Χειραγώγηση μέσω γλωσσικής παραπλάνησης


Αφήσαμε τα νοήματα να αιμορραγούν χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό το αίμα έθρεφε τα πλάσματα της νύχτας, τους βρικόλακες της εξουσίας. Αυτούς που μονότονα επαναλαμβάνουν το άνυδρο μουρμουρητό του κυρίαρχου λόγου. Ενός λόγου που δεν είναι τίποτα άλλο από μια πλημμυρίδα ευφημισμών, μετωνυμιών και διαστρεβλώσεων.
.
Ο Πρετεντέρης ονομάζει την εκπομπή του ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Αυτό δεν είναι μια πίπα.  Rene Magritte

και ο Χρυσοχοΐδης το υπουργείο του Προστασίας του Πολίτη
Δεν πρόκειται για τον εξορκιστικό ευφημισμό που μετατρέπει τη Μαύρη Θάλασσα σε Εύξεινο Πόντο αλλά για επιτελεστικό λόγο που εξασφαλίζει ότι στην αυτοκρατορία της αιώνιας γαλήνης όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια συμφέροντα και το ίδιο ενδιαφέρον να διατηρηθεί η υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική τάξη, και επομένως η κοινωνική συναίνεση είναι αυτονόητη, γι’ αυτό τίποτε δεν συνέβη ούτε θα συμβεί ποτέ.

Οι λέξεις έρχονται και παρέρχονται, οι σημασίες εξατμίζονται. Η εξουσία τις αλλάζει, τις διαστρέφει, αυξομειώνει τις αξίες τους στο χρηματιστήριο της ιδεολογίας. Το παιχνίδι των λέξεων δεν είναι παρά η αθόρυβη πλευρά του πολέμου της ηγεμονίας. Είναι μια μοντέρνα σαμανιστική τελετουργική μεσολάβηση που επιχειρεί να απαλύνει την βία της πραγματικότητας. Στο ρολό του μεγάλου σαμάνου τα ΜΜΕ.

Ο Τζορτζ Όργουελ, το περιέγραψε  με θαυμαστή αδρότητα στο «1984»:
« … Όταν τελειώσουμε, οι άνθρωποι σαν εσένα θα πρέπει να μάθουν τη Νέα Ομιλία, που τώρα κατασκευάζουμε, απ’ αρχής. Πιστεύεις, φαντάζομαι, ότι η κύρια δουλειά μας είναι να εφευρίσκουμε νέες λέξεις. Αλλά δε συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο! Καταστρέφουμε λέξεις – εικοσάδες, εκατοντάδες κάθε μέρα. Πετσοκόβουμε τη γλώσσα ως το κόκαλο
… Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δε θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς
…. Η Παλαιά Ομιλία θα εκτοπιστεί μια για πάντα και θα σπάσει και ο τελευταίος κρίκος με το παρελθόν»

Ο κόσμος αλλάζει, αν αλλάξουν οι λέξεις.

Θυμηθείτε:

Την  ισχυρή Ελλάδα του Σημίτη που σήμαινε τον χρηματιστηριακό τζόγο
Την χρηστή διαχείριση που σήμαινε Τσουκάτους και Τσοχατζόπουλους

Ένα αναρίθμητο πλήθος μετωνυμιών -μεταρρύθμιση, αξιοποίηση, εκσυγχρονισμός, ορθολογισμός, διαρθρωτικές αλλαγές, ευέλικτος, απασχολήσιμος, δια βίου μάθηση, δημοκρατία … -  είναι τα άνθη του τεχνοκρατικού-εξουσιαστικού λόγου, ενώ και μόνο η εκφορά της λέξης ανταγωνιστικότητα χαρίζει ρίγη σεξουαλικής διέγερσης στους μισθοφόρους του συστήματος. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν κάποιοι βιρτουόζοι της γλωσσικής παραπλάνησης. Κορυφαίος όλων ο Βενιζέλος, ο άνθρωπος που ανερυθρίαστα βάφτισε το χαράτσι των ακινήτων μικρό ασφάλιστρο κινδύνου. Ο ίδιος θα μας ζητήσει να πιστέψουμε ότι η αντιμνημονιακές πολιτικές οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια εκτός ευρώ, αδιαφορώντας αν τα μαθηματικά που επικαλείται απαιτούν την απόδειξη και όχι την πίστη.

Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα. Η εξουσία διαστρέφει τις λέξεις γιατί πρέπει να ελέγξει τις σημασίες. Είναι ο τρόπος να αποδυναμωθεί η κοινωνική πραγματικότητα και να παρουσιαστεί λιγότερο αποτρόπαιη, φυσιολογική και προπαντός αναπόφευκτη.
Τα προηγούμενα παραδείγματα, παρά την εξόφθαλμη χοντροκοπιά τους και το διάχυτο κυνισμό τους, εξακολουθούν να λειτουργούν πειστικά για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, όμως για τους περισσοτέρους  σύντομα καταρρέουν και κυρίως όταν η πραγματικότητα υπερβαίνει το όριο σκληρότητας για το οποίο είχε προβλεφθεί η περίτεχνη πολιτική ορθότητα και η λεπτότητα των νεολογισμών.

Όμως η υπεροχή της γλώσσας της εξουσίας δε βρίσκεται στο ότι επιβάλλει μια ψευδή συνείδηση ή μια παραμορφωτική εικόνα της πραγματικότητας, αλλά στο ότι κατασκευάζει σημασιολογικές κατηγορίες μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να αντιλαμβάνονται και να βιώνουν τη σχέση τους με τις υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους.

Η γλώσσα  της εξουσίας κατασκευάζει την πραγματικότητα γιατί η πραγματικότητα δεν είναι παρά μια αφήγηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα γεγονότα δεν υπάρχουν αυτόνομα, πέρα από την ανθρώπινη συνείδηση, αλλά ότι  η συνείδηση των γεγονότων προκύπτει από τις αφηγήσεις μας γι’ αυτά. Οι άνθρωποι υιοθετώντας ως δική τους αυτή την εκδοχή της πραγματικότητας συντελούν στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και στη διατήρηση των ταξικών, εξουσιαστικών και ιεραρχικών μορφών. Αφού εγκαταστήσει τη γλώσσα της η εξουσία, μπορεί να περιοριστεί στο ρόλο του επιστάτη στον πύργο της Βαβέλ που κατασκεύασε, επιθεωρώντας και επισκευάζοντας από καιρού εις καιρόν τις γλωσσικές μόδες που τον αποτελούν. Την υπόλοιπη δουλειά θα την κάνουν οι υπήκοοί της που έχουν χάσει την κυριότητα του νοήματος πριν καν εκφέρουν το λόγο τους.

Σε αντιστοιχία με τον γενικευμένο διαχωρισμό του εργάτη από το προϊόν της εργασίας του, θα πρέπει να κατανοήσουμετον γενικευμένο διαχωρισμό των ανθρώπων από το προϊόν του λόγου τους. Η αλλοτρίωση του ομιλούντα από το προϊόν  του λόγου του εκφράζεται ως εξής: όσο περισσότερο χρησιμοποιεί τα λεκτικά σχήματα της εξουσίας τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τη δυνατότητα της κατανόησης. Μέσα από την οριοθετημένη γλώσσα  της εξουσίας οι άνθρωποι νομίζουν ότι αναπαράγουν την προσωπικότητα και τη κοινωνικότητά τους αλλά κυρίως αναπαράγουν τις συνθήκες της αποστέρησης και την αποξένωσή τους όχι μόνο από την τάξη τους αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό τους, καθώς η ψευτοεπικοινωνιακή γλώσσα αδειάζει το βίωμα από την ουσία του. Όσο περισσότερο δέχεται κανείς να εντάσσει στο λόγο του το κυρίαρχο λεξιλόγιο τόσο απομακρύνεται από τη δική του συνείδηση. Οι λέξεις του δεν του ανήκουν αλλάοργανώνουν το εχθρικό σκηνικό της υποτέλειας μέσα στο οποίο λιγότερο η περισσότερο υπάρχουμε ως Προλετάριοι του Νοήματος.

Η εξουσία δημιουργεί ένα κλειστό ταυτολογικό σύστημα σημασιών που καταδικάζει σε ακατανοησία ότι δε χωράει στα σχήματά της. Εν αρχή ην ο λόγος της εξουσίας και ο λόγος ην προς την εξουσία και εξουσία ην ο λόγος.
Με θεό η χωρίς κάθε εξουσία έχει τη μεταφυσική της.

