Γνώθι σαυτόν


Ένας πολεμοχαρής σαμουράι, λέει ένα παλιό γιαπωνέζικο παραμύθι, κάποτε προκάλεσε ένα δάσκαλο του Ζεν να του εξηγήσει την έννοια του παράδεισου και της κόλασης. Όμως ο μοναχός απάντησε με περιφρόνηση: “Δεν είσαι παρά ένας τιποτένιος – δεν μπορώ να χάνω τον καιρό μου με τους ομοίους σου!”.

Με θιγμένο εγωισμό, ο σαμουράι τράβηξε οργισμένος το σπαθί του από το θηκάρι ουρλιάζοντας: “Θα μπορούσα να σε σκοτώσω για την αναίδειά σου”.

“Αυτό”, είπε ήρεμα ο μοναχός, “είναι η κόλαση”.

Ξαφνιασμένος, αναγνωρίζοντας πόσο αλήθεια ήταν αυτό που του έλεγε ο δάσκαλος σχετικά με την οργή που τον είχε κυριέψει, ο σαμουράι ηρέμησε, έκρυψε το σπαθί στο θηκάρι και υποκλίθηκε, ευχαριστώντας το μοναχό για τη βαθιά του γνώση.

“Και αυτό”, είπε ο μοναχός, “είναι ο παράδεισος”.

Η αιφνίδια συνειδητοποίηση από τον σαμουράι της ίδιας του της ταραχής δείχνει την καίρια διαφορά ανάμεσα στο να καταλαμβάνεσαι από ένα συναίσθημα και στο να αντιλαμβάνεσαι ότι παρασύρεσαι από αυτό. Η ρήση του Σωκράτη “γνώθι σαυτόν” εκφράζει ακριβώς το θεμέλιο λίθο της συναισθηματικής νοημοσύνης: να αντιλαμβάνεσαι τα συναισθήματά σου μόλις γεννηθούν μέσα σου.

Με μια πρώτη επιφανειακή ματιά θα μπορούσε να πει κανείς πως τα συναισθήματα μας είναι φανερά. Μια πιο βαθιά σκέψη όμως μας θυμίζει εποχές που προσπερνούσαμε αδιάφοροι τα συναισθήματά μας ή τα παίρναμε είδηση πολύ καθυστερημένα.



Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν τον μάλλον πομπώδη όρο μεταγνώση για να αναφερθούν στην αντίληψη της διαδικασίας της σκέψης, καθώς και τον όρο μετασυναίσθημα για να υποδηλώσουν την αντίληψη των συναισθημάτων του ατόμου. Προτιμώ τον όρο αυτοεπίγνωση, με την έννοια της συνεχούς προσοχής του ατόμου στις εσωτερικές του καταστάσεις. Σ’ αυτή την αυτοαντανακλαστική επίγνωση ο νους παρατηρεί και διερευνά την ίδια την εμπειρία, η οποία συμπεριλαμβάνει το συναίσθημα.




Αυτή η ιδιότητα της αντίληψης συγγενεύει με αυτό που ο Φρόιντ περιέγραψε ως “ισομερώς διάχυτη προσοχή” και την οποία συνέστησε σε αυτούς που θα έκαναν ψυχανάλυση. Αυτή η προσοχή προσλαμβάνει οτιδήποτε περνάει απότ ην αντίληψη με αμεροληψία, ως αυτόπτης μάρτυρας που ενδιαφέρεται, αν και δε συμμετέχει. Μερικοί ψυχολόγοι αποκαλούν “παρατηρητικό εγώ” την ικανότητα της αυτοεπίγνωσης που επιτρέπει στον αναλυτή να παρακολουθήσει τις ίδιες του τις αντιδράσεις προς αυτό που λέει ο αναλυόμενος, και που η διαδικασία του ελεύθερου συνειρμού καλλιεργεί στον ασθενή.




Αυτή η αυτοεπίγνωση θα φαινόταν ότι απαιτεί έναν ενεργοποιημένο νεοφλοιό, ιδιαίτερα τις περιοχές της γλωσσικής δραστηριότητας, οι οποίες θα έπρεπε να είναι συντονισμένες στο να εντοπίζουν και να κατονομάζουν τα συναισθήματα που αφυπνίζονται. Η αυτοεπίγνωση δεν είναι μια προσοχή που παρασύρεται από τα συναισθήματα, υπεραντιδρώντας και διευρύνοντας αυτό που γίνεται αντιληπτό. Μάλλον είναι μια ουδέτερη μέθοδος που συντηρεί την αυτοαντανάκλαση ακόμα και μέσα σε θυελλώδεις συγκινήσεις. Ο Γουίλιαμ Στάιρον μοιάζει να περιγράφει κάτι σαν αυτή την ιδιότητα του νου όταν γράφει για τη βαθιά του κατάθλιψη, και μιλάει για την αίσθηση “ότι συνοδεύεται από έναν δεύτερο εαυτό, έναν παρατηρητή-φάντασμα, ο οποίος, χωρίς να μοιράζεται την παραφροσύνη του σωσία του, είναι ικανός να παρατηρεί με απαθή περιέργεια τον αγώνα του συντρόφου του”.

