Το νόημα της Ζωής

 Η Ζωή ήταν απαρηγόρητη. Είχε χάσει ό,τι πολυτιμότερο είχε: Το νόημά της. Είχε ψάξει παντού, είχε αδειάσει ντουλάπια, συρτάρια, πατάρια, τσάντες, σακούλες, είχε αναποδογυρίσει τα πάντα, αλλά δεν το είχε βρει πουθενά. Πήγε και κοίταξε σε όλα τα μέρη απ’ όπου είχε περάσει τον τελευταίο καιρό, τίποτα. Ρώτησε έναν-έναν όλους τους φίλους της μήπως το ξέχασε στο σπίτι τους, όμως όχι, κανείς δεν είχε βρει το νόημα της Ζωής. Όταν και η τελευταία της ελπίδα να βρει το χαμένο της νόημα έσβησε, η Ζωή παρέλυσε. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσει για την τσαπατσουλιά και την επιπολαιότητά της να αφήνει το νόημά της όπου να ‘ναι, να το χάνει συνεχώς και να το βρίσκει ακόμα και τυχαία στα πιο απίθανα σημεία, χωρίς ποτέ να της καίγεται καρφί για τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η στάση της. Τώρα θα πλήρωνε και
για τις αμέτρητες κακοήθεις τρολλιές της σε βάρος των ανυποψίαστων θυμάτων της, που έπεφταν στην παγίδα που τους έστηνε με δόλωμα το νόημά της επειδή το έβρισκαν γλυκούλι και ενδιαφέρονταν να μάθουν περισσότερα γι’ αυτό κι εκείνη το μασκάρευε και τους το παρουσίαζε κάθε φορά και διαφορετικό, πότε συμπαθητικό, πότε φρικτό και πότε αδιάφορο, αλλά ποτέ αληθινό και τους παραπλανούσε για να γελάει μαζί τους που μετά αφιέρωναν τη ζωή τους στο νόημα που νόμιζαν πως είχαν γνωρίσει και καταλάβει. Έγινε κουρέλι. Επί τρεις μέρες έκλαιγε διαρκώς. Τα νεύρα της ήταν πλέον συντρίμμια. Δεν είχε νόημα. Ποιος; Η Ζωή, που, όχι να το παινευτεί, αλλά, ήταν μάλλον η μόνη στον κόσμο που μπορούσε να καυχηθεί ότι για το νόημά της είχε ξοδευτεί η περισσότερη ποσότητα των δραματικότερων υγρών της ανθρωπότητας: αίματος, δακρύων και μελανιού. Ήταν πλέον βέβαιη ότι το νόημά της είχε κλαπεί και ποιος ξέρει ποιος το είχε τώρα και πώς το χρησιμοποιούσε, μόνο και μόνο για να πουλάει μούρη, μέχρι να το βαρεθεί και να το πουλήσει όσο-όσο σε κάναν άλλο τελειωμένο. Τελικά, μόνο όταν χάσεις κάτι καταλαβαίνεις την αξία του και η Ζωή τώρα ένιωθε πως δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς το νόημά της.
Ένας γνωστός της και γείτονας, που εδώ και χρόνια τη χαλβάδιαζε κι έψαχνε τρόπο να την κατακτήσει –φτιαχνόταν συχνά με τη φαντασίωση ότι είχε τον έλεγχό της και την έβαζε σε τάξη- αλλά δεν τα είχε καταφέρει γιατί ήταν δειλός και άτολμος, έμαθε τα καθέκαστα και πήγε να της συμπαρασταθεί, δήθεν ότι τη συμπονούσε για την απώλειά της, ενώ στο μυαλό του είχε μόνο πώς θα την υποτάξει, κυρίως για εκδίκηση, επειδή ποτέ ως τότε δεν του είχε κάτσει. Δύσκολα θα ξανάβρισκε τόσο μεγάλη ευκαιρία να πετύχει την αγέρωχη Ζωή ευάλωτη ώστε να έχει τόσο καλές πιθανότητες να της επιβληθεί χωρίς πολλά-πολλά και κυρίως χωρίς μεγάλο δικό του κόστος. Όμως τα πικρά δάκρυα της Ζωής τον συγκίνησαν στ’ αλήθεια, επειδή όσο κι αν προσπαθούσε να το παίξει κυρίαρχος, στην πραγματικότητα ήταν αγαθομούνης. Μετά από λίγη ώρα μαζί της, ήταν ψημένος κι έτοιμος, καράβι σαλπαρισμένο. Της υποσχέθηκε, λοιπόν, αιώνια πίστη και της είπε ότι θα έφευγε εκείνη τη στιγμή για να αναζητήσει το χαμένο της νόημα και δεν θα γυρνούσε αν δεν το έβρισκε. Είχε ήδη αρχίσει να ονειρεύεται τη στιγμή που θα επέστρεφε νικητής και η Ζωή θα έπεφτε ευγνωμονούσα στην αγκαλιά του, αιώνια υποχρεωμένη για τη θυσία του και θα γινόταν δική του, μαζί με τα μυστικά της, για πάντα. Εκείνη, παρότι χαρούμενη που βρέθηκε κάποιος να φορτωθεί τη βρωμοδουλειά, σε μια κρίση εντιμότητας –δεν ήταν, βλέπεις, και τελείως καριόλα,
πολλές φορές έκανε ό,τι έκανε για πλάκα- αρνήθηκε την προσφορά του και του αντιπρότεινε να ορίσει μια προθεσμία μετά το πέρας της οποίας θα γύριζε, ακόμα κι αν δεν είχε καταφέρει να βρει το νόημα. Ο τυφλωμένος φουκαράς, σίγουρος για τις ικανότητές του και τονωμένος από την υπόσχεση του έρωτα της Ζωής, δέχτηκε και έφυγε γεμάτος αυτοπεποίθηση για το ιερό του ταξίδι.


