Η αποανάπτυξη κερδίζει έδαφος μέσα στην ύφεση

Όσο προχωράει η οικονομική κρίση, επιβάλλεται σιγά σιγά η ανάγκη να ορίσουμε την ανθρώπινη πρόοδο με διαφορετικό τρόπο, και όχι με βάση τον παραγωγισμό και την τυφλή εμπιστοσύνη στα άλματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, Στη Γαλλία, οι διανοούμενοι και οι ακτιβιστές που αγωνίζονται για την αποανάπτυξη, για έναν τρόπο ζωής απλούστερο και για μια ζωή με νόημα, βλέπουν να αυξάνεται το ακροατήριό τους, όχι μόνο στα κόμματα της αντινεοφιλελεύθερης αριστεράς, αλλά και στο ευρύ κοινό. Όμως, αντιπροσωπεύουν πολύ διαφορετικές πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις.

Θα έπρεπε να δει κανείς το εμβρόντητο ύφος του Γάλλου πρωθυπουργού Φρανσουά Φιγιόν όταν, στις 14 Οκτωβρίου του 2008, ο Υβ Κοσέ (μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του οικολογικού χώρου) υπερασπίστηκε από το βήμα της Βουλής τις ιδέες της αποανάπτυξης. Κάνοντας τη διάγνωση ότι « πρόκειται για μια ανθρωπολογική κρίση », ο Πράσινος βουλευτής του Παρισιού, υπό τα γιουχαΐσματα της δεξιάς, δήλωσε ότι « στο εξής, η προσπάθεια για μεγαλύτερη οικονομική μεγέθυνση [1] είναι αντιοικονομική, αντικοινωνική και αντιοικολογική ». Βέβαια, η έκκλησή του για την « κοινωνία της λιτότητας » δεν είχε την παραμικρή πιθανότητα να υιοθετηθεί από τους βουλευτές. Ωστόσο, η προκλητική ιδέα της αποανάπτυξης είχε ήδη κάνει δυναμική εμφάνιση στον διάλογο.
Η οικονομική ύφεση είχε βάλει το χεράκι της. Φυσικά, όπως τόνισε ο Κοσέ [2] -ο μοναδικός γνωστός Γάλλος πολιτικός που ενστερνίζεται αυτήν την ιδέα- « η αποανάπτυξη δεν έχει την παραμικρή σχέση με την απλή αριθμητική αντιστροφή της οικονομικής μεγέθυνσης ». Όμως, μια από τις συνέπειες της διπλής οικονομικής και οικολογικής κρίσης που συγκλονίζουν τον πλανήτη είναι ότι, φαίνεται πλέον λογική η αμφισβήτηση της οικονομικής μεγέθυνσης. Έξαφνα, αρχίζουν να ακούν με πολύ μεγαλύτερη προσοχή τους διανοούμενους που προβάλλουν τις ιδέες της αποανάπτυξης. Κι ο Σερζ Λατούς, ένας από τους πρωτοπόρους του κινήματος, δεν κρύβει την χαρά του : « Μου ζητούν πολύ πιο συχνά να μιλήσω για την αποανάπτυξη ». « Κι οι αίθουσες είναι πάντα γεμάτες όταν οργανώνουμε μια συζήτηση » συμπληρώνει ο Πολ Αριές, ένας άλλος διανοούμενος που ανήκει στο ρεύμα.
Μάλιστα, ο όρος « αποανάπτυξη » έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται ολοένα περισσότερο, πολύ πέρα από τους –περιορισμένους- κύκλους της ριζοσπαστικής οικολογίας. « Τη στιγμή που τα επιχειρήματα των οπαδών της αποανάπτυξης επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα, υπάρχει άραγε κάποια άλλη εναλλακτική λύση πέρα από τη σημερινή ύφεση (η οποία είναι στην πραγματικότητα μια αποανάπτυξη που την υφίσταται κανείς παρά τη θέλησή του, χωρίς να την κατονομάζει κανείς) και από την ηθελημένη και κατευθυνόμενη αποανάπτυξη ; » [3] Αυτό αναρωτιόταν ο Νικολά Υλό [4] κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις ευρωεκλογές, παρά το γεγονός ότι οι « αρνητές της οικονομικής μεγέθυνσης » τον έχουν αποκαλέσει « οικοταρτούφο », « οικοϋποκριτή ». Ο γνωστός τηλεπαρουσιαστής, ο οποίος υποστήριξε τον συνδυασμό « Ευρώπη Οικολογία » του Κον Μπεντίτ δήλωσε ότι αμφιβάλλει για την « πράσινη ανάπτυξη » και θεωρεί ότι η λύση θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί σε μια « επιλεκτική οικονομική μεγέθυνση η οποία θα συνοδεύεται από μια επιλεκτική αποανάπτυξη ». « Μονάχα η αποανάπτυξη θα σώσει τον πλανήτη », συμπληρώνει κι ο Γιάν Αρτίς-Μπερτράν, ο σκηνοθέτης της οικολογικής ταινίας « Home », η οποία εξάλλου χρηματοδοτήθηκε από τον όμιλο ειδών πολυτελείας Pinault-Printemps-Redoute (PPR), και η οποία λέγεται ότι συνέβαλε στην εκλογική επιτυχία των οικολόγων στις ευρωεκλογές. [5]
Ορισμένοι οπαδοί της αποανάπτυξης είναι πεπεισμένοι ότι η παρούσα κρίση αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την υπόθεση στην οποία έχουν στρατευτεί. « Ας επιδεινωθεί λοιπόν η κρίση ! » κραυγάζει ο Λατούς, επαναλαμβάνοντας τον τίτλο ενός έργου που έγραψε ο Φρανσουά Παρτάν, ένας μετανοημένος τραπεζίτης. « Ορίστε ένα καλό νέο : η κρίση ξέσπασε επιτέλους, κι αποτελεί μια ευκαιρία για την ανθρωπότητα, μήπως και συνέλθει », [6] εξηγεί ο Λατούς, ο οποίος είναι υπέρμαχος της « παιδαγωγικής των καταστροφών » η οποία αναπτύχθηκε στο παρελθόν από τον συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν.
