Small is more : Μετατροπή ενός νεοκλασικού κτιριακού κελύφους σε Πάρκο Τσέπης

Μια σχεδιαστική πρόταση διαχείρισης αστικού κενού στην Αθήνα με δημιουργία ενός δημοσίου χώρου πρασίνου στον αστικό ιστό. Προτείνεται η  μετατροπή ενός νεοκλασικού κτιριακού κελύφους σε Πάρκο Τσέπης, σε έναν ενδιάμεσο κοινωνικό και δημόσιο χώρο , έναν ενδιάμεσο  "κοινό τόπο" παθητικής αναψυχής, που να προσφέρει την επαφή με τη φύση και το νερό αλλά και την επαφή με τους ανθρώπους.
Το συγκεκριμένο κτίριο (το οποίο είναι ιδιωτικό), είχε καταστραφεί από πυρκαγιά τον Ιούνιο του 2012, με αποτέλεσμα να έχει απομείνει μόνο η πανέμορφη πρόσοψη. Από τότε παραμένει ένα κουφάρι, όπως και πολλά άλλα νεοκλασικά στο κέντρο της Αθήνας. Το κενό οικόπεδο, ένα αστικό κενό σε ένα από τα πιο εμπορικά σημεία της Αθήνας (Αθηναΐδος και Ευαγγελιστρίας), είναι γωνιακό και συνορεύει με πεζόδρομο, προσφέρεται για μια νέα και διαφορετική χωροθέτηση λειτουργιών σε όφελος των πολιτών, την εισαγωγή ενός κοινόχρηστου χώρου πρασίνου στον πυκνά δομημένο ιστό της πόλης, αλλά κυρίως εισάγει μια πρωτότυπη αντιμετώπιση αυτού που εννοούμε «δημόσιο χώρο» και τρόποι διαχείρισης του. Ο δρόμος γίνεται πεζόδρομος, ο πεζόδρομος εισχωρεί στο κτίριο ως πλακόστρωτο και το πλακόστρωτο μεταλλάσσεται σε ένα «τεχνητό ανάγλυφο» (αλλά και σιντριβάνι), πάνω στο οποίο βρίσκουν τη θέση τους μεγάλα δένδρα και θάμνοι (προσφέροντας αρώματα και χρώματα) και κυρίως…. άνθρωποι.


Ακούγεται και φαίνεται ονειροπόλο, καθώς όλοι μας γνωρίζουμε ότι η δόμηση μέσα στη πόλη είναι ασφυκτική, ότι η μοίρα τέτοιων χώρων συνδέεται κυρίως με οικιστικές και εμπορικές χρήσεις (ιδίως όταν πρόκειται για ιδιωτική περιουσία) αλλά μια τέτοια παρέμβαση θα ήταν δυνατή μόνο σε επίπεδο Δήμου ή περιφέρειας , είτε με απαλλοτριώσεις , είτε με κάποιου είδους προσυμφωνίας για χρήσεις γης ορισμένου χρόνου, είτε μέσα από μια διαφορετική αντίληψη περί την πολεοδομική και χωροταξική πολιτική με βάση έναν κεντρικό σχεδιασμό που να παίρνει υπόψη του τα αστικά κενά (και τις ευκαιρίες «εγκατάστασης» αστικού πρασίνου που μπορούν να προκύψουν), τον αστικό ανοικτό χώρο από τον δρόμο, τη νησίδα ή το προκήπιο, έως τον ιδιωτικό κήπο, αλλά και τα εργαλεία με τα οποία μπορούν να «αξιοποιηθούν» αυτά, όπως είναι τα πάρκα τσέπης με τα περιβαλλοντικά, τα οικολογικά και τα κοινωνικά τους συστατικά που τα κάνουν δημοφιλή, όχι μόνο διεθνώς αλλά πρόσφατα και στη χώρα μας.


