Ο δρόμος της συνάντησης


…Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που του άρεσε να θεωρεί τον εαυτό του ισχυρό και ήθελε όλοι γύρω του να τον θαυμάζουν για τη δύναμή του. Καλεί μια μέρα τον σοφό της αυλής και τον ρωτάει αν υπάρχει άλλος στον κόσμο πιο ισχυρός απ’ αυτόν, και ο σοφός τού απαντά πως έχει ακούσει να λένε ότι στο χωριό ζει ένας μάγος που τη δύναμή του δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει: ξέρει τα μελλούμενα.
Ζεματίζεται απ’ τη ζήλια ο βασιλιά και αρχίζει τις ερωτήσεις γι’ αυτόν τον μάγο. Μια μέρα, επειδή είχε βαρεθεί πια ν’ ακούει πόσο δυνατός και αγαπητός ήταν ο μάγος, μηχανεύεται ένα σχέδιο: θα καλούσε τον μάγο σε δείπνο, και μπροστά σε ολόκληρη την αυλή, θα τον ρωτούσε πότε θα πέθαινε ο μάγος που είχε έρθει στο βασίλειό του. Τη στιγμή που θα απαντούσε θα τον σκότωνε ο ίδιος με το σπαθί του για ν’ αποδείξει πως ο μάγος έκανε λάθος στην πρόβλεψη του θανάτου του. Έτσι, σ’ ένα βράδυ θα τέλειωναν όλα: και ο μάγος και ο μύθος για τη δύναμή του…
Έρχεται η μέρα της γιορτής και, μετά το μεγαλοπρεπές δείπνο, ο βασιλιάς κάνει στο μάγο την κρίσιμη ερώτηση:
«Είναι σίγουρο ότι μπορείς να διαβάζεις το μέλλον;»
«Λίγο» απαντάει ο μάγος.
«Πότε θα πεθάνει ο μάγος του βασιλείου;»
Ο μάγος χαμογελάει, τον κοιτάζει στα μάτια και λέει:
«Μια μέρα πριν από τον βασιλιά».
Μόλις ακούει αυτή την απάντηση ο βασιλιάς, όχι μόνο δεν τολμάει να τον σκοτώσει, αλλά, από φόβο μήπως του συμβεί κάτι, τον καλεί να έρθει να μείνει μαζί του στο παλάτι με τη δικαιολογία ότι χρειάζεται έναν σύμβουλο για τις σοβαρές βασιλικές υποθέσεις.
Το πρωί στέλνει ο βασιλιάς να φωνάξουν τον προσκεκλημένο του. Για να δικαιολογήσει την παραμονή του στο παλάτι, του κάνει μια ερώτηση και ο μάγος, που ήταν σοφός, του δίνει μια απάντηση σωστή, αποτελεσματική και δίκαιη.
Ο βασιλιάς επαινεί τον φιλοξενούμενό του για την εξυπνάδα του και τον παρακαλεί να μείνει ακόμη μια μέρα, και μετά άλλη μία. Κάθε μέρα, ο βασιλιάς περνάει αρκετό χρόνο συζητώντας με το μάγο, καταρχάς για να είναι σίγουρος ότι είναι σώος και αβλαβής, αλλά και για να του κάνει διάφορες ερωτήσεις. Αισθάνεται ότι οι συμβουλές του νέου του συμβούλου είναι τόσο εύστοχες που, χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνει, τις λαμβάνει υπόψη του σε όλες του τις αποφάσεις.
Περνούν οι μήνες και τα χρόνια. Και όπως συμβαίνει πάντα, δίπλα σε κάποιον που ξέρει, αυτός που δεν ξέρει γίνεται πιο σοφός… Έτσι, ο βασιλιάς γίνεται σιγά σιγά όλο και πιο δίκαιος και σωστός, και δεν αισθάνεται πια την ανάγκη να επιβεβαιώνει τη δύναμή του. Βασιλεύει με γενναιοφροσύνη και μεγαλοψυχία και ο λαός αρχίζει να τον αγαπάει. Τώρα πια δεν συμβουλεύεται τον μάγο για να εξακριβώνει ότι είναι καλά στην υγεία του αλλά πηγαίνει να τον βρει για να μάθει πραγματικά απ’ αυτόν. Και με τον καιρό, ο βασιλιάς κι ο μάγος γίνονται οι καλύτεροι φίλοι.