Χωρίς να προχωράει τόσο μακριά, ο Κοσέ εκτιμάει ότι η ανθρωπότητα θα αναγκαστεί να λογικευτεί όταν σκοντάψει στα όρια της βιόσφαιρας. « Δεν θα υπάρχει πλέον ανάπτυξη για αντικειμενικούς λόγους. Η αποανάπτυξη είναι το πεπρωμένο που θα αναγκαστούμε να ζήσουμε », προειδοποιεί ο οικολόγος βουλευτής, ο οποίος δηλώνει « πολιτικός γεωλόγος και βαθύτατα υλιστής ». Το μόνο που απομένει είναι να ελπίζουμε ότι η κρίση θα επιταχύνει τη συνειδητοποίηση όλων αυτών των πραγμάτων και θα « προετοιμάσει την έλευση μιας αποανάπτυξης η οποία θα είναι δημοκρατική και δίκαια κατανεμημένη ».
Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί που δεν συμμερίζονται αυτήν την αισιόδοξη άποψη. Ο Βενσάν Σενέ, αρχισυντάκτης της εφημερίδας « La Décroissance », διαχωρίζει τη θέση του : « Εάν η κρίση αποτελεί μια ευκαιρία για να προβληματιστούμε και για να αμφισβητήσουμε την πορεία που ακολουθούμε, εγκυμονεί επίσης τον κίνδυνο να πυροδοτήσει εντάσεις και φοβικά φαινόμενα. Μάλιστα, μια μείζων κρίση, θα αποτελούσε την χειρότερη δυνατή κατάσταση ». Κι ο Ζαν Λικ Πασκινέ μέλος του Κινήματος των Αρνητών της Μεγέθυνσης (ΜOC) παρατηρεί : « Η κρίση μας προσφέρει την ευκαιρία να υπενθυμίσουμε ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν είναι πλέον δυνατή. Όμως, κατά τη διάρκεια παρόμοιων περιόδων, οι άνθρωποι έχουν την τάση να αναδιπλώνονται στα στενά προσωπικά τους συμφέροντα ». Κι ο Αριές, με τη σειρά του, επισημαίνει τον διττό χαρακτήρα της κρίσης : « Από τη μία πλευρά, κάνει τα οικολογικά ζητήματα να φαίνονται πολύ λιγότερο επείγοντα : δεν είναι ώρα γι’ αυτά, αυτό που προέχει είναι η αγοραστική δύναμη και η απασχόληση. (…) Όμως, από την άλλη, μας αποδεικνύει ότι, εδώ και δεκαετίες, η ζωή μας στηρίζεται σε ψέματα ». [7] Έτσι, όλοι όσοι αμφιβάλλουν ότι η ύφεση θα ανοίξει διάπλατα το δρόμο για τη διάδοση της αποανάπτυξης, αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην ανησυχία και στην ελπίδα.