Ίσως κάποιο στιγμή, θα έπρεπε η πολιτεία αντί να επιμένει να σκέφτεται με μητροπολιτικούς όρους, να αρχίσει να βλέπει θετικά και τον μικρής κλίμακας διαθέσιμο αστικό ανοικτό χώρο, ο οποίος αθροιστικά είναι τεράστιος ως επιφάνεια (αστικού δαπέδου), αλλά και ποιοτικά πολύτιμος καθώς αυτοπροσφέρεται με την μεγαλύτερη δυνατή διασπορά σε ολόκληρο σχεδόν τον αστικό ιστό, με επίσης μεγάλη ποικιλότητα «ελκυστικών» χαρακτηριστικών (αυτοφυή βοτανικό πλούτο που αναζητά διάσωση και προστασία, αστική πανίδα με ήχους και εποχιακή παρουσία, πλούσια σκιαζόμενες επιφάνειες, στατικά στοιχεία κάθε είδους, κάθετους τοίχους, μειωμένη παραβατικότητα λόγω της δυνατότητας επιτήρησης και περιφρούρησης από τους περίοικους, κ. ά.) και βέβαια μία ιδιαίτερα σημαντική «αρχιτεκτονική δυναμική» αξιοποίησης και ανάδειξης του χώρου. Όλα αυτά σε επίπεδο γειτονιάς, ή ενός οικοδομικού τετραγώνου, ή δρόμου σε ανθρώπινη κλίμακα, διευκολύνοντας και ικανοποιώντας αποκλειστικά τον πολίτη κοντινό κάτοικο, ή επισκέπτη.





Στη χώρα μας, οι εμπειρίες αποδεικνύουν ότι οι γεωγραφικά και κοινωνικά άμεσες και καθημερινές ανάγκες των πολιτών για επαφή με τον ανοικτό χώρο, δεν ικανοποιούνται από «μνημειακά» έργα πρασίνου, παρά τις εδώ και μία εικοσαετία κάποιες αναπλάσεις που έγιναν, αλλά και πολύ περισσότερες οι εξαγγελίες «φαραωνικών» έργων, υπερτοπικών πάρκων και πεζοδρομήσεων κεντρικών λεωφόρων (τα οποία όταν δεν υλοποιούνται, τις πιο πολλές φορές παραμένουν στα σχέδια, αλλά ακόμα και όταν πραγματοποιούνται, καταλήγουν ημιτελή, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων δεν καταφέρνουν να προσελκύσουν την αναμενόμενη παρουσία και την αναγκαία συμμετοχή των πολιτών, δεν συντηρούνται κατάλληλα λόγω υψηλής δαπάνης συντήρησης η οποία συνήθως μετακυλύεται σε δημόσιους φορείς που δεν διαθέτουν τους πόρους, και τελικά αποδίδουν μια εικόνα «αστικής εγκατάλειψης και μιζέριας»…).

Σε περιόδους κρίσης, και μάλιστα σε πολεοδομικά συγκροτήματα (τερατουργήματα) που δεν σχεδιάστηκαν από την αρχή έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνουν και να χωροθετούν «πάρκα» και «σύγχρονα δίκτυα ανοικτών χώρων» με την εύκολη και αδάπανη προσεγγισημότητα για τους πολίτες της, όπως η Αθήνα, η εκ των υστέρων ανάπτυξη υπερτοπικών αστικών πάρκων, χωρίς επαρκή πρόβλεψη της ικανότητας του πολίτη να ακολουθήσει το ζητούμενο, αλλά και γενικά του βαθμού «συμμετοχικότητας» των πολιτών, της ανάπτυξης «ελκυστικών» δράσεων και λειτουργιών (π.χ. περιβάλλοντος, πολιτισμού και αναψυχής) που θα εξαργυρώνουν στην πράξη τον κοινωνικό τους ρόλο ως «ανοικτοί χώροι στην υπηρεσία του πολίτη», δεν μπορεί να εγγυάται την επιβίωσή τους η οποία διαγράφεται νεφελώδης και το κυριότερο με μια διαβρωτική «οικονομική αδυναμία» αυτοσυντήρησης ή επιχορήγησης από ανύπαρκτους κρατικούς πόρους. Αντίθετα η ανθρώπινη κλίμακα αστικού ανοικτού χώρου από μόνη της δεν κοστίζει στον πολίτη, γεννά το ενδιαφέρον για «συντήρηση» του χώρου του μέσα από καθημερινή συμμετοχή και την προσχεδιασμένη χρηστικότητα, απλά γιατί τον θεωρεί δικό του…!!!!.    

Ισως στη περίπτωση της Αθήνας, θα μπορούσε να παραφραστεί το διάσημο “Less is More” του Mies van der Rohe και να γίνει πράξη και τρόπος σχεδιασμού το …. “Small is More”. 

Πηγή


Απέναντι Όχθη


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.