Η Ζωή πέρασε λίγες μέρες κακόκεφη, κλεισμένη μες στο σπίτι, τρώγοντας και μυξοκλαίγοντας και βλέποντας ξανά και ξανά την αγαπημένη της ταινία των φίλων της των Monty Python, που η ίδια τους είχε εμπνεύσει κατά το δοξασμένο της παρελθόν, αλλά κάποτε υπέκυψε στις πιέσεις που της ασκούσε η ιδιοσυγκρασία της 


που χαρακτηριζόταν από υπέρμετρη κινητικότητα και μια απίστευτη ποικιλία ενδιαφερόντων και άρχισε να ξεπορτίζει χωρίς νόημα. Δεν άργησε, φυσικά, να γίνει αντιληπτό ότι η Ζωή ξαναγύρισε στην πιάτσα. Όπως ήταν αναμενόμενο, τράβηξε την προσοχή, όχι βέβαια αυτών που κάποτε την προσέγγιζαν για το νόημά της αφού τέτοιο δεν είχε πια, αλλά, όλων των παιχταράδων της περιοχής, που δεν τους είχε καν περάσει ποτέ από το μυαλό ότι το ζήτημα με τη Ζωή ήταν το νόημά της.
Γι’ αυτούς η Ζωή ήταν απλώς ωραία και το θέμα έληγε εκεί. Αντίθετα δηλαδή με τους άλλους, τους σκεπτόμενους και προβληματισμένους, που δεν έπαυαν να ψαχουλεύουν τα βάθη και τα πλάτη της για κάτι παραπάνω. Όλοι όμως τελικά παραδέχονταν ότι η Ζωή είναι ωραία και όλοι συμφωνούσαν σ’ αυτό. Όπως βέβαια συμφωνούσε μ’ αυτό και ένας τυπάς-τούμπανο που κυκλοφορούσε εκεί γύρω και έκοβε κι αυτός καιρό τώρα τη Ζωή, χωρίς ποτέ να τον απασχολήσει ούτε το νόημά της το χαμένο, ούτε οι επ’ αυτού γκρίνιες, ούτε τίποτε άλλο από τα φιλολογικά υπόλοιπα και το μόνο που ήθελε ήταν να απολαύσει τη Ζωή. Όπως ήταν φυσικό, δεν χρειάστηκε και πολύς κόπος, ο τυπάς σύντομα την έριξε. Ήταν πάντα δεδομένο ότι, όποιος το βάλει στόχο και είναι αποφασισμένος να απολαύσει τη Ζωή, θα βρει και τον τρόπο να το πετύχει.