Η επιρροή που αποκτά τον τελευταίο καιρό η συγκεκριμένη θεματολογία έρχεται σε αντίθεση με την μεγάλη αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων που την επικαλούνται. Το Κόμμα της Αποανάπτυξης (Parti pour la Décroissance – PPLD) ιδρύθηκε το 2006 από τον Σενέ, πρώην διαφημιστή και ιδρυτή της οργάνωσης « Διαφημισοσπάστες » (Casseurs de pub), ο οποίος θεωρεί ότι « επείγει η κατάκτηση των θεσμών ». Ωστόσο, οι προσωπικές διαμάχες δεν επέτρεψαν ποτέ στο κόμμα να υπάρξει πραγματικά. « Η δημιουργία ενός πολιτικού κόμματος είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση στους αναρχίζοντες κύκλους », αναστενάζει ο Σενέ, ο οποίος δεν διατηρεί και τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με όλους τους οπαδούς της αποανάπτυξης. Πρόσφατα, νέες ομάδες προσπάθησαν να επιτύχουν την επαναδραστηριοποίηση του PPLD. Παρά το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος του κόμματος Βενσάν Λιεζί δηλώνει ότι « προσελκύουμε νεαρότερα άτομα που προέρχονται από το χώρο των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών », αναγνωρίζει ότι « ψαχνόμαστε ακόμα λιγάκι ». Το PPLD δεν αναφέρεται ποτέ στον αριθμό των μελών του. Μάλιστα, όσο κι αν αυτό φαίνεται περίεργο, ο Ρεμί Καρντινάλ, άλλος ένας εκπρόσωπος αυτού του μίνι κόμματος, υποστηρίζει ότι « δεν θέλουμε να μετατραπούμε σε μαζικό κόμμα, δεν ψάχνουμε για μέλη, ούτε για ψηφοφόρους ».
Όσο για το MOC, ιδρύθηκε το 2007. Πιστεύεται ότι αποτελείται από διακόσια περίπου άτομα και από μια δεκάδα αιρετών της τοπικής αυτοδιοίκησης που συμμετέχουν σε ένα αποκεντρωμένο δίκτυο. Καθώς διαθέτει πιο έμπειρα στελέχη (όπως ο Πασκινέ που υπήρξε στο παρελθόν εκπρόσωπος του PPLD ή ο Κριστιάν Σιντ, πρώην στέλεχος των Φίλων της Γης και των Πράσινων), το κίνημα προσελκύει (τουλάχιστον σύμφωνα με τον Σιντ) « πολλές γυναίκες και νέους ».
Το MOC και το PPLD έχουν ξεκινήσει μια διαδικασία προσέγγισης, με την από κοινού δημιουργία της Οργάνωσης των Αρνητών της Οικονομικής Μεγέθυνσης (Association des Objecteurs de Croissance, ADOC-France). Τα δύο κινήματα συμμετείχαν στις περασμένες ευρωεκλογές με το κοινό ψηφοδέλτιο Ευρώπη Αποανάπτυξη. Καθώς δεν διέθεταν « κανένα οικονομικό μέσο » και επιθυμούσαν « να κάνουν πολιτική με διαφορετικό τρόπο », δεν τύπωσαν ψηφοδέλτια και ζήτησαν από τους ψηφοφόρους τους να τα τυπώσουν οι ίδιοι κατεβάζοντάς τα από την ιστοσελίδα του κινήματος. Φυσικά, δεν ήταν δύσκολο να προβλέψει κανείς το αποτέλεσμα της στρατηγικής : ο Πασκινέ, ο οποίος ηγήθηκε του συνδυασμού στην περιφέρεια [8] της Ιλ ντε Φρανς (του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος του Παρισιού) συγκέντρωσε ποσοστό 0,04%.
Κι όμως, η απήχηση των ιδεών της αποανάπτυξης δεν έχει καμία σχέση με αυτούς τους αριθμούς. « Διαφωνώ με την ιδέα της δημιουργίας ενός κόμματος. Σε κάθε περίπτωση, είναι πρόωρο » υποστηρίζει ο Λατούς. Η κυκλοφορία του μηνιαίου περιοδικού « La Décroissance » που ίδρυσε το 2004 ο Σενέ είναι ενδεικτική της απήχησης που έχει αυτό το ρεύμα σκέψης. Το τιράζ του φτάνει τις 20.000 αντίτυπα (από τα οποία 13.000 διατίθενται μέσω του πρακτορείου Τύπου) και εξαπολύει σφοδρή πολεμική εναντίον των « οικοταρτούφων », δηλαδή των « οικοϋποκριτών » που προωθούν τον « πράσινο καπιταλισμό » και την « πράσινη ανάπτυξη ». Κι ο Σενέ αναλαμβάνει την ευθύνη γι’ αυτήν την ένταση : « Η λογική μας είναι μια λογική ατόμων που διαφωνούν έντονα με το σύστημα, κι αυτό συμβάλλει στην αναζωογόνηση της δημοκρατίας ».