Στην καλύτερη περίπτωση η αυτοπαρατήρηση επιτρέπει μια ήρεμη αντίληψη των παθιασμένων ή θυελλωδών αισθημάτων. Στη χειρότερη επιδεικνύεται απλώς ως μια ελάχιστη υπαναχώρηση από την εμπειρία, ένα παράλληλο ρεύμα συνείδησης που είναι “μετα-”: που τριγυρίζει πάνω ή δίπλα στο κυρίως ρεύμα, έχοντας συναίσθηση του τι συμβαίνει, παρά βυθισμένο και χαμένο μέσα σ’ αυτό. Είναι η διαφορά ανάμεσα, για παράδειγμα, στο να είναι κανείς οργισμένος μέχρι θανάτου ενάντια σε κάποιον και στο να έχει την αυτοαντανακλαστική σκέψη “Αυτό που νιώθω είναι θυμός”, ακόμα και κατά την ώρα της οργής του. Με όρους νευρωτικών μηχανισμών αντίληψης, αυτή η επιδέξια μεταστροφή στη νοητική δραστηριότητα θεωρητικά σηματοδοτεί το γεγονός ότι τα κυκλώματα του νεοφλοιού παρακολουθούν το συναίσθημα, ένα πρώτο βήμα στην απόκτηση κάποιου ελέγχου. Αυτή η αντίληψη των συγκινήσεων είναι η θεμελιώδης συναισθηματική ικανότητα πάνω στην οποία οικοδομούνται άλλες, όπως ο συναισθηματικός αυτοέλεγχος.




Αυτοεπίγνωση, με λίγα λόγια, σημαίνει “αντίληψη και της διάθεσής μας και των σκέψεών μας σχετικά με αυτή τη διάθεση”, όπως είπε ο Τζων Μέγιερ, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Νιού Χάμσαϊρ, ο οποίος μαζί με τον Πίτερ Σάλοβι, του Γέηλ, προχώρησε στη διατύπωση της θεωρίας της συναισθηματικής νοημοσύνης. Η αυτοεπίγνωση μπορεί να είναι μια αντιδρώσα, μη κριτική προσήλωση σε εσώτερες καταστάσεις. Όμως ο Μέγιερ βρίσκει ότι αυτή η λογική μπορεί επίσης να είναι λιγότερο ήπια. Τυπικές σκέψεις που υποδηλώνουν συναισθηματική αυτοεπίγνωση περιέχουν τα: “Δε θα έπρεπε να νιώθω έτσι”, “Σκέφτομαι ευχάριστα πράγματα, για να μου φτιάξει η διάθεση”, ενώ μια περιορισμένη αυτοεπίγνωση εκφράζεται από τη φευγαλέα σκέψη: “Μην το σκέφτεσαι”, ως αντίδραση προς ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός.




Παρόλο που υπάρχει μια λογική διάκριση μεταξύ του να έχει κανείς επίγνωση των συναισθημάτων του και του να ενεργεί με στόχο να τα αλλάξει, ο Μέγιερ βρίσκει ότι σε όλες τις πρακτικές εκδηλώσεις αυτά τα δύο συνυπάρχουν: το να αναγνωρίζεις μια λάθος διάθεση σημαίνει ότι θέλεις να απαλλαγείς από αυτήν. Ωστόσο αυτή η αναγνώριση είναι διαφορετική από τις προσπάθειες που καταβάλλουμε για να μη δράσουμε σε μια συγκινητική παρόρμηση. Όταν πούμε: “Κόφ’το επιτέλους!” σ’ ένα παιδί του οποίου ο θυμός το οδηγεί να χτυπήσει έναν φίλο του, μπορεί να αποτρέψουμε το ξύλο, όμως ο θυμός υποβόσκει ακόμα. Οι σκέψεις του παιδιού είναι ακόμα προσηλωμένες στο αίτιο του θυμού – “Μα, μου πήρε το παιγνίδι μου!” – κι έτσι ο θυμός εξακολουθεί ακάθεκτος. Η αυτοεπίγνωση έχει μια πολύ ισχυρή επίδραση στα έντονα, εχθρικά συναισθήματα αποστροφής: η αναγνώριση του “Αυτό που νιώθω τώρα είναι θυμός” προσφέρει ένα μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας – όχι μόνο την ευκαιρία να μη δράσεις υπό την επήρειά του, αλλά και την πρόσθετη ευκαιρία να προσπαθήσεις να απαλλαγείς από αυτόν.

Ο Μέγιερ θεωρεί ότι οι άνθρωποι διαμορφώνουν διαφορετικά και ξεχωριστά στυλ καθώς αναγνωρίζουν και μαθαίνουν να χειρίζονται τα συναισθήματά τους:

• Αυτογνώστες. Οι άνθρωποι που έχουν επίγνωση των διαθέσεών τους την ώρα που τις βιώνουν είναι επόμενο να εξειδικεύουν κάπως τη συναισθηματική τους ζωή. Η καθαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τα συναισθήματά τους μπορεί να ενισχύει άλλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους: είναι αυτόνομοι και σίγουροι για τα όριά τους, βρίσκονται σε καλή ψυχική υγεία και τείνουν να έχουν μια θετική στάση απέναντι στη ζωή. Όταν βρίσκονται σε κακή διάθεση, δεν την αναμασούν ούτε κατακυριεύονται από αυτήν, και ως εκ τούτου είναι σε θέση να απαλλαγούν από αυτήν γρηγορότερα. Με λίγα λόγια, η περίσκεψή τους τούς βοηθάει να χειρίζονται τα συναισθήματά τους.

• Καταπιεσμένοι. Είναι άνθρωποι που συχνά νιώθουν να πνίγονται από τα συναισθήματά τους και δεν μπορούν να απαλλαγούν απ’ αυτά, λες και οι ίδιες τους οι διαθέσεις έχουν πάρει το “πάνω χέρι”. Είναι ευμετάβλητοι, έχουν δε τόσο λίγη επίγνωση των συναισθημάτων τους, ώστε χάνονται μέσα σ’ αυτά και δε βρίσκουν κάποια προοπτική. Το αποτέλεσμα είναι ότι ελάχιστα προσπαθούν να ξεφύγουν από την κακή τους διάθεση και νιώθουν να χάνουν τον έλεγχο της συναισθηματικής τους ζωής. Συχνά νιώθουν συντετριμμένοι και συναισθηματικά ανεξέλεγκτοι.

