Στη χώρα της απόλυτης απάθειας

Ο καπιταλισμός είναι πηγή δυστυχίας – αυτό είναι αναμφίβολο. Η αποικιοκρατία και το δουλεμπόριο άφησαν πίσω τους δεκάδες αν όχι εκατοντάδες εκατομμύρια θύματα. Μετά, την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, όταν εμφανίστηκαν και  τα πρώτα σοσιαλιστικά ρεύματα, η ζωή των μη αστών, δηλαδή της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων στις μητροπολιτικές χώρες του καπιταλισμού, ήταν μια κόλαση από τη στιγμή της γέννησης μέχρι τον (συνήθως πρόωρο) θάνατο. Για τον υπόλοιπο κόσμο ούτε συζήτηση.
Τον 20ο αιώνα η ανθρωπότητα έζησε δυο παγκόσμιους πολέμους και αμέτρητους άλλους περιφερειακούς, τον φασισμό και το ναζισμό, άπειρη φτώχεια και καταπίεση, χούντες, δυο τεράστιες οικονομικές κρίσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις (1929 και 1972-73, με την τελευταία να συνδέεται σχεδόν άμεσα μ’ αυτήν του 2008 αφού αποτελεί την αρχή μιας διαρκούς καπιταλιστικής παρακμής παρά τα κάποια εμβόλιμα σκαμπανεβάσματα). Σα να μην έφταναν αυτά, γνώρισε και την μεγάλη απογοήτευση της ρωσικής επανάστασης, της πιο μεγάλης αποτυχίας του, με την ευρεία έννοια, αντικαπιταλιστικού πόλου, που μέσα σε λίγες στιγμές, από επανάσταση εξελίχθηκε σε σκληρό ολοκληρωτισμό και γραφειοκρατική παρακμή.
Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία είχε και αρκετές φωτεινές στιγμές, αρκετές εκλάμψεις. Η πρόοδος σε πάρα πολλούς τομείς της επιστήμης, τα αριστουργήματα που έδωσε η τέχνη, τα ελευθεριακά κινήματα, κατά κάποιο τρόπο διέσωσαν την αξιοπρέπεια της ανθρωπότητας που κατά κανόνα πορεύεται μέσα στο χρόνο σαν κατάδικος εγκλωβισμένος σε μια αίθουσα βασανιστηρίων με βασανιστές και δήμιους την Εξουσία (πολιτική και θρησκευτική) και, από ένα σημείο και μετά, τον καπιταλισμό.
Στην μεταμνημονιακή Ελλάδα όμως, φαίνεται πως κι αυτές οι εκλάμψεις λείπουν. Ακόμα και οι μικρές χαρές της καθημερινότητας που είναι έμφυτες με την ανθρώπινη δραστηριότητα, (π.χ. το γέλιο, ή έστω η πρόσκαιρη ανεμελιά, η αίσθηση ότι «ζεις και αυτό δεν είναι μόνο μια μικρή μεν αλλά διαρκής νίκη, αλλά και ότι ελπίζεις σε κάποιες στιγμές ευτυχίας μέχρι να ξαπλώσεις στο νεκροκρέβατο») φαίνεται πως έχουν εξαφανιστεί οριστικά και αμετάκλητα.
Γιατί τόση απαισιοδοξία; θα ρωτήσει εύλογα κάποιος. Υπήρξαν κι άλλες δύσκολες περίοδοι. Υπήρξαν  χούντες, πόλεμοι, ναζιστική κατοχή, εμφύλιος, το παρακράτος της Δεξιάς, μπατσοκρατία κλπ., αλλά ο κόσμος κατάφερε ν’ αντισταθεί, να ζήσει, να χαρεί, να δημιουργήσει. Ναι, σύμφωνοι. Αλλά αυτό που φαίνεται να διαφοροποιεί τη σύγχρονη μιζέρια από τη γενικευμένη δυστυχία άλλων εποχών είναι η απίστευτη, εξαιρετικά βαθιά, σχεδόν καθολική, απάθεια των δυστυχισμένων της σύγχρονης Ελλάδας. Η πλήρης και εξοργιστική αποπολιτικοποίηση, η ασύλληπτη ηλιθιότητα που οδηγούν σε επιλογές, συμπεράσματα και συμπεριφορές που αρμόζουν σε διανοητικά καθυστερημένο πίθηκο (ένας υγιής χιμπατζής μάλλον θα τα πήγαινε καλύτερα): Για παράδειγμα με τη ανεργία στο απίστευτο 23,6 % και ενώ το 81,5% των αποταμιεύσεων στην Ελλάδα δεν υπερβαίνει τα 2.000 ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (στοιχεία έως την 30 Ιουνίου), οι Έλληνες έβγαλαν κυβέρνηση που στηρίζει ανοιχτά τις Νεοφιλελεύθερες πολιτικές! Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι μόνο το 0,4% έχει καταθέσεις που υπερβαίνουν τα 10.000 ευρώ, η απάντηση στο «μα ποιοι ψήφισαν Ν.Δ.,, ΠΑ.ΣΟ.Κ και ΔΗΜ.ΑΡ. ;», όσο κι αν φαινομενικά είναι εύκολη, δεν παύει να αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής…
Σ’ όλα αυτά,
αν προσθέσεις το φαινόμενο των νέο-ναζιστών που εγκληματούν σε καθημερινή βάση ενάντια σε όλη την κοινωνία, λέγοντας διαρκώς εξοργιστικά απίστευτες ηλιθιότητες, ανακρίβειες, ψέματα και κάνοντας εμετική Γκεμπελική προπαγάνδα – συμμορία που στηρίχθηκε από 426.000 «ανθρώπους» (;) στις εκλογές του Ιουνίου 2012 και η οποία μετά από κάθε αγριότητα που διαπράττουν τα μέλη της (που κανονικά θυμίζουν ήρωες καρτούν κακής ποιότητας) φαίνεται πως μεγαλώνει την απήχησή της (με τη βοήθεια και των ΜΜΕ).
