Σημειώσεις για την ιστορία των φασιστικών κινήσεων στην Ελλάδα

του Γιώργου Αλεξάτου
Η εκκόλαψη ήταν μακρόχρονη και το αυγό του φιδιού έσπασε, με τις 440.000 ψήφους αυτών που επέλεξαν το κόμμα των νοσταλγών του Χίτλερ για να εκφράσουν τη διάθεσή τους «να ξεβρομίσει ο τόπος». Η εγκληματική συμμορία μετατράπηκε έτσι σε κοινοβουλευτικό κόμμα, άρα έπαψε να είναι περιθωριακή. Κι αυτό που απασχολεί ή που θα έπρεπε να απασχολεί την Αριστερά, είναι το κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε πια για φασιστικό κίνδυνο στην Ελλάδα. Για το ενδεχόμενο να αποτελέσουν αυτές οι 440.000 ψήφοι στην Χρυσή Αυγή τη βάση για τη συγκρότηση μαζικού φασιστικού κινήματος, ικανού να απειλήσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις, την ίδια την ύπαρξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Η αλήθεια είναι ότι στη χώρα μας ουδέποτε υπήρξε φασιστικό κίνημα, με χαρακτηριστικά ανάλογα με αυτά των κινημάτων που αναπτύχθηκαν στη μεσοπολεμική Ιταλία, τη Γερμανία, την Ισπανία κ.λπ. Που εντοπίζονταν στην υιοθέτηση από μεγάλα τμήματα λαϊκών μαζών, κυρίως της μικροαστικής τάξης, μιας ιδεολογίας εθνικιστικής, ιμπεριαλιστικής ή απλώς επεκτατικής, λαϊκιστικής-αντιπλουτοκρατικής (αλλά όχι αντικαπιταλιστικής), αντικομμουνιστικής και αντιδημοκρατικής, και τη στοίχισή τους πίσω από ένα πολιτικό σχέδιο βίαιης συντριβής του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, μέσω της κατάλυσης των θεσμών της αστικής δημοκρατίας.
Υποστηρίζω ότι στην Ελλάδα, αν και υπήρξαν φασίστες, φασιστικές ομάδες και οργανώσεις, δεν υπήρξε φασιστικό κίνημα. Όπως, επίσης, υπήρξαν και καθεστώτα δικτατορικά, τα οποία όμως δεν ήταν φασιστικά. Ακριβώς γιατί κάθε καθεστώς έκτακτης ανάγκης δεν είναι οπωσδήποτε φασιστικό, όσο κι αν κάποια στοιχεία που το χαρακτηρίζουν μπορεί να έχουν και φασιστική προέλευση. Ανεξαρτήτως του αν πολλά ή και τα περισσότερα στελέχη του είναι φορείς της φασιστικής ιδεολογίας.
Για να μιλήσουμε για φασισμό πρέπει να πάρουμε υπόψη το βασικό χαρακτηριστικό του, που το διαφοροποιεί από τα άλλα αστικά καθεστώτα έκτακτης ανάγκης. Και το χαρακτηριστικό αυτό είναι η στήριξή του σε μαζικό λαϊκό κίνημα, με εθνικιστικό-ιμπεριαλιστικό, λαϊκιστικό-αντιπλουτοκρατικό, αντικομμουνιστικό και αντιδημοκρατικό ιδεολογικό προσανατολισμό. Τέτοιο κίνημα δεν υπήρξε στην Ελλάδα.
Οι θεωρούμενες ως προδρομικές φασιστικές κινήσεις  
Είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι όχι μόνο υπήρξαν ισχυρές τάσεις φασιστικού προσανατολισμού στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και ότι υπήρξαν ακόμα και προδρομικά φασιστικά φαινόμενα. Ως τέτοια, αναφέρονται οι ιδεολογικές διακηρύξεις διανοουμένων όπως ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης, καθώς και το κίνημα των Επιστράτων του 1916-17.
Θεωρώ ότι μια τέτοια προσέγγιση είναι λανθασμένη.  Όσον αφορά στους διανοούμενους που αναφέρονται, ο μεν Γιαννόπουλος μπορεί να «τράβηξε στα άκρα» την αρχαιολατρία της κυρίαρχης ιδεολογίας του νεοελληνικού κράτους, αλλά το έκανε περισσότερο ως αντίδραση στην άλλη κυρίαρχη και συμπληρωματική ιδεολογική τάση, του εκδυτικισμού-εξευρωπαϊσμού. Στο έργο του δεν υπάρχουν στοιχεία ιμπεριαλιστικών προσδοκιών, πέραν φυσικά της κοινής σε όλους τους Έλληνες εκείνων των χρόνων αξίωσης για την εθνική ολοκλήρωση, με την ένταξη στο ελληνικό κράτος των περιοχών όπου ζούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί. Αντιστοίχως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πρόδρομος του φασισμού ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος, επιπλέον, υποστήριζε ότι ο ελληνισμός θα μπορούσε να αναδειχθεί σε κυρίαρχη εθνότητα στην Ανατολή, με τον μετασχηματισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και όχι με την αποσύνθεσή της και τη δημιουργία ισχυρού ελληνικού κράτους. Υποστηρικτής της ουδετερότητας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, προσέγγισε τις σοσιαλιστικές ιδέες υπό την επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης, ακολουθώντας αντίστροφο δρόμο απ’ αυτόν που ακολούθησε τα ίδια εκείνα χρόνια ο Μουσολίνι.
Ως προς το κίνημα των Επιστράτων, μόνο μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είχε φασιστικά χαρακτηριστικά. Συγκροτημένο από στρατιώτες και έφεδρους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς που αποστρατεύτηκαν από την αντιβενιζελική κυβέρνηση το 1916, όταν οι βενιζελικοί σχημάτισαν την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη, το κίνημα αποτέλεσε έκφραση της λαϊκής αντίθεσης στην είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Είναι περίεργη η απόδοση φασιστικού χαρακτήρα σε ένα αντιπολεμικό και αντι-επεκτατικό λαϊκό κίνημα, όταν μάλιστα στις γραμμές του συνυπάρχουν οι μικροαστοί των πόλεων και οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες με τους εργάτες, που ταυτίζουν τη φιλοπολεμική πολιτική των βενιζελικών με την παρουσία στο βενιζελικό στρατόπεδο των εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου της εποχής. Ένα αντιπλουτοκρατικό κίνημα που δεν στρέφεται και κατά των εργατών, σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φασιστικό. Πολλώ δε μάλλον, όταν συγκροτείται σε αντίθεση με την πολιτική του πολέμου και της συνοριακής επέκτασης.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι στις εκλογές του 1915, στη βάση αυτής ακριβώς της αντιπολεμικής τοποθέτησης, οι τάσεις των σοσιαλιστών που τρία χρόνια αργότερα ίδρυσαν το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ), το μετέπειτα ΚΚΕ, είχαν συνεργαστεί με τους αντιβενιζελικούς, εκλέγοντας και δυο βουλευτές, τους Αλμπέρτο Κουριέλ και Αριστοτέλη Σίδερη. Εκλογική συνεργασία, έστω και άτυπη αυτή τη φορά, υπήρξε και το 1920, όταν καταποντίστηκε ο Βενιζέλος, καθώς η πλειοψηφία του ελληνικού λαού τάχθηκε κατά της συνέχισης του πολέμου στη Μικρά Ασία.
Πολλές από τις απόπειρες ιστορικής προσέγγισης εκείνης της περιόδου χαρακτηρίζονται από μια τάση πρωθύστερης ανάλυσης. Έτσι, η δραστηριότητα του Ιωάννη Μεταξά, τόσο για τη συγκρότηση του κινήματος των Επιστράτων όσο και στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ως επικεφαλής ιδιαίτερου κόμματος, των Ελευθεροφρόνων, χρησιμοποιείται ως στοιχείο για την απόδοση φασιστικής ταυτότητας και στο κίνημα και στο κόμμα.
Προφανώς, παραβλέπεται το γεγονός ότι αυτός ο βαθιά συντηρητικός στρατιωτικός πολιτεύτηκε εκείνα τα χρόνια σε μια κατεύθυνση ριζικά αντίθετη απ’ αυτή που θα περίμενε κανείς από έναν φασίστα. Φασίστας που αντιτάσσεται στην πολεμική επεκτατική πολιτική; Που ακόμα και στην περίοδο που η παράταξή του, η αντιβενιζελική, βρίσκεται στην εξουσία και συνεχίζει τον πόλεμο στη Μικρά Ασία, είναι ο μόνος πολιτικός της χώρας (πέραν των σοσιαλιστών-κομμουνιστών) που διαφοροποιείται δημοσίως;
Αντιστοίχως, είναι μεγάλο λάθος να θεωρείται πως το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων κατέλαβε το δεξιό άκρο στον πολιτικό χάρτη της ελληνικής πολιτικής ζωής. Σε μια περίοδο κυριαρχίας και πάλι του βενιζελισμού, το κόμμα αυτό ιδρύθηκε ως μετριοπαθές, αποδεχόμενο τη νέα πραγματικότητα, όταν ο υπόλοιπος αντιβενιζελικός χώρος αρνήθηκε ακόμα και τη συμμετοχή στις εκλογές του 1923. Τουλάχιστον ως το 1933, το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων θεωρούνταν η κύρια πολιτική έκφραση του μετριοπαθούς αντιβενιζελισμού.