Όπως  αργά η γρήγορα ο απρόσεχτος βιολόγος θα αυτοπαγιδευτεί στην ανώδυνη φράση: «το τάδε είδος παρουσιάζει αυτό το χαρακτηριστικό για να προστατευτεί από τους εχθρούς του» και χωρίς να το αντιληφθεί θα πετάξει τους τόμους  του δαρβινισμού στα σκουπίδια μπάζοντας με το αθόρυβο  «για να» τον ευφυή σχεδιασμό και το θεό-δημιουργό από το παράθυρο -οι αρχαϊκοί μύθοι βρίσκουν στα γλωσσικά στερεότυπα ιδανικούς ξενιστές- έτσι οι άνθρωποι αναπαράγοντας στον καθημερινό τους λόγο τα αθόρυβα κλισέ του κυρίαρχου λόγου αποδέχονται μια εικόνα του κόσμου στην οποία η υποταγή τους αποτελεί την ικανή και αναγκαία συνθήκη που τον συνέχει.

Οι αγορές ανησυχούν! Στο τετριμμένο αυτό κλισέ που διανθίζει καθημερινά το λόγο των αμόρφωτων η εντεταλμένων δημοσιογράφων, αποκαλύπτεται η μεταφυσική οντολογία του νεοφιλελευθερισμού. Οι αγορές απόκτησαν συναισθήματα και ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά και το χρηματοπιστωτικό σύστημα αναλήφθηκε σε έναν υπερουράνιο χώρο προς τον οποίο μπορούμε μόνο να απευθύνουμε με ταπεινότητα τους ύμνους, τις δεήσεις και τις παρακλήσεις μας. Μπορούμε ακόμα να παρακολουθούμε τις αναλύσεις των τεχνικών της εξουσίας με την προσήλωση που άλλοτε παρακολουθούσαμε τις συζητήσεις των θεολόγων για το φύλλο των αγγέλων.

Η βασική εγκαταστημένη παρανόηση πάνω στην οποία  ερίδεται η αλλοτριωμένη σχέση των ανθρώπων με τη γλώσσα  βρίσκεται στην ψευδαίσθηση ότι η γλώσσα  αντανακλά παθητικά την πραγματικότητα, ότι τα γεγονότα είναι «ουδέτερα» και είναι δυνατή η καταγραφή τους όπως πραγματικά υπάρχουν «εκεί έξω». Αυτή η παραδοχή εξασφαλίζει την πίστη στην καθολική εγκυρότητά της και συσκοτίζει το γεγονός ότι πρόκειται για ιδεολογική δομή η οποία προσδίδει στη φυσική ή κοινωνική πραγματικότητα μια συγκεκριμένη εννοιολογική οργάνωση, παρουσιάζοντάς την αιώνια και φυσική ενώ στην πραγματικότητα είναι μεταβατική, ιστορικά και πολιτισμικά προσδιορισμένη.

Η κάθε γλωσσική μόδα της εξουσίας αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη ιστορικότητα της αλλοτρίωσης αλλά ταυτόχρονα μιας ιστορικότητας της σύγκρουσης που μοιραία αναδύεται όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με την αντίφαση ανάμεσα στις κυρίαρχες  ψευδαισθήσεις και τις υλικές συνθήκες της ζωής τους. Η συγκρότηση της γλώσσας θα πρέπει να κατανοηθεί όχι ως μια κατασκευή της εξουσίας αλλά ως προϊόν κοινωνικής σύγκρουσης. Μιας άνισης βέβαια σύγκρουσης. Οι λέξεις υπηρετούν την εξουσία καλυτέρα απ’  ότι υπηρετούν τους ανθρώπους.

Όμως, αν και πάντα είναι αργα να κλεισεις την κερκόπορτα που άφησες ανοιχτή, ο αγώνας δεν τελειώνει στο κατώφλι της, γιατί το ζωντανό θα εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στη Νεκρή Θάλασσα του Κεφάλαιου και το αληθινό θα εξακολουθεί να υπάρχει ως στιγμή μέσα στο ψεύτικο, εφόσον οι άνθρωποι παραμένουν πραγματικοί και η ζωή τους δεν έχει συρρικνωθεί σε θεωρητικό σχήμα.

Αυτές οι στιγμές όπου η επιθυμία γίνεται συνειδητή είναι τα  προγεφυρώματα της δικής μας γλώσσας απ’ όπου θα πρέπει να οργανώνεται η επιθυμία για συνείδηση. Η δική μας γλωσσά είναι η γλώσσα της βιωμένης ποίησης και όχι της ποιητικής εξιδανίκευσης του βιώματος, της πραγματοποιημένης φιλοσοφίας, όχι της φιλοσοφικής θεώρησης της πραγματικότητας. Στη δική μας γλωσσά η επαναστατική θεωρία και οι λέξεις των ερωτευμένων βρίσκονται στην ίδια επικράτεια.

