Το Αλαλούμ τη Σύγχρονης Τέχνης


 




Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΟΣΚΕΛΗΣ


Στον χώρο της σύγχρονης Τέχνης οι κρίσεις, ειδικά οι αρνητικές, δεν γίνονται δεκτές. Είναι σαν το πολιτικώς ορθό, που έχει φιμώσει κάθε διάλογο.
                                                                                    Φ. ντε  Μοντεμπέλλο

Πόσες φορές δεν σταθήκατε απορημένοι μπροστά σε κάποιο σύγχρονο «έργο Τέχνης», έχοντας την αλγεινή εντύπωση ότι ο καλλιτέχνης σας δουλεύει; Όταν στη συνέχεια προσφύγατε στο απαραίτητο συνοδευτικό κείμενο κάποιου «κριτικού», αντί να αισθανθείτε «διαφωτισμένοι» αναρωτηθήκατε εύλογα: «Τελικά, υπάρχει σήμερα Τέχνη;». Σε ένα ανέκδοτο στην Ελλάδα βιβλίο με συνεντεύξεις τού Γουίλλιαμ Μπάροουζ, με τίτλο The Job, ο μεγάλος αμερικανός συγγραφέας, μεταξύ άλλων πολλών και θαυμαστών λέει ότι «συμφέρον της Ιατρικής είναι η ύπαρξη της αρρώστιας, συμφέρον των βιομηχάνων είναι το αναλώσιμο και το εφήμερο». Επεκτείνοντας το σκεπτικό του θα λέγαμε ότι συμφέρον των «κριτικών Τέχνης» (;) είναι η ύπαρξη Τέχνης. Αν δεχτούμε ότι η σύγχρονη Τέχνη είναι σκουπίδια, τότε όλοι αυτοί οι «πεφωτισμένοι εξηγητές» χάνουν τον μοναδικό λόγο ύπαρξής τους. Ας θαυμάσουμε κάποιες τέτοιες εμβριθείς «αναλύσεις» του σύγχρονου καλλιτεχνικού Τίποτα, από τους «ειδικούς» του τεχνοκριτικού ιερατείου.

