Παρίσι, 397, 19 Ιουνίου 1972, σ. IV. Πρακτικά από μια δημόσια συζήτηση που διοργανώθηκε στο Παρίσι από το Club du Nouvel Observateur.

[9] Ο (πρώην) πρόεδρος Sarkozy σε μία ομιλία του προς το κόμμα του, υΜΡ, στις 28 Νοεμβρίου 2009, κατηγόρησε τους Πράσινους (νεΓίχ) ότι υποστηρίζουν την αποανάπτυξη. «Όταν μερικές φορές ακούω τους οικολόγους να λένε ότι πρόκειται να κάνουν εκστρατεία σχετικά με το θέμα της αποανάπτυξης, ξέρουν ότι υπάρχει ανεργία; Γνωρίζουν ότι υπάρχει φτώχεια στον κόσμο; Ξέρουν ότι υπάρχουν περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι που δεν τρώνε αρκετά και ότι η αποανάπτυξη σημαίνει περισσότερη φτώχεια για όλους αυτούς τους ανθρώπους;».

http://picnic4degrowth.wordpress.com/

[11]     Στην Ινδία η έννοια της aparigraha, επάρκειας, αυτοσυγκράτησης στην κατανάλωση, είναι πολύ ζωντανή σε ορισμένους κύκλους, παρά την οικονομική άνθηση.

[12]     Σε ένα φαξ προς τον Νομπελίστα οικονομολόγο Paul Samuelson στις 14 Δεκεμβρίου 1992 όπου παραπονιόταν για τη σιωπή γύρω από το έργο του, ο Georgescu-Roegen έγραψε ειρωνικά: «Δέχτηκα την ευκαιρία να αποκαλύψω πόσο προφήτης δεινών ήμουν στον

μικρό τόμο με τον εξωφρενικό τίτλο, Demain la décroissance (Παρίσι, Pierre-Marcel Fabvre, 1979)...». Δες επίσης: Levallois 2010.

Η θεωρία της κορύφωσης παραγωγής πετρελαίου του Hubbert αναφέρει ότι υπάρχει ένα ανώτατο όριο στην εξόρυξη πόρων πετρελαίου, μετά το οποίο η παραγωγή αρχίζει να μειώνεται, ενώ τόσο το ενεργειακό κόστος όσο και οι τιμές αυξάνουν.

Η αποανάπτυξη μέσω λιγότερης τεχνολογίας π.χ. στα νοικοκυριά θα απαιτούσε έναν δικαιότερο καταμερισμό εργασίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Ο ανταγωνισμός «για να έχουμε περισσότερα» έχει επικριθεί από φεμινιστές/τριες.

Ο ταξικός διαχωρισμός συζητείται με δύο τρόπους στη βιβλιογραφία σχετικά με την αποανάπτυξη: ως κριτική στο επίπεδο της ταξικής διαίρεσης και ως πρόταση για ελάχιστη και μέγιστη αναλογία στα εισοδήματα (Bayon et aL 2010).

Η αποανάπτυξη θα μπορούσε να μειώσει τις διαμάχες που προκύπτουν από τους περιορισμένους πόρους. Επίσης, η μη-βία σχετίζεται με την εθελούσια απλότητα.

Οι δημοσιεύσεις διατίθενται σε διάφορες γλώσσες στη διεύθυνση: www.17-s.info

Υποστηρίζεται (ίσως λανθασμένα) ότι το κίνημα «πόλεις και γειτονιές σε μετάβαση» είναι ένα παράδειγμα μετα-πολιτικής κατάστασης (Trapese Collective 2008). Οι πόλεις σε μετάβαση, από τη μία πλευρά επικεντρώνονται κυρίως σε μία μόνο «πηγή» ή ρεύμα σκέψης (κορύφωση παραγωγής πετρελαίου και κλιματική αλλαγής) και από την άλλη πλευρά ουδέποτε εισέρχονται σε συγκρούσεις (αν δεν υπάρχει ένας υπεύθυνος τότε δεν υπάρχουν εχθροί). Ως εκ τούτου, το κίνημα καταλήγει να προτείνει λύσεις χωρίς προηγούμενως να αναλύει τα προβλήματα, τα δομικά αίτια τους και τις πιθανές ευθύνες. Αυτό δεν μπορεί να αρνηθεί την εντυπωσιακή επιτυχία του κινήματος «πόλεις σε μετάβαση» για την κινητοποίηση των κοινοτήτων, αλλά αναφέρεται εδώ για να τονιστεί η σημασία της πολιτικής διάστασης.

Μια δραστηριότητα του CIC που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη είναι ο Calafou, ένας νέος οικολογικός βιομηχανικός συνεταιρισμός σε ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στην περιοχή του ποταμού Anoia. Το εγχείρημα παρουσιάστηκε στο συνέδριο για την αποανάπτυξη στο Μόντρεαλ, τον Μάιο 2012, στα πλαίσια της θεματικής «εμπειρίες». Περισσότερες πληροφορίες στη διεύθυνση: cooperativa.ecoxarxes.cat

Δες: www.degrowth.org

Δες: www.transitionnetwork.org,www.nuovomunicipio.org,www.comunivirtuosi.org

Μερικά παραδείγματα είναι το Rete per la Decrescita στην Ιταλία, το Réseau des Objecteurs de Croissance pour l'Après-Développement στη Γαλλία, το Réseau Objection de Croissance στην Ελβατία και το Rede pelo Decrescimento Sustentâvel στη Βραζιλία.