Η οικολογική επιθεώρηση « Silence » (Σιωπή), η οποία ιδρύθηκε το 1982 και έχει σήμερα τιράζ 6.000 αντιτύπων, πραγματοποίησε το 1993 χωρίς επιτυχία το πρώτο αφιέρωμα στην ιδέα της αποανάπτυξης, δημοσιεύοντας αποσπάσματα του βιβλίου του ατόμου που επινόησε αυτή την έννοια, του Νίκολα Γκεοργκέσκου Ρέγκεν. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στην περίπτωση της δεύτερης απόπειρας. Ένα συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Ουνέσκο από την οργάνωση Ligne d’horizon – Les amis de Francois Partant, στο οποίο συμμετείχαν ο Ζοζέ Μποβέ, ο Ιβάν Ιλιτς κι ο Σερζ Λατούς, συνέβαλε στην προβολή της έννοιας. Το τεύχος του περιοδικού που ήταν αφιερωμένο στο συνέδριο σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Στη συνέχεια, η « Silence » ασχολήθηκε επανειλημμένα με αυτό το ζήτημα. « Ίσως η αποανάπτυξη να αποδειχθεί το μεγάλο θέμα του 21ου αιώνα, δεν μπορώ όμως να είμαι σίγουρος γι’ αυτό », εξηγεί ο Μισέλ Μπερνάρ, ένα από τα μέλη της ομάδας που εκδίδει το περιοδικό στη Λυόν (στην ίδια πόλη εξάλλου εκδίδεται και η « La Décroissance »).
Από το 2008, το συγκεκριμένο ρεύμα σκέψης διαθέτει κι ένα ακόμα έντυπο, την « Entropia », « επιθεώρηση θεωρητικής και πολιτικής μελέτης της αποανάπτυξης », με διευθυντή τον Ζαν Κλοντ Μπεσόν Ζιράρ, η οποία διερευνά –με αξιέπαινη ευρύτητα πνεύματος- τα πολυάριθμα προβλήματα που δημιουργούνται από την προοπτική της αποανάπτυξης. [9]
Το « κίνημα » έχει –χαλαρότερες ή στενότερες- σχέσεις με ένα πλήθος οργανώσεων : τα δίκτυα που δραστηριοποιούνται ενάντια στα πυρηνικά ή στους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, τα διεθνή κινήματα Slow Food [10] και Slow Cities, και φυσικά, τις οργανώσεις που μάχονται τη διαφήμιση. Πολύ συχνά, οι ακτιβιστές της αποανάπτυξης προτιμούν τη στράτευση σε οργανώσεις που διαθέτουν πολύ πιο συγκεκριμένο πεδίο δράσης. Η δε επιθεώρηση « Silence » δίνει προτεραιότητα στην παρουσίαση εμπειριών και μαρτυριών που αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα για το πως θα πρέπει να είναι η κοινωνία που θα οικοδομήσουμε στο μέλλον. « Η επιθυμία να αλλάξουμε τα πράγματα περνάει μέσα από την υλοποίηση διάφορων εναλλακτικών λύσεων », τονίζει ο Γκιγιόμ Γκαμπλέν, ένα από τα μέλη της συντακτικής ομάδας.
Ο Σουντ ενσαρκώνει με τον καλύτερο τρόπο τη στράτευση που είναι επικεντρωμένη στην επίτευξη πολύ συγκεκριμένων στόχων. Από τους πρωτεργάτες της πολιτικής οικολογίας, αυτός ο συνταξιούχος δασικός του οποίου ο γιος παράγει « δημητριακά με τον παλιό τον τρόπο », εξακολουθεί να μάχεται για την προώθηση του « δάσους που συνυπάρχει με τις αγροτικές δραστηριότητες και τις αγροτικές κοινότητες ». Οπαδός της αποανάπτυξης την οποία εφαρμόζει στην καθημερινή του ζωή, ζει σε ένα σπίτι το οποίο έχει κατασκευάσει μόνος του με τοπικά υλικά, που δεν έχει συνδεθεί με το ηλεκτρικό δίκτυο και καλύπτει τις ενεργειακές ανάγκες του με την ηλιακή ενέργεια. Ο Σουντ αισθάνεται σαν στο σπίτι του στην Σεβέν, [11] « όπου εκατοντάδες άνθρωποι ζουν με παρόμοιο τρόπο ». Επιπλέον, είναι μέλος της οργάνωσης Habitants de logements éphémères ou mobiles (Halem – Κάτοικοι εφήμερων ή κινητών κατοικιών). Τον περασμένο Απρίλιο, μάλιστα, συμμετείχε στις κινητοποιήσεις και στον αποκλεισμό του Δημαρχείου του Σαιν Ζαν ντι Γκαρ, οι οποίες προκλήθηκαν όταν ο Δήμος ξήλωσε μια γιούρτη (μεγάλη σκηνή μογγολικού τύπου) που είχε στηθεί χωρίς άδεια. « Υπερασπιζόμαστε επίσης τους ανθρώπους που ζουν σε τροχόσπιτα όταν μετά από έξωση δεν μπόρεσαν να βρουν στέγη. Συχνά, πρόκειται για νέους από το Παρίσι ». Μάλιστα, η οργάνωση Droit au Logement (DAL- Δικαίωμα στη Στέγη, οργάνωση που υπερασπίζεται τα δικαιώματα των αστέγων) έχει ζητήσει από το Halem να συμμετάσχει στο διοικητικό της συμβούλιο.