• Δεκτικοί. Ενώ αυτοί οι άνθρωποι συχνά είναι σαφείς ως προς τι νιώθουν πραγματικά, τείνουν παράλληλα να αποδέχονται τις διαθέσεις τους· έτσι δεν προσπαθούν να τις αλλάξουν. Φαίνονται να υπάρχουν δυό παραλλαγές του δεκτικού τύπου: αυτοί που συνήθως είναι σε καλή διάθεση κι έτσι δε νιώθουν την επιθυμία να την αλλάξουν, και άνθρωποι που, παρά την καθαρότητα με την οποία αναγνωρίζουν τη διάθεσή τους, είναι επιρρεπείς στα αρνητικά τους συναισθήματα, τα οποία μάλιστα αποδέχονται με μια στάση ωχαδελφισμού και δεν κάνουν τίποτα για να τα αλλάξουν, παρά τη δυστυχία τους. Πρόκειται για το πρότυπο των καταπιεσμένων ανθρώπων οι οποίοι νιώθουν συμφιλιωμένοι με την απελπισία τους.


Ο ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ


Φανταστείτε για μια στιγμή ότι βρίσκεστε σ’ ένα αεροπλάνο και πετάτε από τη Νέα Υόρκη προς το Σαν Φρανσίσκο. Η πτήση είναι καλή, αλλά καθώς πλησιάζετε στα Βραχώδη Όρη, η φωνή του πιλότου φθάνει στ’ αφτιά σας από τα μεγάφωνα: “Κυρίες και κύριοι, θα συναντήσουμε κάποιες αναταράξεις. Παρακαλώ, γυρίστε στις θέσεις σας και δέστε τις ζώνες σας”. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή το αεροπλάνο αρχίζει να κλυδωνίζεται, πράγμα που σας ξαφνιάζει γιατί δεν το έχετε ξαναζήσει: σκαμπανεβάζει πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά, σαν καρυδότσουφλο σε μανιασμένη θάλασσα.

Το ερώτημα είναι: τι κάνετε; Είσαστε ο τύπος που θα χωθεί στο περιοδικό ή στην εφημερίδα του ή που θα συνεχίσει αμέριμνος να παρακολουθεί την ταινία στην τηλεόραση, αδιαφορώντας για τις αναταράξεις; Ή είσαστε αυτός που θα πάρει αμέσως στα χέρια του το καρτελάκι με τις οδηγίες για να ξαναδεί τις προφυλάξεις σε περίπτωση κινδύνου, ή που θα κοιτάξει αμέσως τις αεροσυνοδούς για να ανακαλύψει ίχνη πανικού στα πρόσωπά τους; Ή ίσως αυτός που στήνει αφτί στον ήχο των κινητήρων για να δει αν ακούγεται τίποτα το ανησυχητικό.

Το ποια από τις αντιδράσεις αυτές έρχεται πιο φυσικά σ’ εμάς χαρακτηρίζει τη στάση που προτιμάμε να υιοθετούμε στις δύσκολες καταστάσεις. Το σκηνικό του αεροπλάνου αποτελεί στοιχείο ενός ψυχολογικού τεστ που ανέπτυξε η Σούζαν Μίλερ, μια ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Τεμπλ, για να εκτιμήσει κατά πόσο οι άνθρωποι τείνουν να επαγρυπνούν, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια μιας δυσάρεστης εμπειρίας, ή αν, αντίθετα, αντιμετωπίζουν τέτοιες αγχωτικές καταστάσεις προσπαθώντας να αδιαφορήσουν. Αυτές οι δύο στάσεις προς ένα δυσάρεστο γεγονός έχουν πολύ διαφορετικές επιπτώσεις στο πως οι άνθρωποι βιώνουν τις συναισθηματικές τους αντιδράσεις. Αυτοί που ενδίδουν στον ψυχαναγκασμό μπορούν, από το ίδιο το γεγονός ότι αντιδρούν με τόσο έντονη συγκέντρωση προσοχής, ασυνείδητα να διογκώσουν το μέγεθος των αντιδράσεών τους – ιδιαίτερα αν υποτάσσονται χωρίς την ηρεμία της αυτοεπίγνωσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα συναισθήματά τους μοιάζουν όλο και πιο έντονα. Αυτοί που αντιδρούν αποδιώχνοντας το γεγονός, που δεν του δίνουν δηλαδή τόση προσοχή, παρατηρούν πολύ λιγότερο τις αντιδράσεις τους κι έτσι ελαχιστοποιούν την εμπειρία της συναισθηματικής τους αντίδρασης, αν όχι και το μέγεθος της ίδιας της αντίδρασης.

Σε ακραίες καταστάσεις αυτό σημαίνει ότι η συναισθηματική αυτοεπίγνωση μερικών ανθρώπων είνα συγκλονιστική, ενώ άλλων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Σκεφτείτε έναν φοιτητή ο οποίος ένα βράδυ εντόπισε μια φωτιά έξω από τον κοιτώνα του, πήγε, πήρε τον πυροσβεστήρα και την έσβησε. Τίποτα το ασυνήθιστο σ’ αυτό –με τη διαφορά ότι, στο δρόμο για να πάρει τον πυροσβεστήρα και στην επιστροφή του προς το σημείο της φωτιάς, δεν έτρεχε, αλλά περπατούσε. Ο λόγος; Δεν ένιωθε πως ήταν κάτι επείγον.