Εντούτοις, είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο Μεταξάς, όπως και άλλα επίλεκτα στελέχη του κόμματός του, εκδήλωνε φιλοφασιστικές τάσεις. Αλλά δεν ήταν ο μόνος. Το παράδειγμα της φασιστικής Ιταλίας, όπου η σιδηρά πυγμή του Μουσολίνι φαινόταν να έχει εξουδετερώσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να έχει βάλει σε λειτουργία ένα κράτος εύρυθμο, υπήρξε ελκτικό για πολλούς από τους Έλληνες πολιτικούς εκείνων των χρόνων.  Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ήταν κυρίως βενιζελικοί-«δημοκρατικοί» αυτοί που δεν δίσταζαν να εκφράσουν δημοσίως τον θαυμασμό τους για τον ιταλικό φασισμό. Από τον Νικόλαο Πλαστήρα και τον Θεόδωρο Πάγκαλο (που προσπάθησε ο δόλιος να αντιγράψει τον Μουσολίνι στα 1925-26, για να αποτύχει οικτρά), μέχρι και τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά και τον αγροτοσοσιαλιστή Ιωάννη Σοφιανόπουλο κ.ά.
Θα αρκούσε αυτή η συμπάθεια προς τον ιταλικό φασισμό, αλλά και οι απόπειρες στρατιωτικών κινημάτων για την επιβολή δικτατορίας των «δημοκρατικών», για να χαρακτηρίσει ως φασιστικό τον βενιζελικό χώρο; Είναι προφανές, ότι κανείς δεν θα ισχυριζόταν κάτι τέτοιο.
Οι φασιστικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου
Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου ζει στον απόηχο της μικρασιατικής τραγωδίας, που έβαλε ταφόπλακα στα τυχοδιωκτικά επεκτατικά οράματα της Μεγάλης Ιδέας. Ο εθνικισμός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί πια να εκφραστεί με επεκτατικές προσδοκίες και φυσικά δεν συνιστά εθνικισμό το παλλαϊκό αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα της Δωδεκανήσου και της Κύπρου, που επιπλέον στρεφόταν και ενάντια σε δυο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, την Ιταλία και τη Μεγάλη Βρετανία.
Ο ελληνικός καπιταλισμός γνωρίζει πρωτόγνωρους ρυθμούς ανάπτυξης, με τον συνδυασμό της συγκέντρωσης εντός των ελληνικών συνόρων τόσο του ισχυρού παροικιακού κεφαλαίου, που μέχρι πρόσφατα δρούσε στη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία,  όσο και των προσφύγων, που κατά εκατοντάδες χιλιάδες εντάχθηκαν στο προλεταριάτο, προσφέροντας στο ελληνικό κεφάλαιο άφθονη και φτηνή εργατική δύναμη.
Όταν, από το 1930, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγάλη οικονομική κρίση, η εργατική και λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράζεται με την ανάπτυξη αγώνων που όλο και περισσότερο καθοδηγούνται από το ΚΚΕ. Παράλληλα, διαμορφώνονται ευρύτατα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης, κυρίως στις προσφυγογειτονιές, που είχαν υποχρεωθεί προ πολλού να συγκροτήσουν ανάλογες μορφές κοινωνικής συνύπαρξης, μέσα από τα οποία εκφράζεται η συνείδηση της κοινότητας συμφερόντων φτωχών μικροϊδιοκτητών, απασχολουμένων εργατών και ανέργων. Επιπλέον, διαμορφώνονται μορφές παλλαϊκής ενότητας, με την έκφραση της αλληλεγγύης των μικροϊδοκτητικών στρωμάτων στις εργατικές κινητοποιήσεις, με τη συμπαράσταση των εργατών και των μικροϊδιοκτητών στις αγωνιστικές καθόδους των αγροτών στις πόλεις κ.λπ.
Στο πλαίσιο αυτό δεν υπήρχε έδαφος για την ανάπτυξη φασιστικού κινήματος. Οι φασιστικές οργανώσεις που είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από την προηγούμενη δεκαετία (η Ένωσις Ελλήνων Φασιστών, η Λεγεών Εθνικής Σωτηρίας, η Εθνική Ένωσις Ελλάς, η κ.ά.), αλλά και όσες ιδρύθηκαν στη συνέχεια (όπως το Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα Ελλάδος του Γεωργίου Μερκούρη), δεν κατορθώνουν να μαζικοποιηθούν τόσο, ώστε να αποτελέσουν πραγματική απειλή για το εργατικό και λαϊκό κίνημα, πόσο μάλλον για τη δημοκρατία.
Η μόνη οργάνωση που προκάλεσε κάποια ανησυχία ήταν η Εθνική Ένωσις Ελλάς (ΕΕΕ). Έχοντας συγκροτηθεί με κέντρο τη Θεσσαλονίκη, στηρίχτηκε από κύκλους κυρίως του βενιζελικού χώρου και έγινε πανελλαδικά γνωστή το καλοκαίρι  του 1931, όταν επιχείρησε να πυρπολήσει τον εβραϊκό συνοικισμό Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη.  Πρωτοστατώντας σε αντιεβραϊκές, αντικομμουνιστικές και αντισυνδικαλιστικές δραστηριότητες, θεώρησε πως ήταν σε θέση να αντιγράψει την Πορεία προς τη Ρώμη, που είχε φέρει τον Μουσολίνι στην εξουσία το 1922. Η κάθοδος στην Αθήνα, τον Ιούνιο 1933, κατέληξε σε φιάσκο, καθώς οι «χαλυβδόκρανοι» φασίστες βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους κομμουνιστές και διαλύθηκαν.
Η απόπειρα της ΕΕΕ να διεκδικήσει τη λαϊκή ψήφο στις δημοτικές εκλογές του 1934 απέφερε κάποια εντυπωσιακά αποτελέσματα στα Γιάννενα και στην Κοκκινιά, αλλά προκάλεσε και ανησυχία στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, που… έκοψαν την οικονομική επιχορήγηση στους Τριεψιλίτες. Στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 1936 η ΕΕΕ δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει παρά μόνο 505 ψήφους (ποσοστό 0,04%).
Θεωρώ πως οι φασιστικές οργανώσεις της εποχής δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν και να συγκροτήσουν κίνημα, κυρίως για δυο λόγους:
Από τη μια, δεν διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1930 όροι ταξικής αντιπαλότητας μεταξύ της εργατικής τάξης και των μικροϊδιοκτητικών κοινωνικών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου. Αντιθέτως, μέσα από τους λαϊκούς  θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης και τους κοινωνικούς αγώνες, αναπτύχθηκαν σχέσεις παλλαϊκής συμμαχίας, που αποτέλεσαν και το προοίμιο για την ανάπτυξη του μεγάλου λαϊκού συνασπισμού του ΕΑΜ, κατά την επόμενη δεκαετία. Η πολυσθένεια (ένταξη σε περισσότερες από μια κοινωνικές τάξεις στο πλαίσιο της ίδιας οικογένειας), η κοινωνική κινητικότητα (σχετικά εύκολο πέρασμα από την προλεταριακή στη μικροϊδιοκτητική κατάσταση και αντιστρόφως) και με τους μικρομαγαζάτορες, τους ανεξάρτητους τεχνίτες και μικροβιοτέχνες, και τους μικροκληρούχους ή και τους μεσαίους ακόμα αγρότες, των 30 και των 50 στρεμμάτων, να συμμερίζονται κοινές συνθήκες ανέχειας με τους εργάτες, δεν υπήρχε πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Ήταν σε όλους φανερή η κοινότητα συμφερόντων και η αντίθεση προς την κυρίαρχη πολιτική.
Από την άλλη, ο ελληνικός λαός, έχοντας υποστεί τις συνέπειες των πολεμικών περιπετειών της περιόδου 1912-22, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν είχε καμία διάθεση να ακολουθήσει οργανώσεις που πρόβαλαν επεκτατικούς στόχους.
Επιβεβαίωση αυτής της εκτίμησης αποτελεί και το γεγονός ότι οι σημαντικότερες φασιστικές οργανώσεις είχαν ιδιαίτερη επιρροή στη Θεσσαλονίκη και δευτερευόντως στα Γιάννενα. Εκεί, ο εθνικιστικός τους λόγος έβρισκε απήχηση σε μειοψηφικά τμήματα των μικροεμπόρων, που μπορεί να μην είχαν και ιδιαίτερη όρεξη να πολεμήσουν για καμιά Μεγάλη Ελλάδα,  είχαν όμως κάθε λόγο να παρεμποδίζεται η επαγγελματική δραστηριότητα των Εβραίων  ανταγωνιστών τους.