Σε γνωστό δεκαπενθήμερο πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό δημοσιεύτηκε, πριν από λίγο καιρό, κείμενο γνωστού τεχνοκριτικού το οποίο εκθείαζε το σκηνικό που έφτιαξε ο γνωστός «διεθνής καλλιτέχνης» της arte povera  (ή μήπως povera arte;) Γιάννης Κουνέλλης, για την παράσταση τεσσάρων αρχαίων τραγωδιών μέσα σε ένα παλιό εργοστάσιο. Απολαύστε τη βαθυστόχαστη «ανάλυση» του «έργου» του που κάνει ο Κουνέλλης, επικροτούμενος από τον γνωστό τεχνοκριτικό:
Ø               «Το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Siemens, όπου πρωτοπαρουσιάστηκαν τα έργα αυτά, συνδέεται με τις οικονομικές ρήξεις του 19ου αιώνα, το κάρβουνο, και τη βιομηχανική επανάσταση. Θυμίζει εντελώς λαϊκή εκκλησία και συνδέεται με τον ανθρωπισμό των νεότερων χρόνων». (Το απάνθρωπο εργοστάσιο-κολαστήριο του 19ου αιώνα, που επικρίθηκε από πλειάδα συγγραφέων και διανοούμενων, «λαϊκή εκκλησία και έκφραση ανθρωπισμού των νεότερων χρόνων»!).
Ø               «Κάνουμε θέατρο για να ξαναμελετήσουμε μια κεντρικότητα στον χώρο, αυτά που χάσαμε και αυτά που μπορούμε να ξανακερδίσουμε από την Τέχνη». (Μάλλον κάνετε θέατρο για να ξανακερδίσετε μια εκκεντρικότητα στον χώρο! Όσο γι’ αυτά που χάσαμε στην Τέχνη – χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες ανθρώπων του είδους του Γ. Κουνέλλη– μάλλον δεν πρόκειται να το ξανακερδίσουμε ποτέ!).
Ø               «Δεν θέλησα να κάνω μια σκηνογραφία αλλά ένα πηγάδι. Το πηγάδι της Ιστορίας και της διαλεκτικής της». (Ευχαριστούμε που μας μάθατε – μεταξύ άλλων – ότι η Ιστορία και η διαλεκτική της είναι ένα πηγάδι!).
Ø               «Γιατί ψάχνω στις τέχνες το δράμα που χάθηκε, τις αληθινές σκιές που εξέλιπαν με τις λογικές οργανώσεις και τις προοπτικές». (Το δράμα και οι σκιές στις τέχνες δεν θα χαθούν ποτέ, όσο θα υπάρχουν οι παράλογες οργανώσεις και η έλλειψη προοπτικής του κ.Κουνέλλη!).
Ø               «Τώρα, η αλλαγή της γλώσσας μέσα στο ίδιο το πηγάδι ίσως φτιάξει μια νέα ελευθερία που δεν γνωρίζουμε». (Ουάου! Ανατρίχιασα! Απίθανο! Μεγαλοφυές!).
Ø               «Σε ένα κέντρο και σε ένα κάδρο μπορούμε να είμαστε δραματικά ελεύθεροι». (Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή Κουνέλλης! Και οι έκκεντροι ντανταϊστές που πίστευαν – οι αφελείς – ότι το κάδρο περιορίζει το έργο τέχνης! Για το κέντρο πάντως δεν είπαν τίποτα!).
Ø               «Στην πρότασή μου ο χρόνος συμπλέκεται με τον χώρο». (Να το αναφέρετε αυτό τους ανίδεους αστροφυσικούς, που πιστεύουν ότι ο χρόνος και ο χώρος συνυπάρχουν από καταβολής σύμπαντος Κόσμου, όπως το απέδειξε πριν από εκατό χρόνια ο Αϊνστάιν!).
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να συνεχίσω, για να αποδείξω το αυταπόδεικτο! Επιτέλους, ποιος γενναίος θα ορθωθεί και θα βροντοφωνάξει (όπως στο γνωστό παραμύθι του Άντερσεν): «Ο Βασιλιάς είναι γυμνός!»;
Προσωπικά (και ως μη-εδικός «κριτικός)  πιστεύω τα εξής για την Τέχνη:
1)       Η Μεγάλη Τέχνη δεν χρειάζεται «εξηγητές». Και ο πλέον απαίδευτος θεατής          στέκεται με δέος μπροστά στην αρχαία ελληνική γλυπτική, στην Καπέλλα Σιξτίνα του Μικελάντζελο, στους πίνακες του Ρέμπραντ, του Γκρέκο, του Ντελακρουά, του Γκωγκέν του Βαν Γκογκ, του Νταλί, του Μπέηκον. Η «εξήγηση» μειώνει την Μεγάλη Τέχνη. Κριτήριό της είναι το δέος που νοιώθουμε στο αντίκρυσμά της.
2)       Όλοι οι παλαιότεροι καλλιτέχνες (μέχρι και το 1970) συνόδευαν τουλάχιστον με ένα στέρεο θεωρητικό υπόβαθρο το έργο τους. Ποιος σύγχρονος καλλιτέχνης το κάνει αυτό; Όταν κάποτε ρώτησα κάποιον φίλο ζωγράφο, γνωστό εκπρόσωπο της σύγχρονης αφαίρεσης, για το βαθύτερο νόημα των πινάκων του, μου απάντησε: «Δεν ξέρω, το κάνω γιατί έτσι μου βγαίνει»! Αν δεν κατανοεί ο ίδιος ο καλλιτέχνης το έργο του, πώς περιμένουμε να το κατανοήσει ο θεατής;