Αυτή την ιστορία μου διηγήθηκε ο Έντουαρντ Ντίνερ, ένας ψυχολόγος από το Πανεπιστήμιο του Ιλλινόι στην Ουρμπάνα, ο οποίος μελετούσε την ένταση με την οποία οι άνθρωποι βιώνουν τις εμπειρίες τους. Αυτός ο φοιτητής αντιπροσώπευε μια από τις περιπτώσεις ιδιαίτερα χαμηλής έντασης που είχε ποτέ του συναντήσει ο Ντίνερ. Ήταν, ουσιαστικά, ένας άνθρωπος χωρίς πάθη, κάποιος που περνάει μέσα από τη ζωή νιώθοντας τίποτα ή ελάχιστα, ακόμα και σε μια επείγουσα κατάσταση όπως η πυργκαγιά.

Αντίθετα, συλλογιστείτε την περίπτωση μιας γυναίκας που βρίσκεται στον αντίποδα του ίδιου φάσματος. Όταν η γυναίκα αυτή μια μέρα έχασε το αγαπημένο της στυλό, τριγυρνούσε επί μέρες σε κατάσταση αλλοφροσύνης. Κάποτε ενθουσιάστηκε τόσο πολύ βλέποντας μια διαφήμιση για μεγάλες εκπτώσεις σ’ ένα πανάκριβο κατάστημα παπουτσιών, που παράτησε ό,τι έκανε, μπήκε στο αυτοκίνητό της και οδήγησε τρεις ώρες μέχρι το κατάστημα στο Σικάγο.

Ο Ντίνερ θεωρεί ότι οι γυναίκες, γενικά, νιώθουν και τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματα πιο έντονα από ό,τι οι άνδρες. Και αφήνοντας κατά μέρος τις διαφορές φύλου, η συναισθηματική ζωή είναι πιο πλούσια γι’ αυτούς που παρατηρούν περισσότερο. Πάντως, αυτή η ανεπτυγμένη συναισθηματική ευαισθησία σημαίνει ότι για τους ανθρώπους αυτούς η ελάχιστη πρόκληση εξαπολύει συγκινησιακές καταιγίδες, είτε απ’ τον παράδεισο είτε από την κόλαση, ενώ όσοι βρίσκονται στο άλλο άκρο βιώνουν μόλις και μετά βίας οποιοδήποτε συναίσθημα, ακόμα και στις πιο φρικτές συνθήκες.


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Ο Γκάρι εξόργιζε την αρραβωνιαστικιά του, την Έλεν, επειδή, παρόλο που ήταν ένας έξυπνος, ευγενικός και επιτυχημένος χειρούργος, ήταν συναισθηματικά “επίπεδος”, εντελώς απαθής σε κάθε είδους εκδήλωση συναισθήματος. Ενώ ο Γκάρι ήταν σε θέση να μιλάει εντυπωσιακά περί επιστήμης ή τέχνης, σιωπούσε όταν επρόκειτο για τα συναισθήματά του, ακόμα και προς την Έλεν. Όσο κι αν εκείνη προσπαθούσε να αποσπάσει λίγο πάθος από την πλευρά του, ο Γκάρι έμενε απαθής και αδιάφορος, “Δεν εκφράζω φυσιολογικά τα συναισθήματά μου”, είπε ο Γκάρι στον ψυχαναλυτή που επισκέφθηκε, μετά την επιμονή της Έλεν. Όταν έφθασαν στη σφαίρα των συγκινήσεων, πρόσθεσε: “Δεν ξέρω τι να πω. Δε νιώθω έντονα συναισθήματα, ούτε θετικά ούτε αρνητικά”.

Η Έλεν δεν ήταν η μόνη αποθαρρημένη απο τη συναισθηματική απομόνωση του Γκάρι. Όπως εκμυστηρεύθηκε στον ψυχαναλυτή, ήταν ανίκανος να μιλήσει ανοιχτά για τα συναισθήματά του σε οποιονδήποτε στη ζωή του. Απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί, δεν είχε νιώσει ούτε θυμό ούτε θλίψη ούτε χαρά.

Όπως παρατηρεί ο αναλυτής του, αυτή η συγκινησιακή απάθεια κάνει τον Γκάρι και άλλους σαν τον Γκάρι άχρωμους και μονότονους. “Πλήττουν όλοι μαζί τους. Γι’ αυτό και τους στέλνουν οι γυναίκες τους για θεραπεία”. Η συναισθηματικά επίπεδη συμπεριφορά του Γκάρι συγκεκριμενοποιεί αυτό που οι ψυχίατροι αποκαλούν αλεξιθυμία (στερητικό α + λέξις + θυμός με άλλα λόγια, πλήρη απουσία συγκίνησης). Οι άνθρωποι αυτοί στερούνται λέξεων για τα συναισθήματά τους. Πράγματι, μοιάζουν να στερούνται παντελώς και συναισθημάτων, αν και αυτό μπορεί να οφείλεται στην ανικανότητά τους να εκφράσουν το συναίσθημα, παρά στην ανυπαρξία συναισθήματος. Τέτοια άτομα αρχικά εντοπίστηκαν από ψυχαναλυτές; οι θεραπευτές αυτοί έχουν απορήσει με κάποιους ασθενείς οι οποίοι δεν μπορούσαν να θεραπευθούν με τη συνήθη μέθοδο, αφού δεν ανέφεραν συναισθήματα ή φαντασιώσεις, αλλά μόνο άχρωμα όνειρα – με λίγα λόγια, δεν είχαν να αφηγηθούν καμιά εσώτερη συγκινησιακή ζωή. Τα κλινικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τους αλεξιθυμικούς περιλαμβάνουν τη δυσκολία τους να εκφράζουν συναισθήματα – δικά τους ή και οποιουδήποτε άλλου – και ένα ιδιαίτερα περιορισμένο συναισθηματικό λεξιλόγιο. Τα άτομα αυτά, επιπλέον, δυσκολεύονται να διακρίνουν τις συγκινήσεις μεταξύ τους ή να τις διαχωρίσουν από τις σωματικές ασθένειες: έτσι, μπορούν να πουν ότι έχουν πεταλούδες στο στομάχι, ότι έχουν ταχυκαρδία, ιδρώνουν ή ζαλίζονται, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι νιώθουν άγχος.