Οι ιδέες της αποανάπτυξης δεν είναι χτεσινές. Μάλιστα, τη δεκαετία του 1970 ήταν πολύ πιο διαδεδομένες απ’ ό,τι σήμερα. Χαρακτηριστικό είναι το κόμιξ του Ζεμπέ « Ετος 01 » που δημοσιευόταν, ήδη από το 1970, στο « Politique Hebdo », [12] όπως και το αντιπαραγωγικίστικο κι ανατρεπτικό σύνθημά του : « Σταματάμε τα πάντα ». Την ίδια δεκαετία, το περιοδικό « La Gueule Ouverte » (1972-1980), το οποίο προανήγγελλε –ούτε λίγο, ούτε πολύ- το τέλος του κόσμου μας, προωθούσε τις ιδέες της αποανάπτυξης προτού καν επινοηθεί ο όρος.
Βέβαια, πριν από τριάντα χρόνια, η αμφισβήτηση του παραγωγισμού περιοριζόταν σε ένα στενό ιδεολογικό κύκλο. Δεν είχε κατορθώσει να διαδοθεί στην αριστερά όπου κυριαρχούσε το γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ένας αφελώς « προοδευτικός » μαρξισμός. Παρ’ όλο που σήμερα το ρεύμα είναι περισσότερο περιθωριακό από πολιτική άποψη, έχει ανοίξει διάλογο με μια αριστερά η οποία έχει πλέον χάσει τις βεβαιότητές της. Καθώς, δε, εντείνεται η περιβαλλοντική κρίση και η αμφισβήτηση της αξίας της εργασίας, κερδίζει ολοένα περισσότερο έδαφος η ιδέα του συνδυασμού του αντικαπιταλισμού και του αντιπαραγωγισμού.
Ο Αριές, ο οποίος υπήρξε κομμουνιστής στα νιάτα του, υποστηρίζει ότι « η αποανάπτυξη εκφράζει –με ένα καινούριο λεξιλόγιο- τα ερωτήματα που έθετε στο παρελθόν το εργατικό κίνημα. Ακόμα κι εγώ, οδηγήθηκα στην αποανάπτυξη μέσα από την κριτική στην αλλοτρίωση. Η Αριστερά δεν ακολουθούσε πάντα το δρόμο του παραγωγισμού ! Υπάρχει και το “Δικαίωμα στην τεμπελιά”, το “να ζεις και να εργάζεσαι στον τόπο σου”, κλπ :»
Η εξέλιξη του Ζαν Λικ Μελανσόν είναι ενδεικτική της επιρροής που έχουν αποκτήσει οι ιδέες της αποανάπτυξης μέσα στην Αριστερά. Ο ιδρυτής του Κόμματος της Αριστεράς (PG), ο οποίος προέρχεται από μια αυστηρά μαρξιστική παράδοση (αρχικά τροτσκιστής-λαμπερτιστής [13] και στη συνέχεια σοσιαλιστής) χαιρετίζει σήμερα το « βάθος του προβληματισμού » των οπαδών της αποανάπτυξης. Υποστηρίζει ότι « οφείλουμε να αναθεωρήσουμε τον τρόπο ζωής μας και, για παράδειγμα, να αναρωτηθούμε εάν θα πρέπει να μετακινούμαστε διαρκώς κι ολοένα πιο γρήγορα » ενώ παράλληλα ασκεί κριτική στον παραγωγισμό « ο οποίος μας έχει υποβάλει την ιδέα πως ό,τι είναι επιθυμητό πρέπει να μετατραπεί και σε αναγκαίο ». Τις θέσεις του συμμερίζεται κι ο Φρανκ Πιπινά, ηγετική μορφή της μικρής ομάδας Utopia που υιοθετεί ορισμένες θέσεις της αποανάπτυξης. Σε αυτήν την ομάδα συμμετέχουν μέλη αρκετών αριστερών κομμάτων, ενώ πρόσφατα εντάχθηκε κι ο Αριές.
Όμως και το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (ΝΡΑ) έχει αρχίσει το διάλογο με τους οπαδούς της αποανάπτυξης. Στις διαπραγματεύσεις του ΝΡΑ και του PGγια κοινή κάθοδο στις ευρωεκλογές (οι οποίες τελικά ναυάγησαν), είχε εξεταστεί το ενδεχόμενο να ηγηθεί του κοινού τους ψηφοδελτίου στη Νοτιοανατολική Γαλλία (περιοχή της Λυόν) ένας από τους ακτιβιστές της αποανάπτυξης, καθώς στην περιοχή αυτό το ρεύμα σκέψης παρουσιάζει τη μεγαλύτερη απήχηση. Μάλιστα, εκπρόσωποι των δύο κομμάτων είχαν συμμετάσχει τον περασμένο Μάιο στην « αντι-Γκρενέλ του περιβάλλοντος » [14] που οργανώθηκε στη Λυόν για να καταγγείλει τις αυταπάτες της « αειφόρου ανάπτυξης ».