Η δική μας γλώσσα θα είναι εγγεγραμμένη στον ενεστώτα διαρκείας της διακινδύνευσης και όχι στον συντελεσμένο μέλλοντα της ζωής του μέλλοντος αιώνος σαν τον πρωτογονισμό της ιδιολέκτου του  ΚΚΕ της οποίας ο εκκωφαντικός μπρουταλισμός και η αξιοθρήνητη λεξιπενία – λυκοσυμμορία, πλουτοκρατία, ευρωμονόδρομος και πεντέξη ακόμα λέξεις- πάνε αγκαλιά με το συντακτικό της θεοκρατίας.

Δεν θέλουμε να οικοδομήσουμε την τέλεια γλώσσα, ούτε τον τέλειο κόσμο. Θέλουμε να μεγαλώνουμε την επικράτεια της αλήθειας και να κάνουμε τον κόσμο λιγότερο ανυπόφορο και ωμό από όσο είναι σήμερα 
Όσο πιο πολύ αποτοξινώνονται οι άνθρωποι από την ξύλινη γλώσσα της εξουσίας τόσο πιο πολύ θα νιώθουν την ανάγκη να της αντισταθούν 







Όσο πιο πολύ αποτοξινώνονται οι άνθρωποι από την ξύλινη γλώσσα της εξουσίας τόσο πιο πολύ θα νιώθουν την ανάγκη να της αντισταθούν 



                     



ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:  Pascual SERRANO
Μεταφρασμένο από   τον Χρήστο Αραμπατζή
«Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, σημαίνει ακριβώς ό,τι εγώ την επιλέγω να σημαίνει, μήτε περισσότερα μήτε λιγότερα.»
«Το ζήτημα, επέμεινε η Αλίκη, είναι αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν πολλά διαφορετικά πράγματα.»
«Το ζήτημα, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, είναι να ξέρεις ποιος κάνει κουμάντο, αυτό είναι όλο.»
                 Λούις Κάρολ. Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων


Με το πνευματώδες αυτό απόσπασμα ξεκινά ο Βιθέντε Ρομάνο το βιβλίο του Η γλωσσική παραπλάνηση. Η διεστραμμένη χρήση της γλώσσας. Στις διακόσιες σελίδες του ο βετεράνος αυτός διδάκτωρ Δημόσιας Επικοινωνίας, που τόσα έχει διδάξει σε πολλούς από εμάς, εκθέτει τη λειτουργία του συστήματος της χειραγώγησης μέσω αυτού που ονομάζει «διεστραμμένη χρήση της γλώσσας». Έτσι, διαπιστώνουμε για παράδειγμα ότι στις ειδήσεις οι καλοί «επιβεβαιώνουν» και «προειδοποιούν», ενώ οι κακοί «παραπλανούν» και «απειλούν». Οι βόμβες, όταν επιδιώκεται να δικαιολογηθεί ένας πόλεμος (που δεν θα ονομαστεί πόλεμος, αλλά «εκστρατεία» ή «απελευθέρωση»), είναι «έξυπνες» και, κατά τρόπο βουκολικό, λαμβάνουν την επωνυμία «μαργαρίτα» ή «διασποράς» και δεν πέφτουν εκεί που υπάρχει κόσμος, αλλά στο «θέατρο των επιχειρήσεων», επομένως δεν σκοτώνουν αθώους παρά μόνο προκαλούν «επιπτώσεις».
Επίσης, προκειμένου να μην προκληθεί ανησυχία όταν πέφτει το Χρηματιστήριο, λέγεται ότι σημειώθηκε «αρνητική άνοδος».
Καθώς λοιπόν ο Ρομάνο αρνείται να συμβιβαστεί με τη νέα επικοινωνιακή τάξη που έχει επιβληθεί στη γλώσσα, μιλάει για «καπιταλιστικό λόγο», για «προπαγάνδα» και για «ουτοπία». Λέξεις που η κυρίαρχη γλώσσα έχει σχεδόν κατορθώσει να εξαλείψει από το λεξιλόγιό μας.