Τις ατέλειωτες καυτές νύχτες που ακολούθησαν, ο εκλεκτός παίδαρος φχαριστιόταν όσο πιο επιφανειακά μπορούσε μια Ζωή χωρίς νόημα και η Ζωή γαμιόταν
ασύστολα, έχοντας ξεχάσει εντελώς τον πιστό της στρατιώτη, που βολόδερνε στα πέρατα του κόσμου ψάχνοντας το νόημά της στις πιο απόκρυφες γωνιές του πλανήτη, από αετοφωλιές μέχρι νεραϊδοκρυψώνες και από στρείδια του σκοτεινού βυθού, μέχρι τη μήτρα των νεροπηγών του βουνού και τον πυρήνα των σύννεφων του ουρανού. (Θα μπορούσα τώρα να μπω σε λεπτομέρειες, βάζοντάς σε να παρακολουθήσεις τις επικολυρικές διαδρομές της αναζήτησης και της συνειδησιακής αφύπνισης του φουκαρά, αλλά δεν θέλω να σε βασανίσω με νεοεποχίτικες πίπες πραγματώσεις και με κοελιές του συρμού, γιατί είμαι σίγουρη ότι μπήκες στο πνεύμα και έχεις την πλήρη εικόνα της μιζέριας του. Εξάλλου είναι βέβαιο ότι μέχρι τώρα έχεις καταλάβει ότι δεν θα βρει -δεν επρόκειτο να βρει- αυτό που ψάχνει, γιατί εκτός όλων των άλλων είναι και μαλάκας αφού κάθεται και ταλαιπωρείται με τα νοήματα των άλλων.) Η Ζωή είχε οριστικά ξεκολλήσει και δεν αγωνιούσε πια για το νόημά της και την τύχη του. Ένα τσόλι είχε γίνει δηλαδή, χωρίς περιεχόμενο, που απλώς καυλάντιζε όλη την ώρα εδώ κι εκεί.

Υποψιαζόταν ότι ίσως δεν επρόκειτο ποτέ να έχει ξανά νόημα, αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου γιατί είχε πεισθεί για την ορθότητα της φιλοσοφίας του εραστή της που έλεγε ότι το νόημα της Ζωής το ψάχνουν μόνο όσοι δεν περνάνε καλά, όμως αυτή ήταν η ίδια η Ζωή και περνούσε υπέροχα, ως εκ τούτου δεν δικαιολογούνταν να ψάχνει τίποτα. Χαλάρωσε λοιπόν κι αυτή και δέχτηκε τον εαυτό της σαν μια απλή Ζωή χωρίς νόημα, ειδικά αφού κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δεν έπαυε ποτέ να είναι ωραία.

Τρία χρόνια είχαν περάσει όταν ο φτωχός οδοιπόρος επέστρεψε, φανερά καταβεβλημένος και σημαντικά αδυνατισμένος, οι κακουχίες ήταν όλες καταγεγραμμένες μία προς μία στο ταλαίπωρο κορμί του. Ήταν ένα πρωί που η γειτονιά βοούσε από κουτσομπολιά για τα βογκητά που ακούγονταν όλη νύχτα από το σπίτι της Ζωής, ενώ οι εραστές κοιμόντουσαν ακόμα και δεν είχαν πάρει χαμπάρι τίποτα (όχι δηλαδή ότι όταν έπαιρναν θα τους ένοιαζε, το αναφέρω έτσι, σαν μια απλή και αθώα προβοκάτσια προς τους ενοχικούς). Ο φουκαράς δεν ήθελε να πιστέψει αυτά που μάθαινε από ‘δω κι από ‘κει, σε κουβέντες μεταξύ καφενόβιων και απλών νοικοκυρών για το τι γινόταν στην καθημερινότητα της αγαπημένης του όσο αυτός έλειπε παλεύοντας με κάθε είδους θεριά. Απελπισμένος, κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο, όρμησε στην πόρτα του σπιτιού της Ζωής και άρχισε να τη βροντάει με όλη του τη δύναμη.