“Δίνουν την εντύπωση ότι είναι διαφορετικοί, εξωγήινοι, σαν να ήρθαν από έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, και ζουν τώρα μέσα σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τα συναισθήματα”. Έτσι τους περιγράφει ο Δόκτωρ Πέτρος Σιφναίος, ψυχίατρος στο Χάρβαρντ, ο οποίος το 1972 επινόησε τον όρο αλεξιθυμία. Οι αλεξιθυμικοί, για παράδειγμα, κλαίνε σπάνια· αν όμως το κάνουν, το κλάμα τους είναι πληθωρικό. Παρ’ όλα αυτά, τα χάνουν αν ερωτηθούν προς τι τα δάκρυα. Μια ασθενής με αλεξιθυμία ήταν τόσο στενοχωρημένη μετά από μια κινηματογραφική ταινία που παρακολούθησε με θέμα μια γυναίκα με οκτώ παιδιά, η οποία πέθαινε από καρκίνο, που έφθασε να αποκοιμιέται κλαίγοντας. Όταν ο θεραπευτής της υπέθεσε ότι ίσως ήταν στενοχωρημένη επειδή το έργο της θύμισε τη δική της μητέρα, που στην πραγματικότητα πέθανε από καρκίνο, η γυναίκα κάθισε ακίνητη, συγχυσμένη και σιωπηλή. Όταν κατόπιν ο θεραπευτής τη ρώτησε πως ένιωθε εκείνη τη στιγμή, απάντησε ότι ένιωθε “απαίσια”, αλλά από εκεί και πέρα δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά της. Και πρόσθεσε ότι από καιρό σε καιρό έπιανε τον εαυτό της να κλαίει, αλλά ποτέ δεν ήξερε ακριβώς ποιός ήταν ο λόγος.

Κι εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος, οι αλεξιθυμικοί δεν είναι ανίκανοι να νιώσουν, είναι όμως ανίκανοι να αναγνωρίζουν – και ιδιαίτερα ανίκανοι να περιγράψουν με λέξεις – ποια ακριβώς είναι τα συναισθήματά τους. Στερούνται ολοκληρωτικά τη βασική δεξιότητα της νοημοσύνης της καρδιάς, την αυτοεπίγνωση – τη γνώση του τι νιώθουμε τη στιγμή που μας αναστατώνουν τα συναισθήματά μας. Οι αλεξιθυμικοί διαψεύδουν την κοινή λογική ότι είναι αυτονόητο το τι νιώθουμε, και πραγματικά δεν έχουν ιδέα. Όταν κάτι, ή μάλλον κάποιος, τους ωθεί προς το συναίσθημα, βρίσκουν ότι η εμπειρία τους συγχύζει και τους συντρίβει, κι αυτό πρέπει με κάθε τρόπο να το αποφύγουν. Τα συναισθήματα γεννιούνται μέσα τους, όταν και αν γεννηθούν, σαν ένα μπλεγμένο κουβάρι δυστυχίας. Όπως το έθεσε η ασθενής που έκλαιγε με αφορμή την ταινία, νιώθουν “απαίσια”, αλλά δεν ξέρουν να εξηγήσουν ακριβώς πως είναι αυτό το “απαίσια” που νιώθουν.

Αυτή η βασική σύγχυση των συναισθημάτων φαίνεται ότι συχνά τους κάνει να παραπονιούνται για ακαθόριστα ιατρικά προβλήματα, όταν στην πραγματικότητα βιώνουν συναισθηματική δυστυχία – ένα φαινόμενο που είναι γνωστό στην ψυχιατρική με τον όρο σωματοποίηση -, μπερδεύοντας ένα συναισθηματικό πόνο με ένα φυσικό πόνο (διαφορετικό από την ψυχοσωματική ασθένεια, στην οποία τα συναισθηματικά προβλήματα δημιουργούν γνήσια παθολογικά συμπτώματα). Πράγματι, το ψυχιατρικό ενδιαφέρον για τους αλεξιθυμικούς συνίσταται, σε μεγάλο βαθμό, στην αναγνώρισή τους μεταξύ εκείνων που καταφεύγουν στο γιατρό αναζητώντας βοήθεια: οι αλεξιθυμικοί τείνουν να αναζητούν ασταμάτητα και άσκοπα ιατρική διάγνωση και θεραπεία για ένα πρόβλημα που στην πραγματικότητα σχετίζεται με το συναισθηματικό τομέα.

Ενώ κανένας δεν μπορεί ακόμα να πει με βεβαιότητα τι προκαλεί την αλεξιθυμία, ο Δόκτωρ Σιφναίος προτείνει μια αποσύνδεση του μεταιχμιακού συστήματος από το νεοφλοιό, ιδιαίτερα από τα λεκτικά του κέντρα, πράγμα που ταιριάζει καλά με τα όσα μαθαίνουμε για το συγκινησιακό εγκέφαλο. Ασθενείς με σοβαρές βλάβες,, στους οποίους διακόπηκε χειρουργικά αυτή η σύνδεση για να ανακουφιστούν από τα συμπτώματά τους, σημειώνει ο Σιφναίος, έγιναν συναισθηματικά επίπεδοι, όπως τα άτομα με αλεξιθυμία, ανίκανοι να περιγράψουν με λέξεις τα συναισθήματά τους και ξαφνικά κενοί από κάθε φαντασία. Με λίγα λόγια, ενώ τα κυκλώματα του συγκινησιακού εγκεφάλου μπορεί να αντιδρούν με συναισθήματα, ο νεοφλοιός δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει αυτά τα συναισθήματα και να προσθέσει τη χροιά του λόγου σε αυτά. Όπως παρατήρησε ο Χένρι Ροθ, στο μυθιστόρημά του Call It Sleep, σχετικά με αυτή τη δύναμη του λόγου: “Αν μπορούσες να εκφράσεις με λόγια αυτό που ένιωθες, το έκανες κτήμα σου”. Το επιστέγασμα φυσικά είναι το δίλημμα του αλεξιθυμικού: καθώς δε βρίσκει λέξεις για τα συναισθήματά του, δεν μπορεί να τα κάνει κτήμα του.