Μέχρι που μια μέρα, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά από εκείνο το δείπνο, ο βασιλιάς θυμάται ότι ο μάγος, που τώρα τον θεωρεί τον καλύτερό του φίλο, ήταν τότε ο χειρότερος εχθρός του. Θυμάται και το κόλπο που είχε σκαρφιστεί για να τον βγάλει από τη μέση. Επειδή δεν αντέχει να κρύβει αυτό το μυστικό, γιατί θα ένιωθε μεγάλος υποκριτής, μαζεύει το κουράγιο του, χτυπάει την πόρτα του μάγου και, με το που μπαίνει, του λέει:
«Πρέπει να σου πω κάτι, καλέ μου φίλε, κάτι που μου βαραίνει την ψυχή».
«Πες μου» του λέει ο μάγος, «αλάφρωσε την ψυχή σου».
«Εκείνο το βράδυ, όταν σε προσκάλεσα σε δείπνο και σου έκανα την ερώτηση για τον θάνατό σου, η πρόθεσή μου δεν ήταν να μάθω το μέλλον· είχα σκοπό να σε σκοτώσω, όποια απάντηση κι αν μου έδινες. Ήθελα ο θάνατός σου να σε απομυθοποιήσει. Σε μισούσα γιατί όλοι σ’ αγαπούσαν… Αισθάνομαι τόση ντροπή…».
Τότε του λέει ο μάγος:
«Άργησες πολύ να μου το πεις. Χαίρομαι, όμως, γιατί αυτό μου επιτρέπει να σου πω ότι το ήξερα ήδη. Ήταν τόσο εμφανής η πρόθεσή σου, που δεν χρειαζόταν κανείς να είναι μάντης για να καταλάβει τι είχες σκοπό να κάνεις… Ωστόσο, σαν δίκαιη ανταπόδοση για την ειλικρίνειά σου, πρέπει να σου ομολογήσω ότι κι εγώ σου είπα ψέματα. Επινόησα εκείνη την τρελή ιστορία ότι ο θάνατός μου δήθεν θα συνέβαινε μια μέρα πριν από τον δικό σου για να σου δώσω ένα μάθημα που σήμερα είσαι πια σε θέση να κατανοήσεις:
Ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο μισώντας και απορρίπτοντας πλευρές των άλλων, ακόμη και δικές μας, που θεωρούμε ανάξιες λόγου, απειλητικές και άχρηστες… Ωστόσο, αν δώσουμε στον εαυτό μας χρόνο να σκεφτεί, βλέπουμε πόσο πολύ μας κοστίζει να ζούμε χωρίς αυτά που απερίσκεπτα απορρίψαμε.
Εμάς μας δένει η φιλία και η ζωή· και όχι ο θάνατος».
Ο βασιλιάς και ο μάγος αγκαλιάζονται με πολλή χαρά γιατί είχαν την ευκαιρία  να δημιουργήσουν αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους.
Ο μύθος λέει, ότι εκείνη ακριβώς τη νύχτα, κατά έναν μυστηριώδη τρόπο, πέθανε ο μάγος την ώρα που κοιμόταν και ο βασιλιάς, μόλις το έμαθε, έσκαψε με τα ίδια του τα χέρια έναν λάκκο στον κήπο, κάτω από το παράθυρό του, κι έμεινε εκεί να κλαίει δίπλα στο λάκκο, ώσπου εξαντλημένος από το κλάμα και τον πόνο, επέστρεψε στο διαμέρισμά του.
Λέει ακόμα ο μύθος ότι αυτήν ακριβώς την νύχτα, εικοσιτέσσερις ώρες μετά τον θάνατο του μάγου, ο βασιλιάς… πέθανε στην κλίνη του ενώ κοιμόταν.
Μπορεί από σύμπτωση… Μπορεί και από τη λύπη του… Μπορεί και για να βγει αληθινή η τελευταία προφητεία του μάγου.