«Καλά, καλά…», ακούστηκε από μέσα η φωνή της Ζωής αγουροξυπνημένη και η πόρτα άνοιξε αργά και αδιάφορα, αποκαλύπτοντας τη Ζωή τυλιγμένη πρόχειρα με ένα σεντόνι.
«Μωρή ξεφτιλισμένη…», της γάβγισε τότε ο τίμιος σταυροφόρος.

«Α… καλέ, εσύ δεν είσαι ο…», είπε η Ζωή παρακολουθώντας τον με μισόκλειστα μάτια να μπουκάρει μέσα στην κρεβατοκάμαρα για να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια τη γυμνή αλήθεια.
«Ναι, εγώ είμαι. Είμαι αυτός που θυσίασα τρία χρόνια από τα νιάτα μου για να ψάξω να σου βρω το χαμένο σου γαμωνόημα», είπε εκείνος, γυρίζοντας πάλι προς εκείνη, στα όρια του εγκεφαλικού από τη θέα του απόλυτου αρσενικού πάνω στο κρεβάτι της.
«Α, ναι. Τι έγινε τελικά μ’ αυτό; Το βρήκες;», χασμουρήθηκε η Ζωή, συμπληρώνοντας «καφεδάκι να φτιάξω;», για να πάρει ένα εκκωφαντικό «όχι» από τον δύσμοιρο ταξιδιώτη.
«Ε, δεν πειράζει, μην εξοργίζεσαι, δεν ήταν κι εύκολο να το βρεις», είπε η Ζωή, «αλλά δεν είχε και τόση σημασία τελικά να ξέρεις, μια χαρά περνάω και χωρίς νόημα και, εντάξει, καταλαβαίνω την απογοήτευσή σου, αλλά όχι και μέχρι του σημείου να αρνείσαι ένα καφεδάκι, εγώ πάντως, παρά την αποτυχία σου, να στο φτιάξω ευχαρίστως».
Ο φουκαράς ένιωσε ότι δεν μπορούσε πια να αρθρώσει λέξη, όταν κατάφερε μόνο να ψελλίσει «είσαι μια τιποτένια».
«Είμαι μια Ζωή χωρίς νόημα, μικρέ μου εξερευνητή», του πέταξε εκείνη και στρέφοντας το κεφάλι της προς την κρεβατοκάμαρα, φώναξε «Τούρμποοοο… σήκω ρε μωρό, θα φτιάξω καφέ».

Ο Τούρμπο στάθηκε για μια στιγμή στην πόρτα του δωματίου και κοίταξε γύρω μπας και καταλάβει τι συνέβαινε. Οι ματιές των δύο αρσενικών συναντήθηκαν· του προδομένου έμοιαζε με σπαθί, ενώ του Τούρμπο απορημένο.
«Σου φέρθηκε σκάρτα το γκομενάκι;» ρώτησε αθώα.
«Η Ζωή είναι μεγάλη πουτάνα», είπε ο προδομένος.
«Ναι, ακούω που το λένε όλοι, όταν στραβώνουν τα πράγματα, αλλά, χωρίς παρεξήγηση, είναι πολύ πρωί ακόμα για βαριά φιλοσοφία, ούτε καφέ δεν έχω πιει – άνεργος κι εσύ;», είπε ο εραστής και αντιλαμβανόμενος την εχθρότητα του συνομιλητή του πρόσθεσε «όμως εγώ τι σου ‘κανα και με κοιτάς λες και σου ‘χω σκοτώσει τον πατέρα;».
«Καλύτερα να μου σκότωνες τον πατέρα, ρε… χειρότερα μου ‘κανες», είπε ο αδικημένος, «εγώ κινδυνεύω ψάχνοντας να βρω το νόημα κι εσύ μου γαμάς τη Ζωή» και, βγαίνοντας, χτύπησε με βία την εξώπορτα.

«Ψάχνει να βρει το νόημα…», μονολόγησε ο Τούρμπο αδιάφορα, «άκου ρε φίλε κάτι επαγγέλματα που υπάρχουν».

 



Riski 


Απέναντι Όχθη

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.