Αξιόλογη ήταν και η επιρροή στη φοιτητική νεολαία της εποχής. Προερχόμενοι κυρίως από την μεγαλοαστική και τη μεσοαστική τάξη, σε μια περίοδο όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, οι φοιτητές πολώθηκαν ανάμεσα στα δυο άκρα. Όσο πλησιάζουμε προς το 1936, η μεγάλη πλειονότητα,  όσων απ’ αυτούς εκδηλώνουν ενδιαφέρον για ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα, εντάσσεται είτε στην ΟΚΝΕ είτε στις φασιστικές οργανώσεις. Με μόνους τους φασίστες φοιτητές, φασιστικό κίνημα δεν μπορούσε να υπάρξει, καθώς το σύνολο των φοιτητών αποτελούσε μια μικρή μειονότητα στην τότε ελληνική νεολαία.
Ο Γερμανός πρεσβευτής Αϊζενόρ, σε αναφορά του προς το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 9/5/1934, δίνει τη δική του ερμηνεία για την αδυναμία ανάπτυξης φασιστικού κινήματος στην Ελλάδα, παρατηρώντας κάτι που μόνο ομοεθνής του θα του έδινε τόση σημασία. Εντούτοις, δεν είναι καθόλου αμελητέο:
«Οι αντικομμουνιστικές φασιστικές και εθνικοσοσιαλιστικές ελληνικές οργανώσεις είναι κατακερματισμένες και η ανάπτυξή τους εμποδίζεται από τη φυσική απειθαρχία του λαϊκού χαρακτήρα, την τάση να λένε πολλά λόγια και την αντίθεση προς δυναμικές μορφές δράσης. Ο ελληνικός λαός είναι πατριώτης, αλλά το κράτος και η ανάγκη να προσφέρει οποιαδήποτε θυσία για το κράτος τού είναι ξένες ως ιδέες».
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου
Παρά την αναγνώριση της αδυναμίας των φασιστικών οργανώσεων να αναπτυχθούν τόσο ώστε να απειλήσουν το εργατικό κίνημα και τους δημοκρατικούς θεσμούς, η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936 μοιάζει να διαψεύδει την άποψη ότι στη μεσοπολεμική Ελλάδα δεν υπήρξε φασισμός. Είναι αλήθεια ότι η δικτατορία που επέβαλαν ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς είχε πολλά από τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός φασιστικού καθεστώτος.
Σε αντίθεση με άλλα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης που εμφανίζονταν σαν λίγο-πολύ προσωρινά και μεταβατικά προς μια μορφή «υγιούς δημοκρατίας» (όπως την αντιλαμβάνονται οι εκάστοτε δικτάτορες),  η 4η Αυγούστου διακήρυττε ανοιχτά τον αντιδημοκρατικό της προσανατολισμό, θέτοντας ως στόχο ένα νέο κράτος, ολοκληρωτικό και αντικοινοβουλευτικό. Ως εγγυητής της οικοδόμησής του προβαλλόταν ο ηγέτης, ο Αρχηγός, ο Μεταξάς. Από την άποψη αυτή, το καθεστώς αντέγραφε πλήρως τα πρότυπα του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού.
Στο πλαίσιο αυτού του νέου κράτους, κάθε πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική δραστηριότητα θα έπρεπε να υποτάσσεται σ’ αυτό, να ελέγχεται απ’ αυτό και να κατευθύνεται απ’ αυτό. Έχουμε και εδώ αντιγραφή του ιταλικού και του γερμανικού προτύπου.
Ως υπέρτατος στόχος του νέου κράτους τέθηκε η δημιουργία ενός Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού, ισάξιου του αρχαιοελληνικού και του βυζαντινού, με τον συνδυασμό των βασικών ιδεολογικών χαρακτηριστικών και των δυο. Η 4η Αυγούστου αναφερόταν στον ελληνο-χριστιανικό πολιτισμό, ως βάση της ιδεολογίας του νέου κράτους, για τη συνέχιση της τρισχιλιετούς προσφοράς του ελληνικού έθνους προς την ανθρωπότητα. Στο σημείο αυτό η συγγένεια με το ιταλικό και το γερμανικό πρότυπο ελέγχεται. Η αναφορά στον χριστιανισμό αποτελεί βασικό στοιχείο φασιστικών κινημάτων, όπως η ισπανική Φάλαγγα, κανένα όμως δεν διακηρύσσει ως στόχο έναν πολιτισμό με οικουμενική απεύθυνση. Η απόκλιση είναι σαφής και γίνεται ακόμα πιο μεγάλη, καθώς το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είναι ξένο, όχι μόνο προς την εθνικοσοσιαλιστική φυλετική (ρατσιστική) ιδεολογία, αλλά και με την ιμπεριαλιστική ιδεολογία τόσο του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού όσο και του ιταλικού φασισμού.
Το καθεστώς έχει επίγνωση της απέχθειας του ελληνικού λαού έναντι των επεκτατικών πολεμικών εξορμήσεων, ενώ οι σχέσεις που διατηρεί τόσο με την Ιταλία όσο και με τη Μεγάλη Βρετανία το υποχρεώνουν να υποβαθμίζει ακόμα και ζητήματα που συγκινούσαν τον ελληνικό λαό, όπως αυτά της Δωδεκανήσου, της Κύπρου ή και της Βόρειας Ηπείρου. Η 4η Αυγούστου δεν ήγειρε αξιώσεις εδαφικής επέκτασης, συνεχίζοντας την πολιτική των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, που εναπόθεταν τις όποιες νεφελώδεις ελπίδες εθνικής ολοκλήρωσης στην καλή διάθεση των Ιταλών και Βρετανών κατακτητών, σε ενδεχομένως κατάλληλες μελλοντικές διεθνείς συγκυρίες.
Ούτε και η πολιτική απέναντι στις εθνικές μειονότητες στο εσωτερικό της χώρας διέφερε απ’ αυτή των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Ο αντισημιτισμός δεν αποτέλεσε σε καμιά περίπτωση στοιχείο της ιδεολογικής ρητορικής και της πολιτικής πρακτικής του καθεστώτος. Απεναντίας, η διάλυση των φασιστικών οργανώσεων επέτρεψε στους Εβραίους, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια (αν πάρουμε υπόψη την ανοιχτή εχθρότητα του βενιζελισμού προς τις εβραϊκές κοινότητες και κυρίως προς τη μαζικότερη απ’ αυτές, την παραδοσιακά αντιβενιζελική κοινότητα της Θεσσαλονίκης), να ζουν χωρίς τον φόβο τρομοκρατικών επιθέσεων και χωρίς την πρότερη άνιση μεταχείριση από τον κρατικό μηχανισμό. Αντίστοιχη ήταν η πολιτική και προς τη μειονότητα της Θράκης, σε μια περίοδο που οι σχέσεις με την Τουρκία παρέμειναν άψογες.
Η πολιτική του καθεστώτος έναντι της σλαβομακεδονικής και της εξαιρετικά συρρικνωμένης, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1925, βουλγαρικής μειονότητας, δεν αποτελούσε παρά συνέχεια της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η προσπάθεια βίαιου εξελληνισμού των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας εντάθηκε στα χρόνια της δικτατορίας, αλλά δεν ήταν αποκλειστικά δική της πολιτική.
Στην περίπτωση της δίωξης του κομμουνιστικού κινήματος, η 4η Αυγούστου γενίκευσε πρακτικές που ήδη είχαν εισάγει οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, με πρώτη και καλύτερη την κυβέρνηση του Βενιζέλου στα 1928-32, έργο της οποίας ήταν η ψήφιση του Ιδιώνυμου, η ίδρυση της Ειδικής Ασφάλειας, η θεσμοθέτηση της εκτόπισης στα ξερονήσια του Αιγαίου και ο εξαναγκασμός σε υπογραφή δηλώσεων αποκήρυξης του κομμουνισμού. Φυσικά, η δικτατορία προχώρησε στην απαγόρευση της λειτουργίας του ΚΚΕ, όπως και όλων των πολιτικών κομμάτων, και η καταστολή της παράνομης κομμουνιστικής δραστηριότητας προσέλαβε πολύ πιο βίαιο χαρακτήρα, με τις μαζικές δηλώσεις αποκήρυξης, τα γενικευμένα βασανιστήρια κ.λπ. Πρακτικές που δεν έχουν απουσιάσει και από άλλα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης που δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν φασιστικά, αλλά και από καθεστώτα κοινοβουλευτικά, όπως συνέβη και στην ίδια μας τη χώρα, μερικά χρόνια αργότερα, κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου.
Ήταν η 4η Αυγούστου φασιστικό καθεστώς; Υποστηρίζω πως όχι. Παρά τις όποιες ομοιότητες με τα τυπικά φασιστικά καθεστώτα, παρά τις προθέσεις του ίδιου του Μεταξά, που ήδη πριν την ανάληψη της πρωθυπουργίας είχε κάνει γνωστές τις ολοκληρωτικές του απόψεις, η δικτατορία απείχε πολύ από το να έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα την προσδιόριζαν ως φασιστική.
Δεν είναι μόνο η απουσία επεκτατικών τάσεων, ούτε μόνο ο περιορισμός της εθνικιστικής ρητορικής στην επίκληση της οικουμενικής εκπολιτιστικής αποστολής του ελληνικού έθνους, σε πλήρη διάσταση με τις φυλετικές θεωρίες και τις ιμπεριαλιστικές αξιώσεις  των προτύπων στα οποία αναφερόταν το καθεστώς. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Θρόνος, ως παράλληλος ισχυρός πυλώνας του καθεστώτος, υπονόμευε την μονοκρατορία του Αρχηγού Μεταξά, περιορίζοντας τη δύναμή του και ελέγχοντας τις πολιτικές του αποφάσεις. Το πιο σημαντικό είναι και πάλι η απουσία κινήματος πάνω στο οποίο θα μπορούσε να στηριχτεί το καθεστώς.
