«Μια συναυλία από το πουθενά για το πουθενά».


“Foivos Road”, ΟΑΚΑ
Όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, η χρονική στιγμή στην οποία καλούνται οι εξαθλιωμένοι από τα εξοντωτικά μέτρα λιτότητας Έλληνες να πληρώσουν εισιτήριο για να «δοξάσουν» το συνθέτη και παραγωγό της εγχώριας σύγχρονης μουσικής παρακμής, αγγίζει τα όρια του μεταφυσικού. Εν μέσω εθνικής κατάθλιψης, ο κατ’ εξοχήν καλλιτεχνικά υπεύθυνος για την αποθέωση της μπουζουκόβιας υπο–κουλτούρας προσκαλεί τον κόσμο που τον στήριξε έμπρακτα τα τελευταία 20 χρόνια της καριέρας του, ν’ αναπολήσει μαζί του μια αδιέξοδη διαδρομή που άρχισε στις καλυμμένες με άοσμα γαρίφαλα πίστες και που ενώ κάτω από κανονικές συνθήκες δε θα μπορούσε να πάει βήμα παραπέρα, κατάφερε ωστόσο να φτάσει μέχρι το Ο.Α.Κ.Α.
Αναρωτιέμαι: Στην περίπτωση του Φοίβου μπορούμε άραγε να μιλάμε για κανονικότητα ή μήπως τελικά το «φαινόμενο» αυτό της ελληνικής δισκογραφίας αποτελεί μια πέρα για πέρα κανονική εξέλιξη της πραγματικότητάς μας;
Η επετειακή mega-συναυλία έρχεται να μας θυμίσει τις δύο τελευταίες δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων οι νεοέλληνες των διακοπο-δανείων, των τζιπ, των off shore και της φοροδιαφυγής έπεφταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα στους προκάτ τοίχους των μπουζουκομάγαζων που φιλοξενούσαν «μεγάλες προσωπικότητες» της μουσικής, προσφέροντας το πλαστικό τους χρήμα και την κουρελιασμένη αισθητική τους θυσία στο βωμό του απόλυτου κενού.
Το γεγονός ότι οι «συνθέσεις» του Φοίβου έγιναν τεράστιες επιτυχίες αποτελεί αδιαφιλονίκητη απόδειξη ότι η φιλοσοφία του fast food πέτυχε και στο βασανισμένο πεντάγραμμο. Οι φωνές του μετα–millenium ηλεκτρονικού σεβντά σκοτώνονταν για ένα τραγούδι του νεαρού συνθέτη που θα τους έδινε το εισιτήριο για την «κορυφή», μια θέση στα high-tech στερεοφωνικά των SUV αυτοκινήτων που πλημμύριζαν τα αυθαίρετα πάρκινγκ της ελληνικής νύχτας, την αναγνώριση της προσφοράς τους στον «πολιτισμό» αυτού του τόπου.
Τα καλλιτεχνικά πρόσωπα/εικόνες της τελευταίας 20ετίας, guest stars της σαχλής σκηνής των πρωινάδικων, που πρωταγωνίστησαν στα μεταμεσονύχτια τσιφτετέλια και έγιναν μοντέλα προς μίμηση της μελοποιημένης ready to wear μελαγχολίας, συναντιούνται στη σκηνή ενός θεάτρου σκιών και μεθυσμένων αναμνήσεων σε μια ύστατη προσπάθεια να μας θυμίσουν ότι ακόμα υπάρχουν. Βασικά, εκείνοι μας θυμήθηκαν επειδή δε διακινδυνεύουν να τους ξεχάσουμε εμείς. Επειδή προφανώς αναπολούν τις αξημέρωτες νύχτες που μάζευαν τα εκατομμύρια τα οποία σκορπούσαν στα πόδια τους καθοδηγούμενα θύματα μιας τραγουδισμένης ατέρμονης ερωτικής απόρριψης, αντίστοιχης αποτελεσματικότητας με το άγγιγμα του Μίδα.
Θα πει κάποιος, ότι «ο κόσμος αυτά ήθελε» και ότι ζούμε σε μια ελεύθερη αγορά, στην οποία ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Αν εμένα προσωπικά τα ρηχά τραγουδάκια του Φοίβου μού ακούγονται σαν παράσιτα χαλασμένου ραδιοφώνου, δε σημαίνει ίσως τίποτα, μάλλον δεν έχει την παραμικρή σημασία.
Όμως, μετά την κατάρρευση της νεοελληνικής ηθικής και των σαθρών αξιών της, μετά την απογύμνωση του πλαστικοποιημένου «δήθεν» και της μπουρτζοβλάχικης απλοχεριάς των τελευταίων είκοσι ετών που έχτισε ολόκληρες αυτοκρατορίες χωρίς θεμέλια, μου φαίνεται τρομακτική και προκλητική κάθε αναφορά/νοσταλγία σε εκείνη τη χρονική περίοδο.
Άσχετο υστερόγραφο: Ως τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δε διάβασα πουθενά, σε κανένα δελτίο Τύπου της διοργάνωσης αν, έστω, μέρος των εσόδων θα δοθεί σε άπορους, άνεργους, πεινασμένους συμπολίτες μας. Μήπως μου ξέφυγε ή το φυλάνε για έκπληξη;
ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

 Πηγή
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.