Κατά παράδοξο τρόπο, οι ιδέες της αποανάπτυξης δεν βρίσκουν τη μεγαλύτερη δυνατή απήχηση στους Πράσινους. Ο Υβ Κοσέ αισθάνεται μόνος στο εσωτερικό του κόμματός του. Βέβαια, ορισμένες από τις τοποθετήσεις του δεν διευκολύνουν την εξάπλωση των ιδεών του. Για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 2009, ο οικολόγος βουλευτής τάχθηκε υπέρ της σταδιακής μείωσης των οικογενειακών επιδομάτων από το τρίτο παιδί και μετά, υποστηρίζοντας ότι ένα νεογέννητο έχει « οικολογικό κόστος το οποίο μπορεί να συγκριθεί με 600 πτήσεις Παρίσι-Νέα Υόρκη ». Τολμάει δε να παρουσιαστεί ως « νεομαλθουσιανός », αν και παραδέχεται ότι « ίσως η συλλογιστική του να είναι υπερβολικά επιστημονική ».
Τόσο η δίψα των Πράσινων για ευρύτερη αποδοχή, όσο και οι πιέσεις που ασκούν τα στελέχη τους που κατέχουν θέσεις στη Βουλή ή στην τοπική αυτοδιοίκηση οδήγησαν το οικολογικό κόμμα να εγκαταλείψει ορισμένες θέσεις που ενδέχεται να διώξουν ψηφοφόρους. Λέγεται μάλιστα ότι η Ντομινίκ Βουανέ [15] σκεφτόταν να αλλάξει την ονομασία του κόμματος και να το βαφτίσει Κόμμα της Αειφόρου Ανάπτυξης. Τον Δεκέμβριο του 2008, το ψήφισμα του συνεδρίου των Πράσινων αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην « αποανάπτυξη », περιορίζοντας όμως την έννοια στη « μείωση του οικολογικού αποτυπώματος ». Μάλιστα, το πρόγραμμα του συνδυασμού Ευρώπη Οικολογία υιοθέτησε αυτήν την επιχειρηματολογία, προσθέτοντας μάλιστα και το στόχο της μείωσης της ποσότητας κρέατος που καταναλώνεται. Όσο για το Σοσιαλιστικό Κόμμα, η έλλειψη ακόμα και του παραμικρού προβληματισμού και περιέργειας για αναζήτηση νέων ιδεών από την ηγεσία του, φαίνεται ότι το προστατεύει από οποιαδήποτε επαφή με τις συγκεκριμένες ιδέες.
Είναι άραγε η αποανάπτυξη κάτι περισσότερο από ένα απλό σύνθημα ; Ο Αριές μιλάει για « λέξη βόμβα » που προορίζεται να συντρίψει τον παραγωγισμό, ενώ ο Σενέ υμνεί τη δυνατότητα που έχει ο όρος να « θέτει ερωτήματα στην κοινωνία ». Ωστόσο, η μεγάλη αδυναμία του « λάβαρου » του κινήματος είναι ότι δεν μας λέει τίποτε για το ποιο ακριβώς θα είναι αυτό το επιθυμητό μέλλον. Κανένας « αντιρρησίας οικονομικής μεγέθυνσης » δεν προτείνει την απλή μείωση της παραγωγής μέσα σε μια κοινωνία στην οποία θα παραμένουν οι ανισότητες, δεδομένου ότι παρόμοια μείωση θα οδηγούσε στην έξαρση της φτώχειας. Ο Λατούς παραδέχεται ότι οι λιγότερο ευνοημένοι -ιδιαίτερα στην Αφρική- χρειάζονται τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου όσον αφορά τα υλικά αγαθά, χωρίς βέβαια και να μιμηθούν τον Δυτικό τρόπο ζωής.
