Η κραυγή που δεν έβγαλα..

Η Κατερίνα μου έστειλε σήμερα με email το παρακάτω κείμενο, το οποίο περιγράφει ως την κραυγή που δεν έβγαλε.
Και μόνο στην εικόνα που περιγράφει ανατρίχιασα σύγκορμος. Γι’ αυτό έφυγα από το κέντρο της Αθήνας το 2010, για να μην εξοικειωθώ με την κατάντια και το τέρας. Την κατάντια που φαινόταν πως έρχεται ολοταχώς και το τέρας που ήταν ήδη γνωστό πως υπάρχει μέσα μας. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να πηγαίνω στην Αθήνα πλέον. Για να μη βλέπω τους προγραμματισμένους καταναλωτές να περπατάνε σαν μηχανές άψυχες.
Σταματάω εδώ και δημοσιεύω την κραυγή της Κατερίνας:
Μια κοινωνία ζόμπι
Ως συνήθως, για να πάω στη δουλειά μου, στο κέντρο της Αθήνας, περνάω πάνω από ανθρώπινα ράκη, στοιβαγμένα δεξιά κι αριστερά στα πεζοδρόμια, που εκλιπαρούν για ένα κομμάτι ψωμί. Τους έχω μάθει πλέον με τ’ όνομά τους και έχω συνηθίσει την παρουσία τους στους δρόμους της Αθήνας, στα νέα τους χαρτόσπιτα και δε σοκάρομαι πια, όπως στην αρχή. Έχω γνωρίσει και δυο τρεις ανθρώπους, που κατάφεραν να αναπτύξουν αντισώματα στην επικίνδυνη αυτή αρρώστια της αποχαύνωσης και κατά κάποιο τρόπο τους έχουμε «υιοθετήσει» και όσο μπορούμε, τους φροντίζουμε: τον Παύλο, το Τζούμα, που τον τελευταίο καιρό τον έχω χάσει και πολύ ανησυχώ μη βρίσκεται σε κανά στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον Αλί, που επίσης τον έχω χάσει και όταν τον πρωτοείδα ξαπλωμένο κι ανήμπορο στα σκαλιά της καθολικής εκκλησίας στην Πανεπιστημίου, χτυπημένο, σκελετωμένο και εξαθλιωμένο έπαθα σοκ, τον Αντώνη, που πριν 5 μήνες έχασε σπίτι και δουλειά, το Γιώργο με το σκύλο του που πριν κάποιους μήνες οι άνθρωποι του δήμου, σε μια από τις εφόδους εκκαθάρισης του Καμίνη, του πέταξαν όλα του τα υπάρχοντα, μαζί με τα πολύτιμα βιβλία του, γιατί, λέει, ενοχλούσε!!! Ενοχλούσε την πολύ όμορφη και χαρωπή εικόνα της πόλης. Μιας πόλης ασφυκτικής. Μιας πόλης με άκρως αντιφατικά αλλά παράλληλα σύμπαντα. Μιας πόλης που αναδύει έντονα τη μυρωδιά της σαπίλας, όσο κι αν κάποιοι ειδήμονες προσπαθούν μάταια να την καλύψουν με άρωμα αναπτυξιακό. Μιας πόλης που σε σκοτώνει καθημερινά, λίγο λίγο, βασανιστικά, σαν την ηρωίνη. Εκεί βρίσκονται όλοι λοιπόν. Σύνταγμα και πέριξ.
Σήμερα όμως, στα σκαλιά της εξόδου από την πλευρά της Μεγάλης Βρετάνιας, ήταν σωριασμένος ένας άνθρωπος, πρώτη φορά τον είδα, φανερά ταλαιπωρημένος από κακουχίες και κακοποιήσεις, που έκλεγε σχεδόν κι εκλιπαρούσε για ένα κομμάτι ψωμί. Τα ζόμπι, ταμπουρωμένα μέσα στα κουστούμια και τα ταγιέρ της απάθειας, ανέβαιναν τις σκάλες ατάραχα, όπως μόνο τα ζόμπι ξέρουν να κάνουν. Έχω εξοικειωθεί κάπως με τη δυστυχία και την εξαθλίωση, αυτό είναι εξάλλου, που θέλει το σύστημα, ούτως ή άλλως, να εμπεδώσεις ότι μη τυχόν και κουνηθείς γιατί η μοίρα σου κι εσένα θα είναι αυτή. Κι όταν λέω έχω εξοικειωθεί, εννοώ με την εικόνα. Με τα ζόμπι όμως, όχι. Κι ούτε πρόκειται. Με εξαγριώνουν. Εννοώ ότι πια δε διαλύομαι όταν έρχομαι αντιμέτωπη με αυτή την κατάντια. Δεν αρρωσταίνω και δε μου έρχεται εμετός. Προφανώς έχω αποκτήσει αντισώματα. Διαφορετικά, δεν επιβιώνεις. Αν και ποτέ πια δεν τρώω κάτι στο δρόμο περπατώντας. Νιώθω ένοχη.
Όμως, σήμερα δεν άντεξα. Δεν ξέρω πως κρατήθηκα να μη φωνάξω. Όχι επειδή δεν άντεξα το θέαμα της παντελούς ισοπέδωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όχι γι’ αυτό. Είπαμε, το σύστημα φροντίζει επιμελώς να σε σκληραγωγεί, θες δε θες, αργά ή γρήγορα, το αντέχεις. Σήμερα λοιπόν, δεν άντεξα αυτό ακριβώς: τη βαριάς μορφής, μη αναστρέψιμη, αρρωστημένη απάθεια. Δεν ξέρω πως συγκρατήθηκα να μην ουρλιάξω. Δεν ξέρω πως συγκρατήθηκα να μην επιτεθώ στον κόσμο που ανέβαινε τα σκαλιά τυφλός, μουγκός, αναίσθητος και βαλσαμωμένος ως το τελευταίο του κύτταρο. Αλήθεια, δεν ξέρω τι  με κράτησε. Ίσως το αίσθημα της αυτοσυντήρησης.
Σε μια κοινωνία που στους δρόμους είμαστε οι ίδιοι και οι ίδιοι κάθε φορά, σε μια κοινωνία που ψυχορραγεί χωρίς να το έχει πάρει χαμπάρι, σε μια κοινωνία που ακόμα και τώρα ψάχνει κούτσα κούτσα να βολευτεί, και δε βαριέσαι, «έχει ο θεός», σε μια κοινωνία που περιμένει στωικά και υπομονετικά το νέο «Μεσσία», σε μια κοινωνία που δεν έχει βαρεθεί να σώζεται, σε μια κοινωνία που δε γουστάρει να σωθεί, σε μια κοινωνία υποκουλτούρας και τηλεαυνανισμού, σε μια κοινωνία που δεν αγανακτεί με τον ίδιο της τον εαυτό, σε μια κοινωνία ζόμπι λοιπόν, τι περιμένεις; Να ξυπνήσει; Από τι; Γιατί; Πότε; Πως;
Όχι, δε μου φταίνε τα κόμματα ούτε τ’ αποκόμματα. Δε μου φταίει η Τρόικα. Δε μου φταίνε οι προδότες. Ούτε τα λαμόγια. Δε μου φταίει η Αριστερά. Ούτε καν οι φασίστες. Μου φταίω εγώ. Μου φταις εσύ.

Κ.

Πηγή


Απέναντι Όχθη

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.