Σαν σπασμένες λάμπες

Στην γειτονιά κάποιοι έσπασαν τις λάμπες, και τα στενά ζητιανεύουν τώρα λίγο φως από τα παράθυρα των ισόγειων σπιτιών. Φωνές στον δρόμο, θόρυβοι στο σπίτι, μουσικές από τα αυτοκίνητα, όλα κάπου σε οδηγούν ή θέλουν να αποσπάσουν την προσοχή σου, τα μάτια σου οφείλουν να είναι ανοιχτά, τα αυτιά σου πρέπει να αποκωδικοποιήσουν τους ήχους. Ζεις στην εποχή της μεγάλης παρεμβολής, πάντα κάτι θα διακόψει αυτό που κάνεις, ή θα τερματίσει άδοξα αυτό που σκέφτεσαι, καμιά φορά το επιδιώκεις κιόλας για να νανουρίσεις ήσυχα όσα σε 

τρομάζουν. Στις συζητήσεις πάντα οι ίδιες αναφορές, τα μνημόνια, τα μέτρα, οι περικοπές, οι απολύσεις, οι φίλοι μας που φεύγουν, εκείνοι που δεν μπορούν πια ούτε αυτό να κάνουν. Αμηχανία, φόβος, οργή, προσπάθειες να τα βγάλεις πέρα με τα λίγα, ακόμα και με το τίποτα. Να γίνεις εσύ η παρεμβολή σε μια εποχή που σε ισοπεδώνει.

Τα πρωινά η Αθήνα μοιάζει με δέντρο που ρίχνει τους καρπούς του, κι ας μην έχει πια δέντρα η Αθήνα, είναι πάντα η εικόνα μιας πτώσης που οδηγεί τους συνειρμούς σου τελευταία. Τα αυτοκίνητα στους δρόμους έχουν λιγοστέψει, δεν είναι μόνο η βενζίνη που ακρίβυνε, είναι που δεν έχουμε πια πού να πάμε. Στην δουλειά προσπαθούμε να πιαστούμε από κάποιο αστείο για να βγάλουμε την μέρα, όταν δεν έρχεται ούτε αυτό, καταλαβαίνουμε ότι ο χειμώνας, που είναι ήδη εδώ, δεν θα χαριστεί σε κανέναν. Στην συνέλευση της πολυκατοικίας αποφασίστηκε τα καλοριφέρ να μην ανάψουν φέτος, καλύτερα σκέφτεσαι, θα βρεθούμε ξανά κάτω από κουβέρτες στον καναπέ, με ζεστά ποτά και μισά τσιγάρα. Ένα χαρτί στο ασανσέρ σε επαναφέρει στην πραγματικότητα, “Ο Τ. στον πέμπτο θα ανάψει το καλοριφέρ γιατί έχει νεογέννητο μωρό”.

Οι βόλτες στην πόλη έχουν πια άλλο σκοπό. Καταλαβαίνεις ότι δεν είναι εκείνη που θα σου δείξει τον δρόμο, τώρα τον δρόμο πρέπει να τον χαράξεις εσύ, να φτιάξεις τα δικά σου πεζοδρόμια, να βρεις τον δικό σου τρόπο και να είναι αυτός ο τρόπος ανταποδοτικός, για να επιστρέψει στην πόλη όλα εκείνα που σου χάρισε τα προηγούμενα χρόνια.

Τελευταία ακούς μουσικές που βοηθούν την μέρα να κυλίσει αδιάφορα, προσπαθείς να αποφεύγεις τις άσκοπες εξάρσεις, κρατάς δυνάμεις για να αντέξεις απέναντι στα σημαντικά. Η τηλεόραση είναι κλειστή εδώ και χρόνια, οι εφημερίδες κρέμονται απούλητες στα σχοινιά του περιπτέρου, η δυσπιστία σου απέναντι σε όσα επιχειρούν να σε εντάξουν σε ένα οποιοδήποτε πλήθος έχει μεγαλώσει. Όχι, δεν νιώθεις μοναδικός, θα ήταν τεράστιο λάθος να το νιώσεις. Αντιστέκεσαι μόνο σε όσα νομίζεις ότι μπορείς, αλλά ξέρεις ότι και πάλι στο πλήθος πρέπει να στηρίξεις τις ελπίδες σου.

Κι αν όλα αυτά σου ακούγονται κλισέ πια, αν όλα έχουν ειπωθεί, αν έχεις ξεπεράσει το αρχικό σοκ και τώρα ξέρεις πολύ καλά τι γίνεται και προς τα πού πάμε, σκέψου μόνο ότι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να συνηθίσεις αυτό που συμβαίνει, να το θεωρήσεις δεδομένο και να το επιτρέψεις ακούσια, με την ανοχή σου. Γενικότητες, θα μου πεις. Ρομαντικές σκέψεις πάνω σε υπαρκτά προβλήματα. Λύσεις μη εφαρμόσιμες. Μουδιασμένα μυαλά με κομμένα χέρια. Είμαστε πολλοί. Είμαστε αρκετοί;

Προσπαθείς να μην νιώσεις απογοήτευση. Μόνο που φοβάσαι ότι οι σπασμένες λάμπες στην γειτονιά δεν πρόκειται να αντικατασταθούν σύντομα.

Η φωτογραφία είναι απο τον πίνακα του  Maurice de Vlaminck, The street

 Πηγή

Απέναντι Όχθη


Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.