Μεγάλο Σαββατο


Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών με το πιστόλι στον κρόταφο. Ομολογώ την αναπηρία μου. Ανάβω κι άλλο κερί. Αναζητώ τον διακόπτη να ανοίξω το φως. Σε ένα έρημο δωμάτιο γκρι, βρίσκομαι ,  με ένα σιδερένιο κρεβάτι . Δεμένος βρίσκομαι κι έξω ακούω τον όχλο να απαιτεί να αναστηθώ. Μια πέτρα σπάει τη σιωπή μου , ματώνω στο δόξα πατρί. Απατρις κι ανάδελφος χωρίς χαρτιά βρίσκομαι. Οι λέξεις μου κραυγή. Φωνήεντα που σκορπίζονται στον χώρο. Ξέχασα πια να μιλώ. Ξέχασα πια γενικά…
Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών, γιατί δεν πρόλαβα να πω το σ’αγαπώ. Επέμενα να υπενθυμίζω που διαφωνώ κι έχασα χρόνο. Και τώρα μπροστά στο Θαύμα τιποτένιος γίνομαι. Ανώνυμος καταθλιπτικός κι άπιστος.
Λιγότεροι κάθε Μεγάλο Σάββατο, όλο και λιγότεροι. Τα δάκρυα δεν φέρνουν πίσω τους νεκρούς, ούτε η πίστη. Μια προσδοκία μοναχά στο θαύμα. Έτσι μου έμαθαν. Με τέτοια με κορόιδευαν, ώσπου ξύπνησα  με άσπρα μαλλιά , τον θάνατον πατήσας , γέρος . Μακρινά που μοιάζουν τα χρόνια της δράσης, τώρα στην εποχή της περισυλλογής που έφτασα. Εγκλωβισμένος.
Με καμπαρντίνα κατακαλόκαιρο και μαύρα γυαλιά ανωνυμίας κοιτώ το καλοκαίρι που ‘ρχεται. Κι αν δεν αναστηθώ, τουλάχιστον σ’ όσους απέμειναν να προφτάσω να πω, το γιατί της αγάπης μου… Πριν  αναληφθώ, πριν γίνω προσευχή  και θαύμα εκπορευόμενο εκ δεξιών του πατρός.  Εκεί ,λίγο πριν τις στάχτες μου σκορπίσουν στα νερά και τα κεριά μου λιώσουν. Πριν γίνω κι εγώ ένα ανάξιο Πάσχα των Ελλήνων, μια χαλκομανία πάνω σε ένα κόκκινο αυγό που βάφτηκε μόνο για να το  σπάσουν.   
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.