Όμως, στο εσωτερικό του, το ρεύμα σκέψης βρίσκεται αντιμέτωπο με βαθύτατες φιλοσοφικές αποκλίσεις. Ο Σενέ είναι ανυποχώρητος όσον αφορά τις οικουμενικές και « ρεπουμπλικανικές » (με την έννοια του όρου στην πολιτική επιστήμη, δηλαδή της δημοκρατίας μέσα σε μια ισχυρή πολιτεία) θέσεις του, ενώ ο αφρικανιστής Λατούς είναι δηλωμένος οπαδός του « πολιτισμικού σχετικισμού ». [16] « Η προοπτική μου είναι ξεκάθαρα « ρεπουμπλικανική », δημοκρατική και ανθρωπιστική » δηλώνει ο διευθυντής της « La Décroissance », ο οποίος, νεαρός, ξεκίνησε την πολιτική του στράτευση από το Κέντρο. « Το έθνος κράτος είναι ταυτόχρονα ξεπερασμένο και ανεπιθύμητο » ανταπαντά ο Λατούς, ο οποίος « αντιπαθεί τον όρο “οικουμενικός” ». Από την πλευρά του, ο Αριές τάσσεται υπέρ των « ρεπουμπλικανικών » θέσεων, ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται με την αριστερή καθολική επιθεώρηση « Golias ». Όσο για τον Πιερ Ραμπί, εμβληματική μορφή της αποανάπτυξης που επιχείρησε το 2002 να εμφανιστεί ως υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές, εκπροσωπεί ένα ρεύμα της αποανάπτυξης που αναζητάει την πνευματικότητα.

Αν και το μεγαλύτερο μέρος του ιδεολογικού ρεύματος έχει ισχυρές ρίζες στην Αριστερά, η ριζοσπαστική κριτική του παραγωγισμού μπορεί να τροφοδοτήσει και ερμηνείες με πολύ διαφορετική προέλευση. Όπως αναγνωρίζει κι ο Σενέ, από πολιτική άποψη, κυμαίνεται « από την άκρα δεξιά ως της άκρα αριστερά ». Έτσι, ο Αλαίν Μπενουά, ο σημαντικότερος διανοούμενος της Νέας Δεξιάς, εξέδωσε το 2007 ένα έργο με τίτλο « Αύριο η αποανάπτυξη ! Να σκεφτούμε την οικολογία μέχρι εσχάτων » (Demain la décroissance ! Penser l’écologie jusqu’au bout, εκδόσεις e/dite, Παρίσι).
Διαιρέσεις προκαλεί επίσης και η σχέση με τη δημοκρατία. Τα πάντα φαίνονται να χωρίζουν όλους όσους επιθυμούν να κατακτήσουν τους θεσμούς μέσα από τις εκλογές και εκείνους που δίνουν προτεραιότητα στην άμεση δημοκρατία και στη δεσμευτική εντολή. Όπως παρατηρεί ο ερευνητής Φαμπρίς Φλιπό, « σε αυτούς τους κύκλους, η δυσπιστία απέναντι στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι εξαιρετικά έντονη ». Ωστόσο, ο Αριές διευκρινίζει : « Χρειαζόμαστε την ενίσχυση, τόσο της άμεσης, όσο και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ». Ο Λατούς εκφράζει με διαφορετικό τρόπο αυτήν την αμφισημία : « Θεωρώ ότι είμαι βαθύτατα δημοκράτης, αλλά δεν γνωρίζω πολύ καλά τι ακριβώς είναι η δημοκρατία ».
Ελάχιστοι οπαδοί της αποανάπτυξης αναλαμβάνουν το ρίσκο να διευκρινίσουν με τι ακριβώς θα μοιάζει η κοινωνία που επιθυμούν. Ωστόσο, το 2002, ο Σενέ προσπάθησε να μας δώσει ένα δείγμα [17] « Σε μια υγιή οικονομία (…), οι αεροπορικές μεταφορές και τα οχήματα με κινητήρα εσωτερικής καύσης θα ήταν καταδικασμένα να εξαφανιστούν (…) και να αντικατασταθούν από τα ιστιοφόρα, τα τραίνα, τα ποδήλατα και τη χρήση υποζυγίων ». Επίσης, θα υπήρχε η τάση να « οδηγηθούμε στην εξαφάνιση των μεγάλων εμπορικών κέντρων, προς όφελος των λαϊκών αγορών και των μικρών εμπορικών καταστημάτων που βρίσκονται κοντά στον τόπο κατοικίας του καταναλωτή. Κατά τον ίδιο τρόπο, τα (εισαγόμενα) φτηνά βιομηχανικά προϊόντα θα αντικατασταθούν από ντόπια προϊόντα ». Φυσικά, όσο κι αν όλα τα ρεύματα της αποανάπτυξης συμφωνούν στην επιστροφή της παραγωγής κοντά στον τόπο όπου θα καταναλωθούν τα παραγόμενα προϊόντα (relocalisation) και ορισμένοι προτείνουν μάλιστα τη θέσπιση « τοπικών νομισμάτων », δεν συμφωνούν όλοι σε τόσο ακραίες απόψεις.