Π.χ. το «Δίκτυο των δικτύων» (Redes en Red), στη διεύθυνση: redesenred.net

Ο Elmar Altvater δήλωσε πρόσφατα σε μια συνέντευξή του: «δεν υπάρχει διέξοδος από το δίλημμα μεταξύ της καπιταλιστικής επιτακτικής ανάγκης για συσσώρευση και των ορίων που θέτει η φύση. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, είναι αναπόφευκτη η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης και, ως εκ τούτου, μια οικονομία της αποανάπτυξης. Ωστόσο, τείνω να αμφιβάλλω ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεδομένου ότι αυτό σημαίνει επίσης απο-συσσώρευση. Αυτό δεν είναι σαφές σε πολλούς από τους εκπροσώπους της θεωρίας της αποανάπτυξης». Ferrero, Angel (26/09/2012). «Socialism of the XXI Century can only be plural», μια συνέντευξη με τον Elmar Altvater. La Directa 287.

«Quand bien même la Terre serait illimitée, nous serions contre la croissance, parce qu'elle détruit l'humain en nous, parce qu'elle détruit la beauté» (Ακόμα και όταν η γη θα είναι απεριόριστη, θα είμαστε ενάντια στην ανάπτυξη, διότι αυτή καταστρέφει το ανθρώπινο στοιχείο του εαυτού μας, γιατί καταστρέφει την ομορφιά). utopimages.org

[26] Δες επίσης: http://teamcolors.wordpress.com/2009/06/08/workshop-what-is-militant- research

Λιτή αφθονία είναι ο όρος που χρησιμοποιείται από τον Latouche (2009). Αν θεωρούμε την αποανάπτυξη ως ένα «πλέγμα εναλλακτικών λύσεων» τότε πρέπει να λάβουμε υπόψη και άλλες προτάσεις με παρόμοια χροιά, όπως η «συμβιωτικότητα» του Ivan Illich, η «ευημερία χωρίς ανάπτυξη» του Tim Jackson, η έννοια «καλύτερα με λιγότερα» του Jose Manuel Naredo, το «ευ ζην» των κοινοτήτων αυτοχθόνων πληθυσμών, όπως αναγνωρίζονται από τα συντάγματα της Βολιβίας και του Ισημερινού, καθώς και η «ευδαιμονία» του Αριστοτέλη, η ανθρώπινη ευημερία, η χαρά της ζωής και άλλες.

Λαμβάνοντας υπόψη τον αδύναμο και αυθαίρετο χαρακτήρα του ΑΕΠ ως δείκτη (van den Bergh 2009, 2011), και ακολουθώντας τον Latouche (2009), η αδιαφορία για την αύξηση ή μείωση του ΑΕΠ εκφράζεται καλύτερα με τον όρο «α-ανάπτυξη» (a-growth) με την ίδια.


[12]     Σε ένα φαξ προς τον Νομπελίστα οικονομολόγο Paul Samuelson στις 14 Δεκεμβρίου 1992 όπου παραπονιόταν για τη σιωπή γύρω από το έργο του, ο Georgescu-Roegen έγραψε ειρωνικά: «Δέχτηκα την ευκαιρία να αποκαλύψω πόσο προφήτης δεινών ήμουν στον

μικρό τόμο με τον εξωφρενικό τίτλο, Demain la décroissance (Παρίσι, Pierre-Marcel Fabvre, 1979)...». Δες επίσης: Levallois 2010.

Η θεωρία της κορύφωσης παραγωγής πετρελαίου του Hubbert αναφέρει ότι υπάρχει ένα ανώτατο όριο στην εξόρυξη πόρων πετρελαίου, μετά το οποίο η παραγωγή αρχίζει να μειώνεται, ενώ τόσο το ενεργειακό κόστος όσο και οι τιμές αυξάνουν.

Η αποανάπτυξη μέσω λιγότερης τεχνολογίας π.χ. στα νοικοκυριά θα απαιτούσε έναν δικαιότερο καταμερισμό εργασίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Ο ανταγωνισμός «για να έχουμε περισσότερα» έχει επικριθεί από φεμινιστές/τριες.

Ο ταξικός διαχωρισμός συζητείται με δύο τρόπους στη βιβλιογραφία σχετικά με την αποανάπτυξη: ως κριτική στο επίπεδο της ταξικής διαίρεσης και ως πρόταση για ελάχιστη και μέγιστη αναλογία στα εισοδήματα (Bayon et aL 2010).

Η αποανάπτυξη θα μπορούσε να μειώσει τις διαμάχες που προκύπτουν από τους περιορισμένους πόρους. Επίσης, η μη-βία σχετίζεται με την εθελούσια απλότητα.