Στην Ελλάδα της 4ης Αυγούστου δεν υπήρξε κάτι ανάλογο του ιταλικού Φασιστικού ή του γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Ούτε καν κάτι ανάλογο της ισπανικής Φάλαγγας ή των ουγγρικών Σταυρωτών Βελών και της ρουμανικής Σιδηράς Φρουράς. Η απαγόρευση λειτουργίας πολιτικών κομμάτων συμπαρέσυρε στη διάλυση τόσο τις φασιστικές οργανώσεις όσο και το ίδιο το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Μεταξά. Η εξουσία στην Ελλάδα, στα 1936-41, δεν ασκούνταν από ένα φασιστικό κόμμα, αλλά από τον δικτάτορα, τον βασιλιά και τα κορυφαία στελέχη του κυβερνητικού και κρατικού μηχανισμού.
Η προσπάθεια του Μεταξά να αναπληρώσει το κενό με τη συγκρότηση της Εθνικής Οργάνωσης Νέων (ΕΟΝ) αποτελεί μια αναμφισβήτητη απόδειξη ότι το καθεστώς δεν είχε τη δυνατότητα στήριξης σε μαζικό λαϊκό αντιδραστικό κίνημα. Η ΕΟΝ παρέμεινε άμαζη, μέχρις ότου η ένταξη έγινε υποχρεωτική για τους μαθητές και τους φοιτητές.
Η δικτατορία αναμφίβολα είχε οπαδούς. Επρόκειτο για την πλειονότητα των αντιβενιζελικών, των βασιλοφρόνων, που πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν κάτι περισσότερο από συντηρητικοί μικρονοικοκυραίοι, που συμπαθούσαν τη δικτατορία γιατί «έφερε την ησυχία και την τάξη στον τόπο», πόσο μάλλον που επικεφαλής της ήταν ο βασιλιάς κι ένας δικός τους άνθρωπος, ο Μεταξάς. Δεν αμφιβάλλουμε ότι ανάλογη στάση θα κρατούσε μεγάλο μέρος των οπαδών του βενιζελισμού έναντι μιας δικτατορίας της δικής τους παράταξης, αν είχε πετύχει κάποιο από τα κινήματα των «δημοκρατικών» στρατιωτικών, είτε το 1933 είτε το ’35.
Η αναζήτηση διεξόδου στη βαθιά πολιτική κρίση των χρόνων 1933-36, με την επιβολή δικτατορίας, απασχολούσε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς πολιτικούς, αλλά δεν άφηνε αδιάφορο και μεγάλο μέρος του σκληρού πυρήνα των οπαδών και των δυο αστικών παρατάξεων. Προφανώς, οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν φασίστες. Ήταν απλώς φανατικοί βενιζελικοί και εξίσου φανατικοί αντιβενιζελικοί. Εχθρός τους δεν ήταν τόσο το εργατικό κίνημα, ακόμα κι αν πολλούς απ’ αυτούς τους ανησυχούσε η ανάπτυξη των εργατικών αγώνων και της επιρροής του ΚΚΕ, όσο η άλλη αστική παράταξη.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι κατά την αποκορύφωση του εργατικού κινήματος της περιόδου, τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, οι βενιζελικοί, που μόλις ένα χρόνο πριν είχαν ταχθεί υπέρ του αποτυχημένου στρατιωτικού κινήματος της παράταξής τους, βρέθηκαν να αγωνίζονται στους δρόμους από κοινού με τους κομμουνιστές, οι οποίοι, αν είχε πετύχει το βενιζελικό κίνημα, θα είχαν την ίδια τύχη με αυτήν που τους επιφύλαξε τελικά η δικτατορία των αντιβενιζελικών.
Εξαιρετικά ενδιαφέροντες είναι οι στίχοι που έγραψε, λίγο πριν τη δικτατορία, ο Μάρκος Βαμβακάρης, που αντανακλούν την απογοήτευση του φτωχού λαϊκού κόσμου από το μεσοπολεμικό κοινοβουλευτικό καθεστώς:
Θέλω να γίνω ισχυρός ωσάν τον Μουσολίνι
ωσάν τον Χίτλερ ζόρικος, π’ ούτε ψιλή δεν δίνει.
Και συνεχίζει, με φανερή ζήλεια:
Σαν τον Κεμάλ που έκανε μεγάλη την Τουρκία
και κάνουν κόζι οι Έλληνες και έχουν απορία.
Αντιδραστικός, ίσως και φασίστας ο γνωστός και ως βασιλόφρων ρεμπέτης; Οι τελευταίοι στίχοι μάς κάνουν να αμφιβάλουμε:
Κι εσύ βρε Στάλιν αρχηγέ, του κόσμου το καμάρι
όλοι οι εργάτες σ’ αγαπούν, γιατί είσαι παλικάρι.
Με την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, στις 28 Οκτωβρίου 1940, κλονίζονται και καταρρέουν τα όποια αποτελέσματα των προσπαθειών του καθεστώτος να διαμορφώσει ιδεολογικό κλίμα συμπάθειας προς τον φασισμό. Ένας λαός με οδυνηρές εμπειρίες από τις πολεμικές περιπέτειες που είχαν λήξει μόλις πριν δεκαοχτώ χρόνια και ως εκ τούτου βαθιά φιλειρηνικός, εκδηλώνει μια εντυπωσιακή αποφασιστικότητα για την υπεράσπιση της εθνικής του ανεξαρτησίας, που εκφράζεται και ως αντιφασιστική ιδεολογική τοποθέτηση. Η απόκρουση της επίθεσης της φασιστικής Ιταλίας στα βουνά της Πίνδου και οι αυθόρμητες λαϊκές πατριωτικές διαδηλώσεις, στις οποίες κυριαρχεί η διάθεση γελοιοποίησης του φασισμού, συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση των ιδεολογικών όρων για την ανάπτυξη του παλλαϊκού κινήματος Εθνικής Αντίστασης του ΕΑΜ, στα αμέσως επόμενα χρόνια.
Ο ελληνικός φασισμός στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου
Η κατάκτηση της Ελλάδας από τα στρατεύματα του Άξονα, τον Απρίλιο του 1941, διαμορφώνει νέο πλαίσιο για την προπαγάνδιση των φασιστικών ιδεών και την προσπάθεια διάχυσή τους σε μαζική κλίμακα. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται ο προπαγανδιστικός μηχανισμός των δυνάμεων κατοχής, είτε απευθείας είτε μέσω των πρόθυμων συνεργατών τους, των δωσιλογικών κυβερνήσεων και του αστικού τύπου, που τίθεται στην υπηρεσία των κατακτητών. Παράλληλα, δεν απουσιάζουν και οι οργανώσεις με διακηρυγμένο ναζιστικό προσανατολισμό, όπως το ανασυσταθέν Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα Ελλάδος, η Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ), η Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος (ΟΕΔΕ), η Εθνικοσοσιαλιστική Φρουρά Ελλάδος, η Οργάνωσις Πρωτοπόρων Νέας Ευρώπης (ΟΠΝΕ), η Ένωσις Φίλων Χίτλερ, η Εθνική Κοινωνική Επανάστασις κ.ά.
Και αυτή τη φορά, η απόπειρα συγκρότησης μαζικού φασιστικού κινήματος αποτυγχάνει. Οι οργανώσεις που απροκάλυπτα αυτοαναγνωρίζονται ως φασιστικές παραμένουν άμαζες και περιθωριακές, με την ΕΣΠΟ να διαλύεται αμέσως μετά τον θάνατο του ιδρυτή και ηγέτη της Σπύρου Στεροδήμου, με την ανατίναξη των γραφείων της από την αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ,  τον Σεπτέμβριο 1942.
Αυτονόητος προβάλλει ο αντίλογος: Μα, στην περίοδο της Κατοχής ήταν τόσοι πολλοί αυτοί που συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις κατοχής, ενώ για δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτούς η συνεργασία προσέλαβε και τη μορφή της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Μεγάλο μέρος των αντι-εαμικών ένοπλων οργανώσεων, και πάνω απ’ όλα τα περιβόητα Τάγματα Ασφαλείας, δεν συνιστούν μαζικό φασιστικό κίνημα;
Και σ’ αυτή την περίπτωση υποστηρίζω πως όχι. Ανάμεσα στον κόσμο του δωσιλογισμού προφανώς υπήρχαν και φασίστες, που δεν έκρυβαν την ιδεολογική τους ταυτότητα. Η περίπτωση, π.χ., του εθνικοσοσιαλιστή συνταγματάρχη Γεωργίου Πούλου, επικεφαλής του Εθνικού Ελληνικού Στρατού (ΕΕΣ) στη Μακεδονία, ήταν χαρακτηριστική, όπως και πολλές άλλες περιπτώσεις ένοπλων συνεργατών του κατακτητή. Δεν ήταν αυτές, όμως, που κυριαρχούσαν.