Αν προσθέσεις τους Ανεξάρτητους Έλληνες που από τη μια μιλούν για «προλεταριάτο» και κατακεραυνώνουν τις νεοφιλελεύθερες κυβερνητικές επιλογές και από την άλλη ξυπνούν και κοιμούνται με το φόβο της «Νέας Τάξης Πραγμάτων» και ζουν αποβλακωμένοι μέσα στα πιο γελοία και αστήριχτα συνωμοσιολογικά σενάρια, σύμφωνα με τα οποία, εν ολίγοις, ο Εκλεκτός Ελληνικός Λαός έχει μπει στο στόχαστρο των πάντων, Κρατών, πολυεθνικών, ανθρώπων και εξωγήινων (μην ρωτάτε το γιατί ειδικά η Ελλάδα….).
Αν προσθέσεις το νερόβραστο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που παρά την τεράστια εκλογική του επιτυχία, δεν καταφέρνει (άραγε, δεν θέλει, δεν μπορεί ή και τα δύο;) να υπερασπίσει την κοινωνία ούτε στο πιο ασήμαντο ζήτημα και δεν μπορεί να οργανώσει ούτε ένα υποτυπώδες «Ενιαίο Κοινωνικό Μέτωπο» που θα διεκδικούσε για αρχή έστω κάποια στοιχειώδη.
Αν προσθέσεις το ΚΚΕ που, παρόλο που εισέπραξε την μεγαλύτερη μεταπολιτευτική εκλογική φάπα, δεν καταφέρνει καν να σκεφτεί ότι ίσως πρέπει να κάνει κάποια αυτοκριτική, αλλά αρκείται σε γιορτάσια και φεστιβάλ όπου (ελάχιστοι πλέον) νεολαίοι και νεολαίες, με βλέμμα φανατικού χριστιανού, τραγουδούν μια φορά το χρόνο κάποιο τραγούδι για την τιμημένη εργατιά και παίρνουν θέσεις στις πλατείες όταν μιλάει η Γ.Γ. με πειθαρχία και ακρίβεια συμμετέχοντος σε σοβιετικό υπερθέαμα.
Αν προσθέσεις την πολυδιασπασμένη εξωκοινοβουλευτική Αριστερά που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι κάποιο εργαλείο ανάλυσής της μάλλον είναι εκτός λειτουργίας και γι’ αυτό μονολογεί διαρκώς, σαν χαλασμένο ρομπότ, «κινεζοποίηση – κινεζοποίηση».
Αν προσθέσεις τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο που παρά τις καλές προθέσεις, το ρεύμα που φαίνεται να έχει και την βελτίωσή του από άποψη πολιτικής συνειδητοποίησης και στόχευσης, δεν μπορεί ποτέ και με τίποτα να οργανώσει ούτε καν τις δικές του αμέτρητες συλλογικότητες σε κάποια κοινή δράση που θα είχε αποτελέσματα και απήχηση σε περισσότερο κόσμο.
Αν προσθέσεις το ρατσισμό και την ξενοφοβία που έχει διαχυθεί στο συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, την πίστη των περισσότερων σε πράγματα αδιανόητα όπως π.χ. η θρησκεία (και το σεβασμό στην Εκκλησία Α.Ε.) και τον βαθύ συντηρητισμό της πλειοψηφίας σε κάθε θέμα που είναι γενικού ενδιαφέροντος.
Αν προσθέσεις την βαθιά αμορφωσιά αλλά και την ολοφάνερη απέχθεια για μόρφωση, την παντελή έλλειψη αλληλεγγύης, την συνεχή γκρίνια για τα πάντα η οποία όμως ποτέ δεν συνδυάζεται με καμία απολύτως δράση (όπως απεργίες, πορείες διαμαρτυρίας, συμμετοχή σε αντιδομές κλπ. που ναι μεν υπάρχουν αλλά δεν έχουν μαζική συμμετοχή και όποιος συμμετέχει, τελικά βλέπει συνέχεια γνωστές φάτσες που πετύχαινε από παλιά σε παρόμοιες συνθήκες ή σε διακοπές στην Ικαρία και σε συναυλίες…),
ε, αν μετά απ’ όλα αυτά (και πολλά άλλα κωμικοτραγικά που συμβαίνουν σ’ αυτή τη χώρα) δεν ντρέπεσαι που είσαι Έλληνας, είναι επειδή μάλλον δεν αντέχεις πια και αρχίζει να σε παίρνει και σένα η κάτω βόλτα.

Πηγή
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.