ΕΝΑ ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΕΝΔΟΜΥΧΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Ο όγκος του Έλιοτ, που αναπτυσσόταν ακριβώς πίσω από το μέτωπο του, είχε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού. Με μια χειρουργική επέμβαση αφαιρέθηκε εντελώς. Παρόλο που η επέμβαση χαρακτηρίστηκε επιτυχής, άνθρωποι που τον ήξεραν καλά έλεγαν ότι ο Έλιοτ δεν ήταν πια ο Έλιοτ: η αλλαγή της προσωπικότητάς του ήταν δραματική. Πριν την εγχείρηση ήταν ένας πετυχημένος νομικός σύμβουλος εταιρειών και τώρα δεν μπορούσε να σταθεί σε μια δουλειά. Η γυναίκα του τον εγκατέλειψε. Έχοντας σπαταλήσει τις οικονομίες του σε άσκοπες επενδύσεις, είχε καταντήσει να ζει στο δωμάτιο υπηρεσίας στο σπίτι του αδερφού του.

Υπήρχε ένας γρίφος στο πρόβλημα του Έλιοτ. Διανοητικά ήταν ευφυής όπως πάντα, αλλά χρησιμοποιούσε το χρόνο του κάκιστα και χανόταν σε μικρολεπτομέρειες. Έμοιαζε να έχει χάσει κάθε αίσθηση προτεραιότητας. Οι αυστηρές επιπλήξεις δεν τον πτοούσαν, γι’ αυτό και απολύθηκε από αρκετές νομικές υπηρεσίες. Παρόλο που οι εξετάσεις και τα τεστ, στα οποία υποβλήθηκε επί μακρόν, δεν εντόπισαν κάποιο πρόβλημα στις διανοητικές του ικανότητες, εκείνος κατέφυγε σε έναν νευρολόγο, ελπίζοντας ότι αν ανακάλυπτε κάποιο πρόβλημα νευρολογικής φύσεως θα αποκτούσε προνόμια μιας αναπηρίας, στα οποία αισθανόταν ότι είχε κάθε δικαίωμα. Διαφορετικά, το συμπέρασμα έμοιαζε να είναι ότι ο Έλιοτ ήταν απλώς ένας φυγόπονος.

Ο Αντόνιο Νταμάζιο, ο νευρολόγος τον οποίο συμβουλεύτηκε ο Έλιοτ, ξαφνιάστηκε από ένα στοιχείο που έλειπε από το νοητικό ρεπερτόριο του Έλιοτ. Παρόλο που δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με τη λογική του, τη μνήμη, την προσοχή ή οποιαδήποτε άλλη γνωσιακή ικανότητα, ο Έλιοτ είχε ουσιαστικά ξεχάσει τα συναισθήματά του σχετικά με ό,τι του είχε συμβεί. Ήταν εκπληκτικό: ο Έλιοτ ήταν σε θέση να αφηγηθεί τα τραγικότερα γεγονότα της ζωής του με απόλυτη απάθεια, σαν να ήταν ένας παρατηρητής των απωλειών και των αποτυχιών του παρελθόντος του, χωρίς ίχνος τύψης ή θλίψης, απόγνωσης ή θυμού για τις αδικίες της ζωής. Η προσωπική του τραγωδία δεν του προκαλούσε κανένα ίχνος πόνου. Περισσότερο στενοχωρήθηκε ο Νταμάζιο με την ιστορία του Έλιοτ, παρά ο ίδιος ο Έλιοτ.

Ο Νταμάζιο συμπέρανε ότι η αιτία αυτής της συναισθηματικής άγνοιας ήταν η αφαίρεση, μαζί με τον όγκο στον εγκέφαλο, ενός μέρους των προμετωπιαίων λοβών του Έλιοτ. Πράγματι, η χειρουργική επέμβαση είχε αποκόψει τους δεσμούς μεταξύ των κατώτερων κέντρων του συγκινησιακού εγκεφάλου (ιδιαίτερα της αμυγδαλής και των σχετικών κυκλωμάτων) και των ικανοτήτων σκέψης του νεοφλοιού. Η σκέψη του Έλιοτ είχε γίνει σκέψη ηλεκτρονικού υπολογιστή, ικανή να κάνει κάθε αναγκαίο υπολογισμό για τη λήψη μιας απόφασης, αλλά ανίκανη να προσδώσει συναισθηματική αξία σε κάθε διαφορετική δυνατότητα και λύση. Κάθε δυνατότητα ήταν ουδέτερη. Και αυτή η απόλυτα απαθής διεργασία συλλογισμού, υπέθεσε ο Νταμάζιο, ήταν η καρδιά του προβλήματος του Έλιοτ: έχοντας ελάχιστη επίγνωση των ίδιων του των συναισθημάτων, ο Έλιοτ έκανε λαθεμένους συλλογισμούς.