Η συνεργασία, ακόμα και με τη μορφή της κοινής ή συμπληρωματικής με τις δυνάμεις κατοχής ένοπλης δραστηριότητας, δεν αποτελεί από μόνη της επαρκές στοιχείο. Ο κόσμος του δωσιλογισμού ήταν αναμφίβολα βαθιά αντικομμουνιστικός, βαθιά συντηρητικός και αντιδραστικός, αλλά στη μεγάλη του πλειονότητα δεν είχε ενστερνιστεί τη φασιστική ιδεολογία, πόσο μάλλον την εθνικοσοσιαλιστική εκδοχή της. Μια αναφορά στην ιστορία της συγκρότησης των περιβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας μπορεί να είναι διαφωτιστική.
Αυτοί που πρώτοι έθεσαν ζήτημα ίδρυσης ένοπλων σωμάτων, εξοπλισμένων από τους Γερμανούς, ήταν επιφανή στελέχη του προπολεμικού βενιζελικού χώρου, όπως οι Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς κ.ά. Πρόθεσή τους ήταν από τη μια η αντιμετώπιση της δραστηριότητας του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, και από την άλλη η αποτροπή ενδεχόμενης επανόδου του βασιλιά μετά την Απελευθέρωση. Η πρότασή τους, κατατεθειμένη ήδη από τα τέλη του 1942, γίνεται δεκτή από την δωσιλογική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη και από τη Διοίκηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής την άνοιξη του επόμενου χρόνου, όταν πλέον η ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ έχει πάρει απειλητικές διαστάσεις, ενώ η ήττα των ναζί στο Στάλινγκραντ δεν επιτρέπει την απόσπαση πρόσθετων γερμανικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση των Ελλήνων ανταρτών. Την ανάγκη εξοπλισμού προδοτικών σωμάτων επιτείνει, λίγο αργότερα, η συνθηκολόγηση της Ιταλίας και η διάλυση του ιταλικού στρατού κατοχής.
Ανεξαρτήτως των αρχικών προθέσεων των εισηγητών της πρότασης, τα Τάγματα συγκροτούνται με αποκλειστικό στόχο την αντι-εαμική δράση. Στον βαθμό που στην Ελλάδα διαμορφώνονται πλέον όροι εμφυλίου πολέμου, απέναντι στο ΕΑΜ αντιπαρατίθεται σύσσωμες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και η αντίθεση μεταξύ των βενιζελικών αντιβασιλικών και των αντιβενιζελικών βασιλικών υποχωρεί, μπροστά στην κύρια αντίθεση μεταξύ εαμικού και αντι-εαμικού στρατοπέδου.
Στο αντι-εαμικό στρατόπεδο ηγεμονεύουν οι πιο συντηρητικές φιλοβασιλικές τάσεις, όχι όμως οι απροκάλυπτα φασιστικές. Η επάνοδος του βασιλιά μετά την Απελευθέρωση θεωρείται εγγύηση για τη σταθερότητα του κοινωνικού καθεστώτος, κάτι που ενδιαφέρει πρωτίστως και τη Μεγάλη Βρετανία. Στην κατεύθυνση αυτή μετατοπίζονται ακόμα και οργανώσεις, όπως ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ) και το μεγαλύτερο μέρος της Εθνικής Και Κοινωνικής Απελευθέρωσης (ΕΚΚΑ), που είχαν ιδρυθεί με διακηρυγμένους αντιβασιλικούς στόχους, ακόμα και με αναφορές στον σοσιαλισμό. Στον ένα ή τον άλλο βαθμό, η αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ υποχρεώνει το σύνολο σχεδόν των αντι-εαμικών οργανώσεων σε απροκάλυπτη ή πιο διακριτική συνεργασία με τους κατακτητές.
Όσο πλησιάζει η ώρα της Απελευθέρωσης, ο αντι-εαμικός συνασπισμός, περιλαμβάνοντας βενιζελικούς, βασιλικούς και φασίστες, ηγεμονεύεται όλο και περισσότερο από τους βασιλικούς, σε βάρος των δυο άλλων συνιστωσών του.
Οι βενιζελικοί έχουν χάσει το μεγαλύτερο μέρος των προπολεμικών οπαδών τους, μεταξύ των οποίων και τους πρόσφυγες, οι οποίοι είτε έχουν προσχωρήσει στο εαμικό στρατόπεδο (κυρίως οι προλεταριοποιημένοι πρόσφυγες των αστικών συνοικισμών) είτε έχουν περάσει στη βασιλική Δεξιά (κυρίως οι τουρκόφωνοι, στην πλειονότητά τους, πρόσφυγες της μακεδονικής υπαίθρου).
Ενώ οι φασιστικές οργανώσεις παραμένουν άμαζες, στις γραμμές τόσο των βασιλικών οργανώσεων (όπως η αθηναϊκή «Χ» του Γεωργίου Γρίβα) όσο και των Ταγμάτων Ασφαλείας και των δυνάμεων που τα υποκαθιστούν στη Βόρεια Ελλάδα (με κυριότερη την Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση–ΠΑΟ) υπάρχουν φασίστες και αναπτύσσονται φιλοφασιστικές τάσεις, δεν αρκούν όμως αυτές για να μιλήσουμε για κίνημα φασιστικό.
Η μεγάλη πλειονότητα όσων συμμετέχουν σ’ αυτές τις οργανώσεις και σ’ αυτά τα ένοπλα σώματα έχει κάποια κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία την τοποθετούν στον χώρο της άκρας Δεξιάς, χωρίς εντούτοις να την προσδιορίζουν ως φασιστική.
Κατά πρώτο, απουσιάζουν ιδεολογικές τοποθετήσεις που να εμπνέονται από τον φασισμό. Ο ιδεολογικός λόγος είναι αντικομμουνιστικός, εθνικιστικός, συντηρητικός, όχι όμως σαφώς και πάντα αντικοινοβουλευτικός και πολύ σπάνια ρατσιστικός. Με εξαίρεση τις περιθωριακές φασιστικές οργανώσεις και τον ΕΕΣ στη Μακεδονία, ελάχιστες είναι οι αναφορές συνεργασίας με τους Γερμανούς σε αντιεβραϊκές δραστηριότητες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κοινωνική σύνθεση αυτών των οργανώσεων και των δωσιλογικών ένοπλων σωμάτων. Επικεφαλής τους βρίσκονται συνήθως αξιωματικοί του στρατού. Η πλειονότητα των μελών τους στις πόλεις αποτελείται από κατεστραμμένους μικροϊδιοκτήτες και σε σημαντικό ποσοστό από κόσμο του κοινωνικού περιθωρίου. Δεν απουσιάζουν και οι εργάτες, αν και αντιπροσωπεύουν μικρό ποσοστό, ως συνέπεια της μαζικής ένταξης της εργατικής τάξης στο εαμικό στρατόπεδο.  Αν και δεν αναφέρονται περιπτώσεις συμμετοχής αστών ή έστω μεσοαστών, είναι γνωστό πως η αστική και μεσοαστική τάξη ήταν, σχεδόν στο σύνολό της, αλληλέγγυα με τις οργανώσεις αυτές.
Η ένταξη στις αντι-εαμικές οργανώσεις και η συνεργασία με τον κατακτητή, για το μεγάλο μέρος των μελών τους, δεν ήταν συνέπεια πολιτικής ιδεολογίας, αλλά μέσο για την εξασφάλιση πόρων επιβίωσης, πέραν των περιορισμένων δυνατοτήτων που προσέφερε  το εαμικό δίκτυο κοινωνικής αλληλεγγύης.
Στην ύπαιθρο είναι αγρότες αυτοί που πυκνώνουν τις γραμμές αυτών των οργανώσεων και σωμάτων. Μεμονωμένοι σε κάποιες περιπτώσεις, από χωριά στα οποία κυριαρχεί το ΕΑΜ, αλλά και χωριά ολόκληρα ή και ομάδες όμορων χωριών σε κάποιες άλλες, κυρίως στη Νότια Πελοπόννησο και στη Μακεδονία. Την ένταξή τους στο αντικομμουνιστικό-αντιεαμικό στρατόπεδο καθορίζουν μια σειρά παράγοντες.
Η πρόθεση να συνεχίσει το χωριό ειρηνικά τη ζωή του, μέχρι να περάσει η θύελλα της κατοχής, δεν ήταν και ο πιο αμελητέος λόγος της αντίθεσης προς την εθνικο-απελευθερωτική δραστηριότητα του ΕΑΜ, που τελικά κατέληξε σε εμπλοκή στην εμφύλια διαμάχη. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν είχαμε ένα δυναμικό αντεπαναστατικό κίνημα που επιδίωκε την επιβολή ενός αντιδραστικού ριζοσπαστικού καθεστώτος, αλλά μια αντίδραση απέναντι στον κίνδυνο διατάραξης της ήρεμης ζωής ενός κόσμου που ήθελε να τη συνεχίσει, ακόμα και σε συνθήκες υποδούλωσης του τόπου από ξένους κατακτητές.
