Παραλογισμός;

«Πεθαίνοντας στην Αθήνα» είναι ο τίτλος ρεπορτάζ ξένου τηλεοπτικού δικτύου, που παρουσιάζει την κόλαση των τοξικομανών στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας. Οι εικόνες αυτές, όπως και εκείνες των χιλιάδων ανέστιων στα πεζοδρόμια της πόλης, σπάνια θα εμφανιστούν στις οθόνες της ελληνικής τηλοψίας. Εδώ η τρομοκρατία έχει άλλο πρόσωπο, για την ακρίβεια είναι απρόσωπη καθώς εμφανίζεται με τη μορφή εγκυκλίων και φετφάδων, που σου απειλούν τη ζωή, αυτή που έχτισες χωρίς υπερβολές, τίμια, ταπεινά, προσφαϊσμένα. Το αυτοκίνητο, το σπίτι, το πατρικό χωράφι -μισιακό με τον άλλο αδερφό- απειλούνται άμεσα, αν δεν μπορείς να πληρώσεις το χαράτσι για το σπίτι, τα τέλη κυκλοφορίας για το αυτοκίνητο, τους φόρους για το μισό πια μισθό. Κλείνεις, τελικά, την τηλεόραση γιατί δεν μπορείς άλλη υπερδόση φόβου, δεν μπορείς να ζεις με την απειλή της έξωσης από τη δουλειά, από το σπίτι, από την ίδια τη ζωή. Αλλά παρόλ’ αυτά η φτηνή μόνωση της μεσοτοιχίας δεν μπορεί να συγκρατήσει την οξεία, ένρινη φωνή του πολιτικού που ισχυρίζεται στεντορείως ότι ψεύδονται όσοι λένε ότι δεν έχουν 1.000 ευρώ για να πληρώσουν το χαράτσι. Χαρακτηρίζει, μάλιστα, λαϊκιστές όσους ισχυρίζονται το αντίθετο. Το ίδιο έλεγε και η πρώην υπουργός Παιδείας για τα μικρά παιδιά που λιποθυμούσαν στα σχολεία από ασιτία. Πίσω, συνεπώς, από το λαϊκισμό υπάρχει η μομφή ότι ψευδόμαστε όσοι πριν μιλούσαμε για το αδιέξοδο των μνημονίων και της λιτότητας και τώρα για τη δυστυχία που πλήττει το 57% των νέων και το ένα εκατομμύριο 300 χιλιάδες ανέργους. Γιατί ο λαϊκισμός ορίζεται ως η χρήση ψευδών γεγονότων ή η καθ' υπερβολήν παρουσίαση αληθινών καταστάσεων με στόχο την πρόκληση συγκινησιακής φόρτισης στον πληθυσμό. Αλλά ποιος ψεύδεται και ποιος μιλάει καθ’ υπερβολήν; Ας κατέβουν αυτοί οι κύριοι από το ύψος της ασφάλειά τους και από τα ευγενή προάστια και ας κάνουν έναν περίπατο στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας για να δουν τι σημαίνει πραγματική δυστυχία, για να δουν την απελπισία του άνεργου και το δράμα του επιχειρηματία που έβαλε λουκέτο στο μαγαζί του. Για να αντιληφθούν ότι ο δικός τους λαϊκισμός, αυτός που κάνει χρήση των διαφόρων κλισέ που αποκλείουν το διάλογο, είναι η πιο άγρια μορφή βίας. Γιατί ο αδικημένος αισθάνεται πως εκεί που του χρωστούσαν, τώρα αμφισβητούν ακόμα και την αλήθεια της αγωνίας του. Η αμφισβήτηση αυτή είναι ξενιστής της ίδιας ενοχής με αυτή του κυρίου «Όλοι μαζί τα φάγαμε». Όμως η ενοχή και ο εκφοβισμός δεν είναι ο τελικός στόχος. Το παιγνίδι που παίζεται στις μέρες μας, αποβλέπει σε μια νέα κατάσταση, η οποία θα γίνει με όρους που θα επιτρέψουν την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία της παλαιάς οικονομικής, πολιτικής και μιντιακής ελίτ, της ίδιας που έφερε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού. Για να συμβεί αυτό θα θυσιασθούν κάποιες Ιφιγένειες ώστε να ικανοποιηθεί το «πόπολο». Αλλά έτσι νομίζουν, έτσι πράττουν. Γιατί δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτά μπορούν να συμβούν μόνο σε περιόδους οικονομικής άνεσης και ηρεμίας, όταν παρέχεται το περιθώριο φενακισμού των ανισοτήτων και επικάλυψης της δυστυχίας. Γι’ αυτό θα υποχρεωθούν να περάσουν από την ιδεολογική υποβολή της ενοχής στην ωμή τρομοκρατία, που καθηλώνει. Κι αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση, την ώρα δηλαδή που για την έξοδο από την κρίση η ελληνική κοινωνία πρέπει να αισιοδοξήσει και να κινητοποιηθεί, κάποιοι την καθηλώνουν ψυχολογικά, γιατί σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους η τρόικα επιβάλλει «τρεις το λάδι τρεις το ξίδι». Έτσι, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης δεν μειώνεται παρά το γεγονός ότι επιβαρύνει την ανθρωπιστική κρίση και ταυτόχρονα δεν επιτρέπει την εισροή εσόδων λόγω της μικρής κατανάλωσης. Παραλογισμός; Ναι. Και αδιέξοδο.

Πηγή


Απέναντι 'Οχθη

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.