Αγχωμένη Ανάσταση.


Πάλι με την άκρη του ματιού μου διακρίνω την οθόνη του κινητού τηλεφώνου να αναβοσβήνει πάνω στο κομοδίνο. Είναι χρόνια τώρα που το έχω βάλει μόνιμα στο αθόρυβο γιατί χτυπούσε τόσο συχνά που το άκουγα να χτυπά ακόμα και όταν δεν χτυπούσε. Είναι φορές που θέλω να απενεργοποιήσω με ένα κουμπί όλες τις σκέψεις που κουδουνίζουν διαρκώς μέσα στα εγκεφαλικά μου τοιχώματα αλλά δεν τα καταφέρνω, παρά μόνο μετά από ώρες. Ακόμα και τότε όμως, θαρρείς ότι τα βλέφαρα δεν ξεκουράζονται και ποτέ δεν κλείνουν εντελώς αλλά παραμένουν έτσι, σαν χαραμάδες σε πόρτες που φουσκώσαν από την υγρασία και αφήνουν μονίμως λίγο απ’ το φως να τις διαπερνά. Και μπερδεύω συχνά το υπαρκτό με το όνειρο, το συνειδητό με το ασυνείδητο, την παρουσία με την έλλειψη. Υπάρχω, λες. Κι ύστερα, δεν υπάρχεις. Να, σαν αυτόν τον χρωματιστό τύπο που έβλεπα τόση ώρα να με κοιτάει κατάματα, δίχως να ανταλλάσσουμε κουβέντα όλο το βράδυ. Που περιεργαζόμουν την αινιγματική μορφή του, καθώς ψηλάφιζα με τα ακροδάκτυλά μου την έντονη αύρα που τον είχε περικυκλώσει σαν λαμπρό φωτοστέφανο. Μα που πήγε; Εξαφανίστηκε! Θαύμα! Λες να είναι κάποιος Άγιος που είδε τα δράματά μου και παρουσιάστηκε για να μου πει ότι δεν είναι όλα σκοτάδι και ότι κάποια στιγμή έρχεται η σωτηρία της ψυχής, ξεγλιστρώντας μέσα από μια μικρή χαραμάδα; Καμπάνες. Ηχούν τόσο δυνατά, λες και η λειτουργία γίνεται μέσα σε τούτη τη μικρή την κάμαρα. Λες και η Ανάσταση νεκρών θα ξεκινήσει πρώτα από εδώ.
Ανάσες. Σταθερές και βαθιές, καθώς το στέρνο ανεβοκατεβαίνει σαν αποκοιμισμένο κτήνος που έχει πέσει σε χειμερία νάρκη. Εισπνοή, εκπνοή. Έχω πολλές και εξειδικευμένες τεχνικές για να ηρεμώ το πνεύμα μου, ειδικά όταν οι έντονες, υπερβολικές ιδέες συνωστίζονται στους διαδρόμους του νου για το ποια θα επικρατήσει πρώτη. Και η ανάσα, ως κόλπο, πάντα βοηθούσε γιατί είναι λες και κάνεις κάθε φορά μια νέα αρχή, σαν επανεκκίνηση, με την ένταση να φεύγει μακριά, ακολουθώντας το αργό ξεφύσημά σου. Που και που, το κάνω ακόμα πιο τολμηρό. Παίρνω τη βαθύτερη και κρατιέμαι έτσι για όσο περισσότερο μπορέσω. Όπως όταν ετοιμάζεσαι για μια βουτιά που ξέρεις ότι θα διαρκέσει και πρέπει να μείνεις για πολύ κάτω από το νερό και αποθηκεύεις στα πνευμόνια σου τόσο οξυγόνο, όσο χρειάζεται για να αντέξεις και να μην πνιγείς. Συχνά, βέβαια, με πιάνει ένα είδος περίεργου πανικού, νιώθω δηλαδή ότι όντως βρίσκομαι μέσα σε έναν απέραντο βυθό και θέλω επειγόντως να ανέβω στην επιφάνεια, λες και κάποιος με κυνηγά, λες και ο αέρας δεν μου φτάνει. Και αυτή μου η αγωνιώδης πορεία μέχρι την έξοδο μοιάζει ατέλειωτη, έτσι καθώς χτυπιέμαι σπασμωδικά σαν κάποιος που δεν έμαθε ποτέ του να κολυμπάει, σαν ψαράκι που τινάζεται, καθώς το καταδιώκουν καρχαρίες. Κι αφότου τελικά επιζήσω, είναι τόσο μεγαλειώδης η απελευθέρωση των αρνητικών δυνάμεων που είχαν συγκεντρωθεί μέσα μου που είναι σαν να γεννιέμαι ξανά. Και τι περίεργο, το στρώμα όλο γύρω είναι μούσκεμα. Λες και σπάσαν τα νερά.