Η στάση αυτή ίσως να μην είναι άσχετη με τη μακραίωνη παράδοση υποταγής στην οθωμανική κυριαρχία από τους τουρκόφωνους πληθυσμούς του Πόντου και της Μικράς Ασίας, και τη σύνδεση της ένοπλης αντίστασης (στα 1916-22) με την ήττα και τον εξανδραποδισμό. Ούτε, ίσως, και με την ιστορική παράδοση περιοχών όπως η Μάνη, που συνδεόταν με την αποδοχή της κυριαρχίας του κατακτητή, που θα τον κρατούσε μακριά από αυτή την άγονη -και οικονομικά και στρατιωτικά αδιάφορη- γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο προσδιορισμός του δωσιλογισμού ως βαθιά συντηρητικού και αντικομμουνιστικού, όχι όμως και φασιστικού, επιβεβαιώνεται και μετά την Απελευθέρωση. Η αναβάπτιση των ένοπλων συνεργατών του κατακτητή στην «εθνική κολυμπήθρα», με τη χρησιμοποίησή τους κατά τα Δεκεμβριανά ενάντια στον ΕΛΑΣ, συνοδεύεται και από τη μαζική ένταξή τους στην υπό ανασυγκρότηση βασιλική παράταξη, με κύριο εκφραστή το Λαϊκό Κόμμα. Με το κόμμα αυτό συνδέεται μεγάλο μέρος των ένοπλων τρομοκρατικών συμμοριών της μεταβαρκιζιανής περιόδου, ενώ ένα άλλο μέρος αποτελείται από οπαδούς μικρότερων κομμάτων με σαφέστερη την ακροδεξιά πολιτικο-ιδεολογική τοποθέτηση, όπως το Κόμμα Εθνικοφρόνων του τεταρταυγουστιανού Θεόδωρου Τουρκοβασίλη και το Εθνικόν Κόμμα Χιτών του Κωνσταντίνου Ευσταθόπουλου. Ούτε κι αυτά τα κόμματα (που στις εκλογές του 1946 πήραν 2,94% και 0,17% αντιστοίχως) διακηρύσσουν απροκάλυπτα φασιστικές ιδεολογικές αρχές, όσο κι αν λειτουργούν και ως καταφύγιο δηλωμένων οπαδών του φασισμού. Κάτι που συμβαίνει, άλλωστε, και με το ίδιο το Λαϊκό Κόμμα, αλλά και με το βενιζελικής προέλευσης Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Στ. Γονατά κ.λπ.
Από τα χρόνια της Κατοχής μέχρι και τη λήξη του Εμφυλίου, η ελληνική άκρα Δεξιά έδρασε εθνοπροδοτικά, λειτούργησε ως τρομοκρατική και εγκληματική παράταξη, αποτέλεσε χώρο καλλιέργειας φασιστικών ιδεών και πολιτικής έκφρασης φασιστών, δεν ήταν όμως φασιστική. Δεν συγκροτούσε αντεπαναστατικό μαζικό λαϊκό κίνημα, που να αποβλέπει στην εγκαθίδρυση ολοκληρωτικού καθεστώτος. Όπως και προπολεμικά, έτσι και κατά τη δεκαετία του 1940, ο φασισμός δεν μπόρεσε και πάλι να συγκροτηθεί σε μαζικό κίνημα στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε δυο βασικούς λόγους αυτής της αδυναμίας του.
Ο πρώτος σχετίζεται με τη συγκρότηση του ΕΑΜ ως ευρύτατου συνασπισμού λαϊκών δυνάμεων, που αναγνώριζαν την κοινότητα των συμφερόντων τους στον αγώνα για την επιβίωση και την Εθνική Απελευθέρωση, και στην προοπτική της Λαοκρατίας. Το ΚΚΕ, ως ηγετική δύναμη του ΕΑΜ, μπόρεσε να κερδίσει όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά και μεγάλα τμήματα των μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων, δίνοντας προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του κύριου προβλήματος που απασχολούσε το σύνολο του ελληνικού λαού από τον πρώτο κιόλας χρόνο της Κατοχής: την πείνα και τον θάνατο από πείνα.
Η Μάχη της Επιβίωσης για την αντιμετώπιση της πείνας αποτέλεσε τη βάση για τη συγκρότηση του συνασπισμού των λαϊκών δυνάμεων. Μέσα από τις συλλογικές μορφές οργάνωσης και διεκδίκησης, εργάτες, αγρότες και μικροϊδιοκτήτες των πόλεων συνειδητοποίησαν την κοινότητα των συμφερόντων τους. Αφαιρέθηκε, έτσι, το έδαφος κάτω από τα πόδια όσων θα είχαν συμφέρον από την απομόνωση της εργατικής τάξης από τους κοινωνικούς της συμμάχους. Πρώτα και κύρια από τους φασίστες. Επιπλέον, η οργάνωση της κοινωνικής αλληλεγγύης περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη στροφή προς τη συνεργασία με τους κατακτητές κι ακόμα περισσότερο την αποδοχή της φασιστικής ιδεολογίας από τα τμήματα εκείνα του πληθυσμού που εξαθλιώνονταν. Η κοινωνική αλληλεγγύη απέτρεψε την κοινωνική περιθωριοποίηση, που θα αποτελούσε επίσης μια ισχυρή βάση για το ρίζωμα του φασισμού. Στις περιπτώσεις που απέτυχε, μέρος των περιθωριοποιημένων  βρέθηκε πράγματι στις γραμμές των ακροδεξιών αντι-εαμικών οργανώσεων.
Ο δεύτερος λόγος είναι η αφαίρεση από τον φασισμό της κύριας βάσης πάνω στην οποία στηρίζεται η ιδεολογικο-πολιτική του ρητορική. Η ανάληψη της πρωτοβουλίας στον αγώνα για την Εθνική Απελευθέρωση από το ΚΚΕ και ευρύτερα από την Αριστερά, η ταύτιση του φασισμού με την υποδούλωση της πατρίδας και τον ακρωτηριασμό της, με την εκχώρηση ελληνικών εδαφών στην Ιταλία και τη Βουλγαρία, ο στιγματισμός των Ελλήνων φασιστών ως εθνοπροδοτών, συνεργατών των κατακτητών, εξέφρασαν το λαϊκό πατριωτικό αίσθημα. Ακόμα και η μεγάλη πλειονότητα των ένοπλων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον ΕΛΑΣ και που συμμετείχαν κατόπιν στις εγκληματικές συμμορίες της μεταβαρκιζιανής περιόδου, αρνούνταν πεισματικά τον χαρακτηρισμό του «φασίστα», που ταυτιζόταν στη λαϊκή συνείδηση, ακόμα και στη συνείδηση του μεγάλου μέρους του κόσμου της συντηρητικής Δεξιάς, με την εθνοπροδοσία.
Αν η άρνηση του χαρακτηρισμού ήταν για ένα μέρος των δωσιλόγων και τρομοκρατών υποκριτική, για το μεγάλο μέρος τους ήταν ειλικρινής. Συνεργάστηκαν, τρομοκράτησαν, σκότωσαν και συνέχιζαν να τρομοκρατούν και να σκοτώνουν και μετά το 1944, όχι γιατί ήθελαν να κυριαρχήσει φασιστικό καθεστώς. Ένα καθεστώς με ανώτατο άρχοντα τον βασιλιά ήθελαν, ως εγγύηση της δυνατότητας να ελπίζει ο καθένας πως μπορεί να διατηρήσει την ατομική του ιδιοκτησία και να την αναπτύξει, ώστε να ανέλθει κοινωνικά. Ακόμα και με δραστηριότητες όπως η μαύρη αγορά, οι λεηλασίες κ.λπ. Κάτι που αποκλειόταν αν επικρατούσαν οι κομμουνιστές, για την εξουδετέρωση των οποίων κάθε μέσο ήταν θεμιτό, είτε με κοινοβουλευτικό είτε με δικτατορικό καθεστώς, που για να είναι ασφαλές πρέπει να είναι βασιλευόμενο.
Φασίστες και φασιστικές και παρακρατικές οργανώσεις στη μετεμφυλιακή περίοδο
Σε αντίθεση με όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που είχαν κατακτηθεί από τις δυνάμεις του φασιστικού Άξονα κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην οποία ο δωσιλογισμός όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε, αλλά αποτέλεσε στυλοβάτη του μεταπολεμικού καθεστώτος. Η αξιοποίηση των συνεργατών των κατακτητών από τις δυνάμεις του αστισμού, αμέσως μετά την Απελευθέρωση και μέχρι τη λήξη του Εμφυλίου, για την αντιμετώπιση του λαϊκού κινήματος και την εξουδετέρωση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, συνεχίστηκε και όλα τα επόμενα χρόνια, μέχρι την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967-74. Από τον κόσμο του δωσιλογισμού, άλλωστε, προήλθε μεγάλο μέρος της ίδιας της μεταπολεμικής αστικής τάξης, με την ένταξη σ’ αυτήν όσων επιδόθηκαν σε σημαντικές κερδοφόρες δραστηριότητες στην περίοδο της Κατοχής, είτε ως μεγαλο-μαυραγορίτες είτε ως νόμιμοι επιχειρηματίες στην υπηρεσία των κατακτητών.