Ο Βιθέντε Ρομάνο διευκρινίζει ότι στοιχείο εγγενές του καπιταλιστικού λόγου είναι το πρότυπο της δημοσιογραφίας των τίτλων, που αποπλανεί και μπερδεύει μέσω μιας έντονης επίκλησης στο συναίσθημα, με αποτέλεσμα «η πολιτική πραγματικότητα να αντικαθίσταται από την κραυγή και το σλόγκαν». Η επιβεβλημένη συντομία συνεπάγεται απομόνωση από τα συμφραζόμενα, κάτι που καθιστά αδύνατη την κατανόηση των διαδικασιών, των νοηματικών αποχρώσεων και των διαφορετικών γωνιών των συμβάντων. Το αποτέλεσμα είναι ένα «πλήθος ειδήσεων που ξεχνιούνται μέσα σε ένα δίωρο και που ο δέκτης δεν μπορεί να αξιοποιήσει διότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την προέλευσή τους, το βεληνεκές τους αλλά ούτε και το νόημά τους». «Για το λόγο αυτό η εικόνα αντικαθιστά την πληροφορία, η μονόπλευρη σκέψη το συλλογισμό και ο μύθος που περιβάλλει την εξουσία την κριτική σκέψη», δηλώνει ο Ρομάνο. Τίποτα από τα παραπάνω δεν γίνεται να ξεπεραστεί με εκκλήσεις στους νομοθέτες ή στην ευθύνη δημοσιογράφων και εκδοτών, διαβεβαιώνει ο συγγραφέας. Θεωρεί ότι επιβάλλεται τόσο η στροφή προς «εναλλακτικά μέσα που να μην λειτουργούν με εμπορικά κριτήρια όσο και η καταγγελία κατά των συμφερόντων της βιομηχανίας των μέσων» σε συνδυασμό με μια εκπαιδευτική δουλειά στα σχολεία που να καθιερώνει τη μελέτη των μέσων σαν ξεχωριστό μάθημα. «Η αποκάλυψη των αντιθέσεων, καθώς και η ανάλυση και ο σχολιασμός τους εξακολουθεί να είναι ο πρωταρχικός στόχος», προσθέτει.
Στα εννέα κεφάλαια του βιβλίου του ο Ρομάνο προβαίνει σε μια ανασκόπηση των στοιχείων-κλειδιών του επικοινωνιακού μας συστήματος, όπως είναι η πληροφόρηση, η προπαγάνδα, η οικονομία, η πολιτική, η εκπαίδευση και η τρομοκρατία. Σε όλους αυτούς τους χώρους αναπτύσσεται ένα επικοινωνιακό πρότυπο που έχει σχεδιαστεί και προετοιμαστεί για να μπερδέψει και να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη. Όλα αυτά, με την εικονογράφηση του εκπληκτικού Καλβεγίδο, ο οποίος κατορθώνει να αναδείξει την αξία (με τη χρηστική της έννοια) του καθετί που αγγίζει.
Το γεγονός ότι στο έργο αυτό θα συναντήσουμε απόψεις που σε πολλούς από εμάς μπορεί να μας φανούν αυτονόητα δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι είναι απαραίτητο να τις επαναλάβουμε όσες φορές χρειαστεί ωσότου τις εμπεδώσει η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού. Πρόκειται για αλήθειες όπως ότι «κάθε διαδικασία πληροφόρησης επηρεάζεται αναγκαστικά από κοινωνικο-πολιτιστικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα», ότι «τα μέσα που προσανατολίζονται από την αγορά είναι εχθροί της δημόσιας ζωής» ή ότι «κάθε μέσο καθορίζει το ίδιο το δημοκρατικό του χαρακτήρα και το ύφος του». Καταλήγοντας ο Βιθέντε Ρομάνο ενώνεται με τη γενική κατακραυγή που διεκδικεί «την ελευθερία της πληροφόρησης, όχι μόνο υπό την έννοια της ελευθερίας έκφρασης, αλλά και με τη σημασία της ελεύθερης πρόσβασης στις πληροφορίες και γνώσεις που κρίνονται απαραίτητες για την προσωπική και συλλογική ανάπτυξη».
Το βιβλίο του Βιθέντε Ρομάνο είναι από τις δουλειές εκείνες που οι πολίτες θα έπρεπε να γνωρίζουν προτού εκτεθούν στα μέσα επικοινωνίας, ένα είδος εγχειριδίου για την επιβίωση από τα μέσα, το οποίο περιλαμβάνει συν τοις άλλοις προτάσεις για εξυγίανση, για εναλλαγή και αντίσταση. Αναμφίβολα, χρειάζονται πολλοί επαγγελματίες και ειδικοί της επικοινωνίας σαν τον Ρομάνο στα πανεπιστήμια, ώστε να καταστεί τελικά αξιοπρεπές το επάγγελμα και να ανοίξουν τα μάτια νέων επαγγελματιών και πολιτών. Έτσι μόνο θα μπορέσει να έρθει η απαραίτητη αλλαγή.
Vicente Romano, La intoxicaciσn lingόνstica. El uso perverso de la lengua
Εκδόσεις El Viejo Topo. www.elviejotopo.com




Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.