Εκνευρίζομαι. Γνωρίζω ότι ο θυμός δεν είναι η καλύτερη δυνατή αντίδραση σε αυτές τις καταστάσεις αλλά δεν το ελέγχω. Δεν μπορώ να χωνέψω πώς ορισμένες αισθήσεις εξαφανίστηκαν ξαφνικά, χωρίς κάποια πειστική εξήγηση. Απλά έπαψαν να συμβαίνουν, έτσι, ένα πρωί, δίχως προειδοποίηση, στα κρυφά, λες και κάποιος αόρατος διαρρήκτης τρύπωσε μέσα στα σωθικά μου και τις έκλεψε. Που πήγε εκείνη η γλυκιά, ανάλαφρη γαλήνη που ένιωθα να μου χαϊδεύει τα μάγουλα κάθε πρωί που ξύπναγα και κοίταζα το ταβάνι και λίγα δευτερόλεπτα μετά τον καθάριο ουρανό έξω από το παράθυρο και απορροφούσα κάθε ελάχιστο ήχο της φύσης, λες και η ζωή μου κελαηδούσε σαν πουλάκι νεογέννητο μέσα στη ζεστή φωλιά του; Που πήγε εκείνη η ξεγνοιασιά που έκανε την καρδιά να αχνοχτυπά, σχεδόν να μην ακούγεται, τότε που τα σεντόνια ήταν για έναν ακατανόητο λόγο πάντα δροσερά και το μαξιλάρι απαλό και το κεφάλι μου ελαφρύ σαν πούπουλο; Τώρα πια δεν είναι λίγες οι φορές που πετάγομαι και νιώθω ότι νύχια γδέρνουν τα μάγουλά μου, ότι το ταβάνι κάνει κύκλους και ετοιμάζεται να μου ορμήξει για να με καταπιεί, ότι ο ουρανός έχει χρώμα κόκκινο και πρόκειται να βρέξει αίμα γύρω, ότι νεκρά πουλιά πέφτουν στους δρόμους και τα σεντόνια έχουν δέσει πίσω τους αγκώνες μου και το μαξιλάρι έχει μπουκώσει όλο μου το στόμα, την ώρα που ουρλιάζω μουγκρητά και κανείς δεν καταλαβαίνει τι θέλω να πω, ούτε εγώ ο ίδιος. Έλα, ηρέμησε. Πάει κι αυτό, πέρασε.