Οι δημοσιεύσεις διατίθενται σε διάφορες γλώσσες στη διεύθυνση: www.17-s.info

Υποστηρίζεται (ίσως λανθασμένα) ότι το κίνημα «πόλεις και γειτονιές σε μετάβαση» είναι ένα παράδειγμα μετα-πολιτικής κατάστασης (Trapese Collective 2008). Οι πόλεις σε μετάβαση, από τη μία πλευρά επικεντρώνονται κυρίως σε μία μόνο «πηγή» ή ρεύμα σκέψης (κορύφωση παραγωγής πετρελαίου και κλιματική αλλαγής) και από την άλλη πλευρά ουδέποτε εισέρχονται σε συγκρούσεις (αν δεν υπάρχει ένας υπεύθυνος τότε δεν υπάρχουν εχθροί). Ως εκ τούτου, το κίνημα καταλήγει να προτείνει λύσεις χωρίς προηγούμενως να αναλύει τα προβλήματα, τα δομικά αίτια τους και τις πιθανές ευθύνες. Αυτό δεν μπορεί να αρνηθεί την εντυπωσιακή επιτυχία του κινήματος «πόλεις σε μετάβαση» για την κινητοποίηση των κοινοτήτων, αλλά αναφέρεται εδώ για να τονιστεί η σημασία της πολιτικής διάστασης.

Μια δραστηριότητα του CIC που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη είναι ο Calafou, ένας νέος οικολογικός βιομηχανικός συνεταιρισμός σε ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στην περιοχή του ποταμού Anoia. Το εγχείρημα παρουσιάστηκε στο συνέδριο για την αποανάπτυξη στο Μόντρεαλ, τον Μάιο 2012, στα πλαίσια της θεματικής «εμπειρίες». Περισσότερες πληροφορίες στη διεύθυνση: cooperativa.ecoxarxes.cat

Δες: www.degrowth.org

Δες: www.transitionnetwork.org,www.nuovomunicipio.org,www.comunivirtuosi.org

Μερικά παραδείγματα είναι το Rete per la Decrescita στην Ιταλία, το Réseau des Objecteurs de Croissance pour l'Après-Développement στη Γαλλία, το Réseau Objection de Croissance στην Ελβατία και το Rede pelo Decrescimento Sustentâvel στη Βραζιλία.

Π.χ. το «Δίκτυο των δικτύων» (Redes en Red), στη διεύθυνση: redesenred.net


Ο Elmar Altvater δήλωσε πρόσφατα σε μια συνέντευξή του: «δεν υπάρχει διέξοδος από το δίλημμα μεταξύ της καπιταλιστικής επιτακτικής ανάγκης για συσσώρευση και των ορίων που θέτει η φύση. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, είναι αναπόφευκτη η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης και, ως εκ τούτου, μια οικονομία της αποανάπτυξης. Ωστόσο, τείνω να αμφιβάλλω ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεδομένου ότι αυτό σημαίνει επίσης απο-συσσώρευση. Αυτό δεν είναι σαφές σε πολλούς από τους εκπροσώπους της θεωρίας της αποανάπτυξης». Ferrero, Angel (26/09/2012). «Socialism of the XXI Century can only be plural», μια συνέντευξη με τον Elmar Altvater. La Directa 287.

«Quand bien même la Terre serait illimitée, nous serions contre la croissance, parce qu'elle détruit l'humain en nous, parce qu'elle détruit la beauté» (Ακόμα και όταν η γη θα είναι απεριόριστη, θα είμαστε ενάντια στην ανάπτυξη, διότι αυτή καταστρέφει το ανθρώπινο στοιχείο του εαυτού μας, γιατί καταστρέφει την ομορφιά). utopimages.org
[26] Δες επίσης: http://teamcolors.wordpress.com/2009/06/08/workshop-what-is-militant- research
Λιτή αφθονία είναι ο όρος που χρησιμοποιείται από τον Latouche (2009). Αν θεωρούμε την αποανάπτυξη ως ένα «πλέγμα εναλλακτικών λύσεων» τότε πρέπει να λάβουμε υπόψη και άλλες προτάσεις με παρόμοια χροιά, όπως η «συμβιωτικότητα» του Ivan Illich, η «ευημερία χωρίς ανάπτυξη» του Tim Jackson, η έννοια «καλύτερα με λιγότερα» του Jose Manuel Naredo, το «ευ ζην» των κοινοτήτων αυτοχθόνων πληθυσμών, όπως αναγνωρίζονται από τα συντάγματα της Βολιβίας και του Ισημερινού, καθώς και η «ευδαιμονία» του Αριστοτέλη, η ανθρώπινη ευημερία, η χαρά της ζωής και άλλες.

Λαμβάνοντας υπόψη τον αδύναμο και αυθαίρετο χαρακτήρα του ΑΕΠ ως δείκτη (van den Bergh 2009, 2011), και ακολουθώντας τον Latouche (2009), η αδιαφορία για την αύξηση ή μείωση του ΑΕΠ εκφράζεται καλύτερα με τον όρο «α-ανάπτυξη» (a-growth) με την ίδια.











Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.