Ένα μεγαλύτερο μέρος του κόσμου του δωσιλογισμού εντάχθηκε στη μεταπολεμική μεσοαστική τάξη, ενώ ακόμα περισσότεροι ήταν αυτοί που πέρασαν στη μικροαστική τάξη, τόσο στην παραδοσιακή μικροϊδιοκτητική όσο και τη νέα, καταλαμβάνοντας θέσεις σε όλη την κλίμακα του κρατικού μηχανισμού και ιδιαίτερα στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Η συνεργασία με τον κατακτητή αποτελούσε εγγύηση νομιμοφροσύνης προς το μετεμφυλιακό καθεστώς, όπως και η ένταξη ή έστω η έκφραση συμπάθειας στο ΕΑΜ σήμαινε τοποθέτηση εχθρική προς το καθεστώς, ακόμα κι αν δεν συνοδευόταν από οποιαδήποτε αριστερή πολιτική δραστηριότητα κατά τα επόμενα χρόνια.
Ο αντικομμουνισμός και η εθνικοφροσύνη, που ως βάση της είχε τις ελληνο-χριστιανικές διακηρύξεις του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αποτελούσε κοινή ιδεολογική έκφραση των αστικών πολιτικών δυνάμεων, του Κέντρου και της Δεξιάς, η οποία αποτελούσε και τον πιο σταθερό υπερασπιστή τους.
Η συγκρότηση της μεταπολεμικής Δεξιάς, ως παράταξης της συνεπούς και αδιάλλακτης αντικομμουνιστικής εθνικοφροσύνης, με το Λαϊκό Κόμμα του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, τον Ελληνικό Συναγερμό του Αλέξανδρου Παπάγου, από το 1951, και την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) του Κωνσταντίνου Καραμανλή, από το 1956, επέτρεπε την πλήρη ιδεολογική και πολιτική έκφραση του χώρου της άκρας Δεξιάς στο πλαίσιο αυτών των κομματικών σχηματισμών. Άλλωστε, τα μεγάλα κυβερνητικά κόμματα της ελληνικής Δεξιάς τοποθετούνταν οπωσδήποτε δεξιότερα από  τα κόμματα της συντηρητικής Δεξιάς άλλων ευρωπαϊκών χωρών εκείνης της περιόδου, όπως η ιταλική και η γερμανική Χριστιανική Δημοκρατία, ο γαλλικός γκολισμός κ.λπ.
Όπως είναι αυτονόητο, η άκρα Δεξιά στη μετεμφυλιακή Ελλάδα δεν είχε ανάγκη ιδιαίτερης κομματικής έκφρασης, στον βαθμό που αντιπροσωπευόταν από κόμματα στα οποία έδινε τον ιδεολογικο-πολιτικό τόνο, συμμετέχοντας και στην κυβερνητική εξουσία. Αυτός είναι ο λόγος της αποτυχίας κάθε απόπειρας συγκρότησης κόμματος με σαφή ακροδεξιό προσανατολισμό.
Στις εκλογές του 1950 η Πολιτική Ανεξάρτητη Παράταξη, σύμπραξη του Κόμματος Εθνικής Αναγεννήσεως, του περιβόητου υφυπουργού Ασφαλείας του μεταξικής δικτατορίας Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, με το Κόμμα Εθνικοφρόνων του Θεόδωρου Τουρκοβασίλη, πήρε μεν το 8,15% των ψήφων (0,84% πήρε το Εθνικόν Αγροτικόν Κόμμα Χιτών του Γεωργίου Γρίβα) αλλά πολύ σύντομα διαλύθηκε και η επιρροή της απορροφήθηκε από τον Ελληνικό Συναγερμό του Αλέξανδρου Παπάγου. Μια ακόμα απόπειρα εκλογικής καταγραφής έγινε από τον Μανιαδάκη το 1956, με το Κόμμα Αρχών Ιωάννου Μεταξά, που πήρε μόλις 0,11%. Μετά κι απ’ αυτή την αποτυχία του, ο Μανιαδάκης εντάχθηκε στην ΕΡΕ και εκλέχτηκε βουλευτής της μεγάλης δεξιάς παράταξης, στην οποία εντάσσονταν και άλλα πρωτοπαλίκαρα της μεταξικής δικτατορίας, προεξάρχοντος του υπουργού Εργασίας και επί Μεταξά και επί Καραμανλή, Αριστείδη Δημητράτου.
Συχνά γράφεται ότι στην άκρα Δεξιά εντασσόταν και το Κόμμα των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη. Πρόκειται για λάθος, που σχετίζεται με την κατοπινή πολιτική πορεία του ηγέτη του. Το κόμμα αυτό εντασσόταν στον χώρο της συντηρητικής Δεξιάς, θεωρούμενο μετριοπαθές. Άλλωστε, στις εκλογές του 1958 συμμετείχε στον ενιαίο μετωπικό σχηματισμό Προοδευτική Αγροτική Δημοκρατική Ένωση (ΠΑΔΕ), με κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα, και το 1961 συνεργάστηκε με την Ένωση Κέντρου. Η νεολαία του, μάλιστα, αποτελούσε επί χρόνια προνομιακό σύμμαχο της Αριστεράς στο φοιτητικό κίνημα.
Με την άκρα Δεξιά να έχει βρει πλήρη ιδεολογικο-πολιτική έκφραση στα εκάστοτε μεγάλα κυβερνητικά κόμματα της Δεξιάς, ήταν ελάχιστα και τα περιθώρια ανάπτυξης αυτοτελών φασιστικών οργανώσεων. Όσο κι αν η φασιστική ιδεολογία (έχοντας ως φορείς συνήθως τα ίδια φυσικά πρόσωπα που διακρίθηκαν για την πλήρη, αν και σπάνια ανιδιοτελή, αφοσίωσή τους στον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό κατά την περίοδο της Κατοχής, και αργότερα τους γόνους τους) εκφράζεται μέσα από τις γραμμές των μεγάλων κομμάτων της Δεξιάς, δεν απουσιάζουν και απόπειρες αυτοτελούς συγκρότησης φασιστικών οργανώσεων. Και αυτές, όμως, διατηρούν σχέσεις με τον κύριο κορμό της Δεξιάς και φυσικά και με τον κρατικό μηχανισμό καταστολής, ενώ τα μέλη τους δρουν παράλληλα και σε οργανώσεις που αποφεύγουν την απροκάλυπτη προβολή της φασιστικής τους ταυτότητας.
Η φροντίδα αυτή σχετίζεται με την προσπάθεια της κυρίαρχης Δεξιάς να μη χρεωθεί την ταύτιση με τους φασίστες ή την κάλυψή τους, όσο κι αν στελέχη με σαφή φασιστική ιδεολογική τοποθέτηση και δράση όχι μόνο συμμετέχουν στο κόμμα, αλλά εκλέγονται και βουλευτές του. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νίκου Φαρμάκη, βουλευτή της ΕΡΕ και συνάμα επικεφαλής της ναζιστικής Οργάνωσης Εθνικής Νεολαίας, που δρούσε με προκάλυμμα το παρακρατικό Σώμα Ελπιδοφόρων Νέων.
Οργανώσεις αυτού του είδους υπάρχουν ήδη από τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, αν και με περιορισμένη δράση. Ήδη από το 1948 έχει ιδρυθεί το Σώμα Ελλήνων Αλκίμων, απευθυνόμενο στη νεολαία, αλλά ουδέποτε κατόρθωσε να μαζικοποιηθεί μέχρι τη δικτατορία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δρουν φασιστικές οργανώσεις σε τοπικό επίπεδο, όπως η Εθνική Κοινωνική Δράσις με έδρα τον Βύρωνα, η Εθνική Κοινωνική Εξόρμησις στην Ελευσίνα κ.ά. Οι νέοι φασίστες της εποχής στελεχώνουν κυρίως την Εθνική Φάλαγγα, φοιτητική οργάνωση που συνδέεται με την ΕΡΕ, με επικεφαλής τον Άγγελο  Μπρατάκο, βουλευτή και υφυπουργό αργότερα της Νέας Δημοκρατίας. Η Εθνική Φάλαγξ διαλύθηκε το 1959 και στη θέση της ιδρύθηκε η Εθνική Κοινωνική Οργάνωσις Φοιτητών, η περιβόητη ΕΚΟΦ, ως επίσημη φοιτητική οργάνωση της νεολαίας της ΕΡΕ.
Οι φασιστικές, φιλοφασιστικές και παρακρατικές οργανώσεις πληθαίνουν μετά το 1958, όταν η ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση, με το 24,42% των ψήφων, πανικοβάλει την άρχουσα τάξη, τα κέντρα εξουσίας και τον αμερικανικό παράγοντα. Η δραστηριότητά τους εντείνεται κατά την περίοδο των εκλογών βίας και νοθείας του Οκτωβρίου 1961 και τα επόμενα χρόνια, για να αποκορυφωθεί με τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μάιο 1963.
