Μουριά δίχως μούρα

Δύο τύποι βαριεστημένοι, με γραβάτες από το λαιμό δεμένοι και με δύο χαρτοφύλακες φορτωμένοι, περνούν την σκουριασμένη αυλόπορτα. Τι τους έλαχε Δευτεριάτικα να πάνε μέσα στο καταχείμωνο να κάνουν κατάσχεση σπιτιού σε ορεινό χωρίο. Ένα παλαιό σπιτάκι, με ιδρώτα χτισμένο χάνεται γιατί ο νοικοκύρης του αδυνατούσε να καλύψει τις δόσεις του δανείου. Εκείνος τους περίμενε, όρθιος και ακίνητος κάτω από ένα δένδρο δίχως φύλλα. Οι γείτονες παρακολουθούσαν από τις γρίλιες των κλειστών παραθύρων, σαν να βλέπανε ταινία στον κινηματογράφο. Μερικοί, ενδόμυχα χαιρόντουσαν για την κατάντια του γείτονα τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως οι τράπεζες δεν θα πειράξουν το δικό τους το τσαρδί.

Οι κουστουμαρισμένοι εισβολείς δεν είχαν όρεξη για πολλές κουβέντες. ¨Ήρθαμε για την κατάσχεση¨, είπαν χωρίς ίχνος συναισθήματος. Είχαν συνηθίσει πλέον στα ανθρώπινα δράματα, δεν ήταν δα και πρωτάρηδες. ¨Ήρθαμε για την κατάσχεση¨ επανέλαβαν επιδεικνύοντας αυτή τη φορά και ένα χαρτί που με πολύ κόπο κρατούσαν να μην το πάρει ο κρύος αέρας που έρχονταν αλαφιασμένος από τον Βορρά.

¨Καλημέρα¨, είπε ο νοικοκύρης με δυνατή και καθαρή φωνή,   το βλέπετε αυτό το δένδρο; Τώρα δεν έχει φύλλα γιατί πέσανε το φθινόπωρο αλλά σε λίγους μήνες θα γεμίσει μιλιούνια. Φαίνεστε πρωτευουσιάνοι και μάλλον δεν θα αναγνωρίζετε τι σόι δένδρο είναι. Θα σας το πω εγώ. Είναι μουριά και μάλιστα μπολιασμένη, όχι άγρια, μουριά δίχως μούρα δηλαδή. Έχει φύλλα πλατιά και κάνει σκιά ικανή να προστατέψει πολλούς ηλιοκαμένους περιπατητές . 

Κάτω από τη σκιά της είδα τη γιαγιά μου να πλέκει, είδα τον παππού μου να φουμάρει στα κρυφά, είδα την μάνα μου να διαβάζει τα αγαπημένα της βιβλία, είδα τον πατέρα μου να ακούει ΕΡΑ σπορ από το παλιό ραδιοφωνάκι που κρεμόταν στα κλαδιά του. Είδα τις γειτόνισσες να πίνουν καφέ και να κουτσομπολεύουν, είδα τους γείτονες να πίνουν ντόπιο κρασάκι και να χορεύουν με την ψυχή τους. Και αν όλοι αυτοί κοιτούν τώρα από τις γρίλιες, ανήμποροι και απρόθυμοι να υπερασπιστούν την μουριά μας εγώ θα αντισταθώ. .’’

Και η φωνή του όλο και δυνάμωνε. Και έβγαινε τόσο καθάρια σαν το γάργαρο, κρυστάλλινο νερό του βουνού. Όχι κύριοι! Δεν σέβομαι τα χαρτιά σας, δεν ψαρώνω με τις αστραφτερές γραβάτες σας! Εδώ είναι το σπίτι μου, εδώ έλαχε η μοίρα μου να γεννηθώ και να μεγαλώσω. Αν σκάψετε στη γη βαθιά θα βρείτε και τις δικές μου ρίζες μπλεγμένες με της μουριάς. Θα μείνω εδώ και θα υπερασπιστώ μέχρι και την τελευταία σταγόνα νερού που πότισε αυτό το ευλογημένο δένδρο. Θα τιμήσω τα φύλλα που πέσανε και τα φύλλα που θα πέσουν. Και σαν περάσουνε τα χρόνια θα βάλω μια αιώρα για να  απολαμβάνουν τα παιδιά μου το μεσημεριανό τους  ραχάτι.
 
Αφήστε το χαρτί να πετάξει από τα χέρια σας. Το ζητάει ο αγέρας. Βγάλτε  και αφήστε έξω από την αυλόπορτα τις γραβάτες σας, ελάτε να πλύνετε τα χέρια σας και κοπιάστε. Το τραπέζι είναι στρωμένο, το ψωμί είναι φρέσκο και το βαρέλι γεμάτο άσπρο κρασί. Αλήθεια, σας αρέσει το άσπρο κρασί;

΄΄Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο, η  διαδικασία κατάσχεσης πρέπει να προχωρήσει. Αν αρνηθείτε να παραδώσετε το σπίτι θα έρθουμε αύριο με αστυνομική συνοδεία¨, απάντησαν με απότομο και θυμωμένο ύφος. 
Ο φιλόξενος οικοδεσπότης ήταν έτοιμος να μιλήσει αλλά τον πρόλαβε ένας γείτονας. ¨Αφήστε το χαρτί να πετάξει. Το ζητά ο αγέρας, ¨ φώναξε και στάθηκε και εκείνος κάτω από τη μουριά. Γοργά, γοργά κατέβηκε όλη η γειτονιά να σταθεί στο πλευρό του γείτονα τους. Όλοι κάτω από τη μουριά. Και αφού οι γραβατωμένοι κατάλαβαν πως δεν θα τα έβγαζαν πέρα , ηττημένοι πήγαν στον αγύριστο. Αλλά και αν ξαναγυρίσουν θα τους βρουν όλους εκεί, μέρα-νύχτα. Για τα φύλλα που πέσανε, για τα φύλλα που θα πέσουν. Για τις χαρές που θα 'ρθούν.  
 
 
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.