Τα τζιτζίκια ροκανίζουν το καλοκαίρι..

Καθόμουν σήμερα, ώρες εργάσιμες του συστήματος, κι άκουγα δίχως τύψη καμία τα τζιτζίκια που κυριαρχούσαν στο μικροσύμπαν μου, λες και ροκάνιζαν το καλοκαίρι, έβλεπα τα κλαριά των λιόδεντρων να σουρομαλλιάζονται από τον άνεμο, μέλισσες να πετάνε από τον έναν κολοκυθοανθό στον άλλον, ακριδάκια και χίλια δυο άλλα έντομα να κάνουν κι αυτά τη ζωή τους, οι γάτες ξάπλα σε λήθαργο και όλα τα φυτά να καρτερούνε πότε θα φύγει ο ήλιος από πάνω τους, πότε θα πέσει πάλι η δροσιά της νύχτας να αναλάβουν κι αυτά δυνάμεις.
Και σκεφτόμουν πως καθόλου δεν τη νοιάζει τη φύση ολόγυρα για το παράλληλο σύμπαν, το οποίο φτιάξαμε και μέσα του ζούμε δυστυχισμένοι οι άνθρωποι. Καρφί δεν της καίγεται αν βάλαμε μαντρότοιχους και σύρματα, αν ορίσαμε περιουσίες και σύνορα, αν κάναμε μεταξύ μας συμβόλαια, αν πληρώνουμε φόρους και χαράτσια, αν έχουμε πάρει στα πολύ σοβαρά τον εαυτό μας και τον ρόλο μας ως ιδιοκτήτες της, αν νομίζουμε πως την ορίζουμε, πως είμαστε αιώνιοι και πως θα την κληροδοτήσουμε κιόλας ο καθένας όπου γουστάρει.
Καμία απολύτως έγνοια δεν έχει η φύση ολόγυρα για το αν έχουμε ορίσει εμείς την
πλάνη μας, αισθανόμαστε βολεμένοι ως αυθεντικοί ηλίθιοι εντός της, και διάγουμε τον βίο μας όλον δουλεύοντας για το χρήμα και την ιδιοκτησία, πεθαίνουμε στο τέλος δίχως να έχουμε ζήσει τίποτα.
Τόσους και τόσους είδανε τούτα τα αιωνόβια λιόδεντρα να κάθονται από κάτω τους, να απολαμβάνουν, να ερωτεύονται, να μοχθούν. Σαν τα τζιτζίκια που κάθε καλοκαίρι είναι άλλα πάνω στα κλαριά τους, αλλά όλα τα ίδια φαίνονται κι ακούγονται, έτσι μας βλέπει κι εμάς ύστερα από τόσες χιλιάδες χρόνια πια η φύση. Δεν ξεχωρίζει ούτε βενιζέλους, ούτε σαμαράδες, ούτε στουρνάρες, ούτε σοιμπλέδες, ούτε κανέναν κρετίνο αλαζόνα που μοστράρει τις κοιλιές και τις γραβάτες του, τις γνώσεις του τις απολύτως χειραγωγημένες, και νομίζει πως είναι κάτι. Δεν ξεχωρίζει η φύση ούτε καν χοντρούς, κεκέδες, βλάκες, μαύρους, λευκούς, ανάπηρους, πλούσιους ή φτωχούς, τίποτα δεν ξεχωρίζει. Ένα είμαστε όλοι γι’ αυτήν. Ένα σώμα η ανθρωπότητα. Κανείς δεν είναι ανώτερος από τον άλλον, κι όλοι εξυπηρετούμε τους κύκλους της ζωής και της οικονομίας της, της μοναδικής αληθινής, αυθύπαρκτης οικονομίας, όλοι μετέχουμε σ’ αυτούς τους κύκλους ως οργανικά στοιχεία της που ετοιμάζονται να γίνουν ανόργανη ύλη, είμαστε απλά και μόνο ο κρίκος της αέναης αλυσίδας θανάτων, ο οποίος τούτη τη στιγμή οδεύει στο να γίνει χώμα κι αυτός, όπως εκατομμύρια άλλοι όμοιοι κρίκοι στο παρελθόν, για να θρέψει τους επόμενους, ανθρώπους, φυτά και ζώα, που θα γεννηθούν και θα δοκιμάσουν κι αυτοί μπας και ζήσουν…
Χαμπάρι όμως δεν παίρνουμε από τίποτα. Ούτε από ιστορία ούτε από θάνατο πια. Πορευόμαστε στα ίδια και τα ίδια λάθη, την ίδια ύβρη χιλιάδες χρόνια και όσο πάμε μπρος, όσο πιο “πολιτισμένοι” γινόμαστε, τόσο για τον θάνατό μας ιδέα δεν έχουμε, τόσο από ζωή δεν παίρνουμε πρέφα τίποτα. Αντ’ αυτού ξανά και ξανά αναλωνόμαστε στο να θρέφουμε όσο πιο χοντρό και υπερφίαλο το τομάρι μας, κι έτσι τόσο πιο έντρομοι φτάνουμε στην ύστατη ώρα, στον προσωπικό μας θάνατο.
Ο καθένας θα την βρει μπροστά του πολύ σύντομα την κάθε του πράξη και την κάθε του μη πράξη, την ύβρη που διέπραξε σπαταλώντας το δώρο της μοναδικής του ζωής για να θρέψει κοιλιά και μάταιο εγωισμό.

Εν αναμονή λοιπόν της κρίσης του καθένα, ας απολαύσουμε ως τότε όποιοι και όσο μπορούν την κάθε μοναδική στιγμή και ανάσα μας

Γιάννης Μακριδάκης


Απέναντι Όχθη

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.