3)       Αυτή η ανικανότητα του σύγχρονου καλλιτέχνη να έχει θεωρητικό υπόβαθρο έκανε ακόμη πιο επιτακτική την ύπαρξη του «κριτικού Τέχνης»(;): το σημαίνον (έργο Τέχνης) χρειάζεται τον λόγο του για να αποκτήσει σημαινόμενο (καλλιτεχνικό περιεχόμενο). (Χρειάστηκε να γράψει ο Λυοτάρ τη Μεταμοντέρνα Κατάσταση για να αισθανθούν αίφνης «μεταμοντέρνοι» πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες).
4)       Αυτό το «σημαινόμενο» υφαίνεται με κάθε είδους και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας επιχειρήματα: Ένα βίντεο με πιτσιρίκες που μιλάνε για τις ερωτικές τους εμπειρίες γίνεται «κοινωνιολογικό σχόλιο για τις ευημερούσες κοινωνίες του Βορρά»! Ένας άνθρωπος από λινάτσα που κολυμπάει ανάμεσα σε στάχτες και γυάλινους σωλήνες γαλάζιου νέον, επικυρώνει την ύπαρξή του ως έργου Τέχνης επειδή θυμίζει(;) την αναπαράσταση του ποταμού Ιλισού στο αέτωμα του Παρθενώνα! Ένας άντρας με τα χέρια ανοιχτά «θέτει το πρόβλημα της ρυθμικής χρονικής ακύρωσης και του φωτός ως υλικού μέσου που διατυπώνει όγκο αλλά δεν προχωρεί στη λύση του»! Κλπ., κλπ., κλπ. Με αυτή τη διαδικασία μπορούμε να «αναβαθμίσουμε» σε έργο Τέχνης ο,τιδήποτε! Ωστόσο, ό,τι κι αν γράψουν οι «κριτικοί Τέχνης»(;) δεν θα κατορθώσουν να πείσουν τον θεατή που διαθέτει στοιχειώδη νοημοσύνη ότι είναι Τέχνη τα εκτρώματα του Τζεφ Κουνς, του Ντέμιαν Χιρς, του Τόνυ Κρεγκ και άλλων σύγχρονων απατεώνων που υποδύονται τους καλλιτέχνες, συνεπικουρούμενοι από τους «κριτικούς».
5)       Αυτή είναι η κληρονομιά και η κατάρα του (αληθινού) εικονοκλάστη Μαρσέλ Ντυσάν, της ρόδας ποδηλάτου και του ουρητηρίου του: μια πρόκληση που επαναλαμβάνεται δεν είναι πρόκληση αλλά κοινοτοπία. Αν όλα είναι Τέχνη, τίποτα πλέον δεν είναι Τέχνη!
6)       Η «μεταμοντέρνα κατάσταση» (τέλος των αριστουργημάτων, αναβίωση/ανάμιξη παλαιότερων στυλ) δεν δίνει απαραιτήτως άφεση αμαρτιών σε όλα τα σύγχρονα τερατουργήματα. Υπάρχουν μεταμοντέρνοι καλλιτέχνες που είναι μεγάλοι (το αποδεικνύει ο Τσόκλης με τα τελευταία κυρίως έργα του).
7)       Γνωστός τεχνοκριτικός αποφαίνεται: «Η σύγχρονη Τέχνη είναι μετωνυμική και διαδραστική, που θα πει ότι προτείνει μεν έναν θεατρικό χώρο, αλλά το κείμενο θα το συνθέσει ο θεατής». Για να το κάνει αυτό ο θεατής θα πρέπει να έχει γνώση ολόκληρης της Ιστορίας της Τέχνης και –πάλι επιμένω ο αδαής!– να κατανοεί το περιεχόμενό του. Το «ανοιχτό έργο Τέχνης» προϋποθέτει λοιπόν τεράστιες γνώσεις, ευστροφία, οξύνοια, διεισδυτικότητα και δημιουργικότητα από την πλευρά του θεατή. Πόσοι θεατές έχουν αυτές τις υψηλές προδιαγραφές; Τελικά, οι σύγχρονοι καλλιτέχνες δημιουργούν μόνο για μια happy few μειοψηφία;

Ως εκ τούτου, δεν είναι ψέμα ότι το 90% της σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής είναι στείρες προσπάθειες καταναγκαστικής «πρωτοτυπίας» και ταχυδακτυλουργικού εντυπωσιασμού των ιθαγενών-θεατών, δηλαδή σκουπίδια. Δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να το ομολογήσουμε, ούτε και να είμαστε επιλεκτικοί. Η επιλεκτικότητα είναι δείγμα ποιοτικής απαίτησης. Ας ψάξουμε λοιπόν για το 10% που είναι Μεγάλη Τέχνη και η οποία δεν χρειάζεται «εξηγήσεις», γιατί μιλάει από μόνη της. Οι «εξηγήσεις» χρειάζονται σε άσχετους πάμπλουτους συλλέκτες, που απαιτούν έγγραφα εχέγγυα από τους «κριτικούς», για να διασφαλίσουν έτσι την «αξία» των χρυσοπληρωμένων αποκτημάτων τους στο «χρηματιστήριο της Τέχνης». Λοιπόν, τελικά όλα είναι Τέχνη για λίγους ή τίποτα δεν είναι Τέχνη;

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΟΣΚΕΛΗΣ είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας και συγγραφέας.

 http://zenithmag.wordpress.com
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.