Εξάλλου, πολύ δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πως θα ήταν δυνατόν να πειστεί το εκλογικό σώμα. Ο Λατούς προτιμά να δώσει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια « αυτόνομη κοινωνία » : « επανεξέταση, επανασχεδιασμός, αναδιάρθρωση, αναδιανομή, επιστροφή της παραγωγής στον τόπο όπου καταναλώνονται τα προϊόντα, περιορισμός, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση ». [18] Παρ’ όλο που ονειρεύεται μια κοινωνία η οποία θα αποτελείται από ομοσπονδίες μικρών πολιτειών που θα θυμίζουν τα κράτη πόλεις της αρχαιότητας, τάσσεται υπέρ της αναζήτησης συμβιβαστικών λύσεων : « Ο συμβιβασμός που θα πρέπει να αναζητήσουμε ανάμεσα στην σχεδόν πλήρη –αλλά εξαιρετικά λιτή- αυτονομία του τροφοσυλλέκτη και στην σχεδόν εξίσου απόλυτη αλλοτρίωση των σημερινών τεχνοκρατικών κοινωνιών μας, αποτελεί πολιτικό πρόβλημα ».
Ορισμένοι οπαδοί της αποανάπτυξης αποφεύγουν τα λεπτά αυτά ζητήματα καταφεύγοντας σε ατομικές προσπάθειες για εκούσια λιτή διαβίωση. Ορισμένοι άλλοι πιστεύουν στη δύναμη του παραδειγματισμού που διαθέτουν οι τοπικές πρωτοβουλίες, όπως για παράδειγμα οι « μεταβατικές πόλεις ». Σε αυτήν την πρωτοβουλία συμμετέχουν 130 δήμοι, κυρίως από το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι έχουν στρατευθεί στην υπόθεση της ενεργειακής αποανάπτυξης και της επιστροφής της παραγωγής κοντά στον τόπο όπου καταναλώνονται τα προϊόντα.
Αυτό που εξακολουθεί να λείπει από την αποανάπτυξη είναι ένας θετικός πολιτικός ορισμός ο οποίος να είναι σε θέσει να κινητοποιήσει τους ανθρώπους όπως ο σοσιαλισμός την εποχή της ακμής του. Κι ο Υβ Κοσέ εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το κίνημα « αντιμετωπίζει δυσκολίες στο ζήτημα της επινόησης μιας νέας “μεγάλης αφήγησης” για το συλλογικό ασυνείδητο. Ποιά ουτοπία μπορεί να κινητοποιήσει τον κόσμο και να απαντήσει στο ερώτημα : πως μπορούμε να ζούμε καλύτερα με λιγότερα αγαθά ; » Χωρίς αμφιβολία, το σύνθημα « λιγότερα αγαθά, περισσότεροι κοινωνικοί δεσμοί » δεν αρκεί. Ο Αριές προτείνει τη « διεύρυνση των αγαθών των οποίων γίνεται καλή χρήση και την απαγόρευση των αγαθών των οποίων η χρήση αποδεικνύεται κακή », διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ο καθορισμός των χρήσεων θα προκύψει μέσα από πολιτική διαβούλευση, προσθέτοντας : « Ο στόχος είναι η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων ». Στην πράξη, οι πρώτοι που θα πρέπει να θιγούν από την αποανάπτυξη είναι οι πλουσιότεροι, τόσο σε πλανητικό επίπεδο, όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας.
Σε κάθε περίπτωση, είναι εμφανές το φιλοσοφικό ζήτημα της αναζήτησης του « ευ ζειν ». Το ζητούμενο είναι να αντικατασταθεί η οικονομική ανάπτυξη που υπαγορεύει η ενδογενής δυναμική της τεχνικής προόδου από τη λογική των δημοκρατικών συμβιβασμών και της διαιτησίας. Ο φιλόσοφος Πατρίκ Βιβερέ, ο οποίος ενδιαφέρεται για τα ερωτήματα στα οποία στηρίζεται η αποανάπτυξη, χωρίς ωστόσο και να συμμερίζεται τις απαντήσεις που αυτή δίνει, αρνείται να θεωρήσει ότι « απαγορεύεται να αντιμετωπίζεται η ευτυχία ως πολιτικό ζήτημα » με το πρόσχημα ότι κάτι τέτοιο επιχείρησαν κι οι ολοκληρωτισμοί : « Εάν αρνηθούμε να θέσουμε δημοκρατικά το ζήτημα της αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής, στο όνομα ποιού πράγματος θα θεμελιώσουμε την κριτική του σημερινού αναπτυξιακού μοντέλου ; » Είτε είναι φιλελεύθεροι, είτε σοσιαλιστές, το κοινό στοιχείο των οπαδών της προόδου είναι η αναζήτηση της αύξησης του υλικού πλούτου, και ο περιορισμός της έννοιας της ευτυχίας στην ιδιωτική σφαίρα. Εάν ο συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών έπαυε να υπακούει στην υλιστική προσταγή, δεδομένου ότι προσκρούει στα φυσικά όρια που θέτει το περιβάλλον, τότε θα ανοιγόταν ένας ιλιγγιώδης χώρος πολιτικής απροσδιοριστίας.

         « Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία »



Πηγή


Απέναντι Όχθη





Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.