Το παραμύθι αυτό εκφράζει δύο πράγματα: την αγάπη και τον εγωισμό.
Υποτίθεται ότι ο εγωισμός είναι παθολογικός όταν έχει σκοπό να βλάψει τον άλλον, ή όταν με εμποδίζει να μοιράζομαι πράγματα με τους άλλους. Γιατί όμως ο άλλος να νιώσει ότι τον βλάπτει και του κάνει κακό το γεγονός ότι εγώ με αγαπάω πολύ;
Ξέρουμε πως η αγάπη δεν στερεύει και η ικανότητα μου ν’ αγαπάω είναι απεριόριστη, άρα είναι γελοίο να σκέφτομαι ότι αν αγαπάω πολύ τον εαυτό μου δεν θα μου μείνει χώρος για ν’ αγαπάω τους άλλους.
Με τον εγωισμό συμβαίνει αυτό ακριβώς που συνέβαινε στον βασιλιά με τον μάγο.


Ο εγωισμός κατά την γνώμη μου είναι ένας ισχυρός μάγος, ικανός να μας αποκαλύψει κάποιες αλήθειες για τον εαυτό μας. Ζούμε, όμως, απορρίπτοντας τον· θέλουμε να τον εξαφανίσουμε και δεν καταλαβαίνουμε ότι δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν.
Αν καταφέρουμε, όπως στο παραμύθι, να γίνουμε φίλοι με τον μάγο, να συμφιλιωθούμε με τον εγωισμό μας, τότε θα μπορέσουμε να τον αξιοποιήσουμε όχι μόνο για να νιώσουμε ανώτεροι, αλλά και για να γίνουμε πιο γενναιόδωροι, πιο μεγαλόψυχοι, πιο σοφοί, πιο έξυπνοι και πιο αλληλέγγυοι.
Η αγάπη που έχει ο καθένας μας για τον εαυτό του είναι λίγη. Αυτό, μπορώ να το πω με σιγουριά: όλοι χρειάζεται ν’ αγαπήσουμε τον εαυτό μας λίγο περισσότερο.
Όταν απαγορεύεται σε κάποιον να είναι εγωιστής, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ να βρει το περιθώριο να αγαπάει τον εαυτό του, να τον προσέχει, να τον φροντίζει, γίνεται μικροπρεπής, φιλάργυρος, άπληστος, απατεώνας και παλιάνθρωπος. Ο άνθρωπος γίνεται αναξιοπρεπής γιατί πιστεύει ότι πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στον εαυτό του και τον άλλον, κι όταν διαλέγει τον εαυτό του νομίζει ότι το κάνει αντίθετα στην ηθική του. Αν αντιλαμβανόμαστε τον εγωισμό μας ως μείωση των άλλων, τότε θεωρούμε ότι η ζωή είναι μια αδυσώπητη μάχη μέχρις εσχάτων. Ωστόσο, αυτό δεν είναι πάντα βέβαιο. Ασφαλώς θα υπήρχαν, και σίγουρα θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, μάχες μέχρι θανάτου, αλλά η ανάλυση του κόσμου κάθε στιγμή από αυτήν την οπτική γωνία είναι μια άποψη περιορισμένη την οποία δεν συμμερίζομαι.


Μέχρι ν’ ανακαλύψει ο άνθρωπος τον καλύτερο εγωισμό του, τον δυνατό μάγο μέσα του, δεν έχει συναίσθηση ότι είναι αυτός ο ίδιος το κέντρο της ύπαρξής του, και τότε λέμε ότι τα έχει λίγο χαμένα και είναι εκτός πραγματικότητας. Θέλω να πω ότι ζει, κινείται και εστιάζει πάνω σε εξωτερικά πράγματα.
Ασφαλώς υπάρχουν κάποια στοιχεία στον κόσμο μας που τα μοιραζόμαστε. Εσύ κι εγώ μπορούμε να συζητάμε, να συμφωνούμε και να διαφωνούμε, να καταλαμβάνουμε χώρο ο ένας στον κόσμο του άλλου και να έχουμε κάποιους χώρους κοινούς και για τους δύο. Όταν, όμως, φεύγεις… εσύ πηγαίνεις στον κόσμο σου κι εγώ μένω στον δικό μου.
Αν πάψω να είμαι το κέντρο του κόσμου μου, κάποιος άλλος θα πάρει αυτήν τη θέση. Αν γυρίζω γύρω από τον δικό σου κόσμο, θ’ αρχίσω να εξαρτώμαι απ’ ότι λες και κάνεις, και τότε θα ζω ανάλογα με το τι μου επιτρέπεις, τι μου δίνεις, τι μου μαθαίνεις, τι μου δείχνεις, τι μου κρύβεις…
Από την άλλη μεριά, μόλις καταλάβω ότι είμαι το κέντρο του κόσμου του άλλου, αρχίζω να ασφυκτιώ, καταπιέζομαι, κουράζομαι, πνίγομαι και θέλω να το βάλω στα πόδια…
Η δική μου ιδέα για τη συνάντηση είναι: Δύο πρόσωπα που επικεντρώνονται το καθένα στον εαυτό του και μοιράζονται τον δρόμο τους χωρίς να παραιτούνται από τον εαυτό τους. Αν δεν είμαι επικεντρωμένος στον εαυτό μου, είναι σαν να μην υπάρχω. Κι αν δεν υπάρχω, πώς θα σε συναντήσω στον δρόμο;


Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο δρόμος της συνάντησης”, ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ, του Χόρχε Μπουκάι, εκδόσεις opera/animus


Πηγή


Απέναντι Όχθη

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.