Ιδρώτας. Πολύ θα ήθελα να βρω τη ρημαδιασμένη εκείνη βρύση που τον προκαλεί και να την κλείσω μια και καλή. Με κατακλύζει από άκρη σ’ άκρη, λες και ξεσπάει μπόρα με το που τα σύννεφα της ψυχής μαυρίσουν. Και είναι πολύ διαφορετικός από τα δάκρυα, γιατί αυτά συγκεντρώνονται στα μάτια μόνο και στεγνώνουν γρήγορα, ενώ τον ιδρώτα τον νιώθω να μουσκεύει το τριχωτό της κεφαλής, να λούζει σπονδυλωτά τη ραχοκοκαλιά και να φτάνει μέχρι το τελευταίο άκρο της υπόστασής μου. Το χειρότερο είναι όταν εξαιτίας του γλιστράνε συνεχώς τα χέρια και δεν μπορώ να κρατήσω τίποτα με σιγουριά, ειδικά όταν μού φεύγουν αντικείμενα, άνθρωποι, στιγμές από την αγκαλιά και τα βλέπω όλα να πέφτουν, να χάνονται στο κενό, κι αισθάνομαι υπαίτιος εγώ για την πτώση τους αυτή, γιατί δικό μου ήταν το φταίξιμο που δεν κατάφερα να σώσω οτιδήποτε αν σώζεται. Τότε είναι που απότομα παγώνει όλο το κορμί, σαν να γύρισε κάποιος απροειδοποίητα το καυτό νερό σε κρύο, την ώρα που με καταβρέχουν με πίεση μεγάλη και στέκομαι όρθιος, γυμνός, προσπαθώντας να προστατευτώ από τον καταρράκτη των ενοχών μου. Και μπορεί να περάσουν μέρες ολόκληρες για να αφήσει επιτέλους ελεύθερο το δέρμα μου αυτή η διαρκής εναλλαγή από τον πυρετό στην παγωνιά, το καταλαβαίνω γιατί τρέμω μασώντας το θερμόμετρο και ο υδράργυρος ανεβοκατεβαίνει σαν ασανσέρ σε πολυκατοικία των πενήντα ορόφων. Τόσο που σχεδόν παθαίνω ναυτία.
Ω γλυκύ μου έαρ. Πάντα αγαπούσα την Άνοιξη. Την θεωρούσα ως την εποχή των ανοιχτών οριζόντων, γιατί τότε μόνο μπορείς να δεις ξεκάθαρα τη φύση να εκτείνεται σε όλα της τα σημεία, από τη Δύση έως την Ανατολή και από το Βορρά ως το Νότο. Δεν είναι τυχαίο που ο θρίαμβος του Θεανθρώπου κατά του θανάτου γιορτάζεται όταν τα άνθη βρίσκονται στην πιο όμορφη στιγμή τους, τότε που ο Ήλιος βρίσκεται σε απόλυτα ισορροπημένη θέση, τόσο που σου επιτρέπει να τον βλέπεις όσο χρειάζεται, χωρίς να σε τυφλώνει. Είναι τότε που οι μυρωδιές τριγύρω βρίσκονται σε έξαρση και εισβάλουν στο πνεύμα σου σαν λιβάνι αγαλλίασης και συγχώρεσης για όλα τα σφάλματα που σε βασανίζουν. Είναι τότε που η ματιά χάνεται ως πέρα, ακολουθώντας τους ατέλειωτους, μεγάλους δρόμους, πλάι στα καταπράσινα λιβάδια, δίπλα από τις πολύχρωμες πεδιάδες, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι πετάς και τα παρακολουθείς όλα από ψηλά, όπως τότε, στα παιδικά μας τα όνειρα, όταν βλέπαμε ότι μπορούσαμε με μια κίνηση απλή να πετάξουμε, ήταν ένα από τα πιο επαναλαμβανόμενα όνειρα, που κι αυτό, σχεδόν αναιτιολόγητα, σταμάτησε κάποτε να υπάρχει. Παρόλα αυτά, τον ίδιο υπέροχο ορίζοντα ατενίζω και τούτες τις άγιες μέρες. Έστω κι αν η θέα του διακόπτεται από αναλαμπές που θυμίζουν κάγκελα. Έστω κι αν η ζωή περιφέρεται εκεί έξω, μαζί με τον στολισμένο Επιτάφιο. Έστω κι αν το κορμί μου λιώνει σαν ένα από τα κεράκια των χιλιάδων πιστών. Έστω κι αν μπήκανε καρφιά στις παλάμες μου τα άγχη. Έστω κι αν στέκομαι στο παράθυρο σαν σταυρωμένος Χριστός.

Πηγή


Απέναντι Όχθη 

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.