Αυτή η αναπηρία παρουσιαζόταν ακόμα και σε ασήμαντες αποφάσεις. Όταν ο Νταμάζιο προσπάθησε να ορίσει την ώρα και τη μέρα για το επόμενο ραντεβού με τον Έλιοτ, αντιμετώπισε μια απίστευτη αναποφασιστικότητα: ο Έλιοτ μπορούσε να επιχειρηματολογεί για να αποδεχθεί ή για να απορρίψει κάθε ημέρα ή ώρα που του πρότεινε ο Νταμάζιο, αλλά ήταν ανίκανος να διαλέξει ανάμεσά τους. Σε λογικό επίπεδο, υπήρχαν απόλυτα σοβαροί λόγοι για να αρνείται ή να αποδέχεται κάθε πιθανή ώρα για το ραντεβού. Αλλά ο Έλιοτ δεν είχε ίχνος της αντίληψης των συναισθημάτων που του προκαλούσε οποιαδήποτε χρονική στιγμή που του πρότεινε ο Νταμάζιο. Στερημένος από τη γνώση των ίδιων των συναισθημάτων του, δεν είχε ούτε προτιμήσεις.

Ένα συμπέρασμα που εξάγεται από την αναποφασιστικότητα του Έλιοτ είναι ότι το συναίσθημα καλείται να παίξει έναν καίριο ρόλο στην καθοδήγηση του ατέλειωτου ποταμού των ανθρώπινων αποφάσεων. Ενώ τα έντονα συναισθήματα μπορούν να βλάψουν τη διεργασία του συλλογισμού, η έλλειψη επίγνωσης του συναισθήματος μπορεί επίσης να αποβεί καταστροφική, ιδιαίτερα όταν πρέπει να σταθμιστούν αποφάσεις από τις οποίες εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό η μοίρα μας: ποια καριέρα να ακολουθήσουμε, αν θα παραμείνουμε σε μια σίγουρη δουλειά ή θα την αλλάξουμε για μια που είναι περισσότερο ενδιαφέρουσα αλλά πιο επισφαλής, με ποιον θα βγούμε ή ποιον να παντρευτούμε, που να ζήσουμε, ποιο διαμέρισμα να νοικιάσουμε ή ποιο σπίτι να αγοράσουμε – και τόσα άλλα μέσα στη ζωή. Χρειάζεται το ενδόμυχο συναίσθημα, χρειάζεται η συναισθηματική σοφία που έχει συσσωρευθεί από τις παλιές εμπειρίες. Η τυπική λογική από μόνη της ποτέ δεν μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για να αποφασίσουμε ποιον θα παντρευτούμε ή ποιον θα εμπιστευθούμε, ή ακόμα και ποια δουλειά θα κάνουμε. Αυτές είναι σφαίρες όπου η λογική χωρίς το συναίσθημα είναι τυφλή.

Τα διαισθητικά σήματα που μας καθοδηγούν σ’ αυτές τις στιγμές εμφανίζονται με τη μορφή μεταιχμιακών διεγερτικών κυμάτων, προερχομένων από το εσωτερικό του οργανισμού μας, σήματα που ο Νταμάζιο αποκαλεί “σωματικά ενδεικτικά χαρακτηριστικά” – κυριολεκτικά, “ενδόμυχα συναισθήματα”. Τα σωματικά ενδεικτικά χαρακτηριστικά μπορούν να παρομοιαστούν με ένα αυτόματο σύστημα συναγερμού που τυπικά εφιστά την προσοχή σε ένα δυνητικό κίνδυνο από μια δεδομένη πορεία δράσης. Πολύ συχνά, αυτά τα σωματικά ενδεικτικά χαρακτηριστικά μας αποτρέπουν από κάποια επιλογή που η εμπειρία μας προειδοποιεί ότι είναι επικίνδυνη, παρόλο που μπορούν επίσης να μας κινητοποιήσουν προς μια χρυσή ευκαιρία. Συνήθως, σε μια τέτοια στιγμή, δε θυμόμαστε ποιες συγκεκριμένες εμπειρίες διαμόρφωσαν αυτό το αρνητικό συναίσθημα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι το σήμα ότι μια δεδομένη δυνητική πορεία δράσης θα μπορούσε να είναι καταστροφική. Οποτεδήποτε αφυπνίζεται ένα τέτοιο ενδόμυχο συναίσθημα, εμείς μπορούμε αμέσως να απορρίψουμε ή να επιδιώξουμε τη συγκεκριμένη πορεία με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, κι έτσι να ιεραρχήσουμε τις επιλογές μας φτιάχνοντας έναν εύχρηστο πίνακα λήψης αποφάσεων. Με λίγα λόγια, το κλειδί προς μια πιο σταθερή βάση προσωπικής λήψης αποφάσεων είναι η εναρμόνισή μας με τα συναισθήματά μας.


ΒΟΛΙΔΟΣΚΟΠΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ

Το συναισθηματικό κενό του Έλιοτ υπονοεί ότι ίσως υπάρχουν διαβαθμίσεις στην ικανότητα του ανθρώπου να νιώσει τις συγκινήσεις του την ώρα που γεννιούνται. Σύμφωνα με τη νευροψυχολογία, αν η απουσία ενός νευρωνικού κυκλώματος οδηγεί σε ένα μειονέκτημα αναφορικά με μια ικανότητα, τότε η αντίστοιχη δύναμη ή αδυναμία του ίδιου κυκλώματος σε ανθρώπους των οποίων ο εγκέφαλος είναι άθικτος θα έπρεπε να οδηγεί σε συγκρίσιμα επίπεδα επίδοσης στην ίδια ικανότητα. Όσον αφορά το ρόλο των προμετωπιαίων κυκλωμάτων στο συναισθηματικό συντονισμό, αυτός υπονοεί ότι για νευρολογικούς λόγους μερικοί από εμάς μπορούν πιο εύκολα να διακρίνουν το κέντρισμα του φόβου ή της χαράς από τους άλλους, κι έτσι να αποκτήσουν περισσότερη συναισθηματική αυτοεπίγνωση.

Είναι πιθανό η κλίση ενός ατόμου για ψυχολογική ενδοσκόπηση να στηρίζεται σ’ αυτό το ίδιο κύκλωμα. Μερικοί από εμάς είναι εκ φύσεως πιο συντονισμένοι στις ιδιαίτερες συμβολικές μεθόδους του συγκινησιακού νου: ο μεταφορικός λόγος και η παρομοίωση, μαζί με την ποίηση, το τραγούδι και τα παραμύθια, είναι όλα στοιχεία του λεξιλογίου της καρδιάς. Το ίδιο και τα όνειρα και οι μύθοι, στους οποίους οι σχέσεις που καθορίζουν τη ροή της αφήγησης είναι χαλαρές και διέπονται από τη λογική του συγκινησιακού εγκεφάλου. Οι άνθρωποι που συντονίζονται φυσιολογικά στη φωνή της δικής τους καρδιάς – τη γλώσσα του συναισθήματος – είναι σίγουρα ικανοί στην άρθρωση των μηνυμάτων της, είτε είναι συγγραφείς, συνθέτες ή ψυχοθεραπευτές. Αυτός ο εσωτερικός συντονισμός πρέπει να τους καθιστά πιο ικανούς στο να δίνουν λαλιά στη “σοφία του ασυνείδητου” – στο νόημα δηλαδή των ονείρων και των φαντασιώσεών μας όπως τις έχουμε αισθανθεί, στα σύμβολα που κωδικοποιούν τις βαθύτερες επιθυμίες μας.

Η αυτοεπίγνωηση είναι ουσιαστική στην ψυχολογική ενόραση. Αυτή είναι η ιδιότητα την οποία η ψυχοθεραπεία στο μεγαλύτερο μέρος της προσπαθεί να ενισχύσει. Και πράγματι, κατά τον Χάουαρντ Γκάρντερ, το πρότυπο ενδοψυχικής ευφυΐας είναι ο Σίγκμουντ Φρόιντ, ο σημαντικότερος χαρτογράφος της μυστικής δυναμικής της ψυχής. Όπως έκανε σαφές ο Φρόιντ, το μεγαλύτερο μέρος της συγκινησιακής ζωής είναι ασυνείδητο. Τα συναισθήματα που βράζουν μέσα μας δεν περνούν πάντα το κατώφλι του συνειδητού. Η εμπειρική επαλήθευση αυτού του ψυχολογικού αξιώματος προέρχεται, για παράδειγμα, από πειράματα πάνω σε ασυνείδητα συναισθήματα, όπως το αξιοσημείωτο εύρημα ότι άνθρωποι διαμορφώνουν σαφείς προτιμήσεις για πράγματα που δεν αναγνωρίζουν καν ότι είχαν δει παλαιότερα. Κάθε συναίσθημα μπορεί να είναι – και συχνά είναι – ασυνείδητο.

Η φυσιολογική εκκίνηση ενός συναισθήματος λαμβάνει χώρα πριν ακόμα το άτομο συνειδητοποιήσει καν το ίδιο το συναίσθημα. Για παράδειγμα, όταν σε ανθρώπους που φοβούνται τα φίδια δείξουμε εικόνες με φίδια, οι αισθητήρες στο δέρμα τους θα καταγράψουν ιδρώτα, σημάδια άγχους, παρόλο που οι άνθρωποι λένε ότι δε νιώθουν καθόλου φόβο. Ο ιδρώτας εμφανίζεται στα άτομα αυτά ακόμα και όταν η εικόνα του φιδιού παρουσιάζεται τόσο γοργά που δεν έχουν συνείδηση του τι ακριβώς είδαν, και επιπλέον αρχίζουν να νιώθουν άγχος. Όταν αυτά τα προσυνειδητά συγκινησιακά ερεθίσματα συνεχίζουν να αναπτύσσονται, καταλήγουν κάποιες φορές να γίνουν τόσο ισχυρά ώστε να εισχωρήσουν στο συνειδητό. Υπάρχουν δύο είδη συναισθήματος, το συνειδητό και το ασυνείδητο. Η στιγμή κατά την οποία ένα συναίσθημα περνάει στο συνειδητό καταγράφεται στο μετωπιαίο φλοιό.

Τα συναισθήματα που κοχλάζουν πίσω από το κατώφλι του συνειδητού μπορεί να έχουν έναν ισχυρό αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αντιδρούμε, έστω και αν δεν έχουμε ιδέα ότι έχουν ενεργοποιηθεί. Πάρτε για παράδειγμα, έναν άνθρωπο που έχει ενοχληθεί από μια δυσάρεστη συνάντηση το πρωί, κι ύστερα είναι εκνευρισμένος επί ώρες, θεωρεί τα πάντα προσβλητικά, έστω κι αν δεν υπάρχει ίχνος τέτοιας πρόθεσης, και τα βάζει με όλους χωρίς κανένα λόγο. Μπορεί να μην έχει ιδέα για την επιθετικότητά του και θα ξαφνιαστεί αν κάποιος του το επισημάνει, παρόλο που η ευερεθιστότητά του αυτή προέρχεται από την αντίληψή του και υπαγορεύει την απότομη συμπεριφορά του. Αλλά μόλις η αντίδραση αυτή υποπέσει στην αντίληψή του, μόλις καταγραφεί στο φλοιό, ο άνθρωπος μπορεί να επαναξιολογήσει τα πράγματα, να αποφασίσει να απομακρύνει τα συναισθήματα που ένιωσε την ημέρα εκείνη, και να αλλάξει διάθεση και στάση. Έτσι η συναισθηματική αυτοεπίγνωση γίνεται ο ακρογωνιαίος λίθος για το επόμενο οικοδόμημα της συναισθηματικής νοημοσύνης: την ικανότητα να απαλλασσόμαστε από μια κακή διάθεση. 

Από το βιβλίο του Daniel Goleman: “Η συναισθηματική νοημοσύνη”, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. 

Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.