Εκτός από την Εθνική Κοινωνική Δράση, την Εθνική Κοινωνική Εξόρμηση, την ΕΚΟΦ, την Οργάνωση Εθνικής Νεολαίας και το Σώμα Ελπιδοφόρων Νέων, εκείνη την περίοδο δρουν επίσης οι οργανώσεις Αντικομμουνιστική Σταυροφορία, Πανελλήνιος Εθνική Σταυροφορία, Εθνική Κοινωνική Αναγέννησις, Όμιλος Εθνικής Επαγρυπνήσεως, Ένωσις Εθνικοφρόνων Ελασιτών, Εθνική Κοινωνική Αλληλεγγύη, Κυανή Φάλαγξ, Εγγυηταί του Βασιλέως, Καρφίτσα (μέλη της οποίας ήταν οι δολοφόνοι του Λαμπράκη) κ.ά.  Η επιμονή στον συνδυασμό των όρων «εθνικό» και «κοινωνικό» δεν είναι καθόλου άσχετη με τον εθνικοσοσιαλιστικό προσανατολισμό των περισσότερων απ’ αυτές τις οργανώσεις ή έστω αυτών που ανέλαβαν την πρωτοβουλία ίδρυσής τους.
Η διάλυση των περισσότερων απ’ αυτές τις οργανώσεις ήταν ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου το 1964, ανταποκρινόμενη στο λαϊκό αίτημα για την αντιμετώπιση του παρακρατικού μηχανισμού και τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής. Χαρακτηριστικό του ιδεολογικού κλίματος της εποχής είναι και το γεγονός ότι στη διάλυση αντιτάχθηκε η ΕΡΕ, ως αξιωματική αντιπολίτευση πλέον, αν και οι αντιδράσεις δεν ήταν και τόσο έντονες. Η αποκάλυψη των διασυνδέσεων των φασιστικών και παρακρατικών οργανώσεων με τον κομματικό της μηχανισμό και με τον κρατικό μηχανισμό στα χρόνια της κυριαρχίας της, την υποχρέωσαν να κρατήσει χαμηλούς τους τόνους. Δείγμα κι αυτό της επίγνωσης ότι η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού, συμπεριλαμβανόμενου και του μεγαλύτερου μέρους των συντηρητικών ψηφοφόρων της, δεν έτρεφε και τα καλύτερα των αισθημάτων προς τη φασιστική και φιλοφασιστική άκρα Δεξιά.
Η τελευταία προδικτατορική απόπειρα συγκρότησης φασιστικής οργάνωσης ήταν η ίδρυση του Κόμματος 4ης Αυγούστου το καλοκαίρι του 1965, από ομάδα φασιστών νεαρής ηλικίας, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Πλεύρη. Η προσπάθεια διείσδυσης στη φοιτητική νεολαία με την ίδρυση της Φοιτητικής Εθνικής Πρωτοπορίας ελάχιστα απέδωσε. Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και αυτές οι οργανώσεις υποχρεώθηκαν να διαλυθούν.
Κάποιες πρόσθετες παρατηρήσεις σχετικά με τον ελληνικό φασισμό στην περίοδο 1950-67:
Με συγκεχυμένα τα όρια μεταξύ Δεξιάς και ακροδεξιάς, όπως και μεταξύ συντηρητικής ακροδεξιάς και φασισμού, ο τελευταίος δεν μπόρεσε και πάλι να αποκτήσει στην Ελλάδα μαζικό έρεισμα. Οι φασίστες υποχρεώνονταν να κρύβουν την ιδεολογική τους ταυτότητα, προκειμένου να δράσουν σε ευρύτερη κλίμακα απ’ αυτή που θα τους επέτρεπε η απροκάλυπτη διακήρυξή της.
Κύριος λόγος που υποχρέωνε σ’ αυτή την πρακτική ήταν φυσικά η ανάμνηση των πολύ πρόσφατων γεγονότων της φασιστικής κατοχής και η ταύτιση του φασισμού με την υποδούλωση της χώρας και την εθνοπροδοσία. Συνάμα, στους φασίστες δεν προσφερόταν ευνοϊκό έδαφος για τον προσεταιρισμό της όποιας κοινωνικής τάξης ή τμημάτων της που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μαζική βάση στήριξης.
Η κοινωνική σύνθεση των φασιστικών και παρακρατικών οργανώσεων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στις γραμμές τους εντάσσονται από τη μια νέοι, κυρίως φοιτητές, μεσοαστικής και μικροαστικής προέλευσης, και από την άλλη άτομα του κοινωνικού περιθωρίου, πολλά από τα οποία είχαν δοσοληψίες με τους μηχανισμούς δίωξης του ποινικού εγκλήματος. Η συμμετοχή σε κάποια φασιστική ή παρακρατική οργάνωση εξασφάλιζε την απαλλαγή από αστυνομικές και δικαστικές διώξεις, ενώ παράλληλα προσφέρονταν και δυνατότητες βιοπορισμού, με την παροχή αδειών για άσκηση επαγγελμάτων όπως οι μικρομεταφορές (με… τρίκυκλα), το πλανόδιο ή υπαίθριο μικρεμπόριο κ.λπ. ή ακόμα και με την ένταξη, μόνιμη ή περιστασιακή, στη στρατιά των χαφιέδων, συνεργατών της Ασφάλειας και της ΚΥΠ.
Ακόμα και εκείνα τα σημαντικά τμήματα της μικροαστικής τάξης που ευνοήθηκαν από τη μεταπολεμική οικονομική ανασυγκρότηση ταύτιζαν, στην πλειονότητά τους, την ευημερία ή την προσδοκία ευημερίας με το υπάρχον καθεστώς της ελεγχόμενης βασιλευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ενώ άλλα τμήματα της μικροαστικής τάξης της πόλης και της υπαίθρου, καθώς και η μεγάλη πλειονότητα των εργατών, παρέμεναν επηρεασμένα από τη λαϊκο-δημοκρατική ιδεολογία που διαμορφώθηκε στα χρόνια της εαμικής Αντίστασης και η οποία αναπαραγόταν εξαιτίας των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της μετεμφυλιακής περιόδου. Επρόκειτο, εκτός των άλλων, και για μια ιδεολογία βαθιά αντιφασιστική και ταυτόχρονα πατριωτική.
Για τη μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού εκείνων των χρόνων, η εθνικοφροσύνη της Δεξιάς δεν μπορούσε να αποκρύψει ούτε τη στενή σχέση της με τον κόσμο του δωσιλογισμού, στον οποίο άλλωστε εξακολουθούσε να παρέχει πολιτική στέγη, ούτε τη δουλοπρέπειά της απέναντι στους δυτικούς συμμάχους. Η μεγάλη εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το 1958 συνδέεται άμεσα και με την αντίθεση της Αριστεράς τόσο στους συμβιβασμούς που επιδίωκε η κυβέρνηση Καραμανλή στο Κυπριακό ζήτημα (καταλήγοντας, ένα χρόνο μετά, στην υπογραφή των συνθηκών της Ζυρίχης και του Λονδίνου) όσο και στην εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε ελληνικά εδάφη.
Προβάλλοντας την πρωτοπόρα συμβολή της στον πρόσφατο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα  κατά των φασιστών κατακτητών και υψώνοντας τη σημαία του λαϊκού αντιιμπεριαλιστικού πατριωτισμού, η Αριστερά υπονόμευε και ακύρωνε τον ιδεολογικό και πολιτικό λόγο της εθνικοφροσύνης της Δεξιάς και των ακραίων εκδοχών της.
Η δικτατορία της 21ης Απριλίου
Η συζήτηση για τον χαρακτήρα του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης που επιβλήθηκε με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 συνεχίζεται και για δεκαετίες μετά. Το ερώτημα είναι, όπως στην περίπτωση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αν η δικτατορία ήταν ή όχι φασιστική.
Υποστηρίζω πως και αυτό το καθεστώς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φασιστικό. Βρίσκεται μάλιστα σε απόσταση ακόμα και από εκδηλώσεις και χαρακτηριστικά της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου που είχαν αντιγραφεί από τα φασιστικά καθεστώτα της εποχής του Μεσοπολέμου.
Η στρατιωτική δικτατορία επιβλήθηκε και διατηρήθηκε επί μια επταετία χωρίς τη στήριξη κανενός μαζικού λαϊκού αντεπαναστατικού κινήματος. Σε πλήρη αντίθεση με τον φασισμό, που στηρίζεται στην κινητοποίηση λαϊκών μαζών, το απριλιανό καθεστώς απέφυγε οποιαδήποτε προσπάθεια για κάτι τέτοιο.
Το πραξικόπημα υπήρξε έργο της «μικρής Χούντας» των συνταγματαρχών, που πρόλαβε ανάλογη ενέργεια της «μεγάλης Χούντας» των στρατηγών, η οποία διατηρούσε σχέσεις με τον Θρόνο, αλλά και με κορυφαίους παράγοντες της Δεξιάς. Τόσο η Χούντα των συνταγματαρχών όσο κι αυτή των στρατηγών, συνέχεια και οι δυο της αντικομμουνιστικής οργάνωσης ΙΔΕΑ που δρούσε στις γραμμές του στρατεύματος ήδη από τη δεκαετία του ’40, σχεδίαζαν από χρόνια την εκτροπή από το κοινοβουλευτικό καθεστώς, που ως ενδεχόμενο απασχολούσε τις συντηρητικές δυνάμεις της χώρας, χωρίς να αφήνει αδιάφορο και τον αμερικανικό παράγοντα. Η επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης άρχισε να συζητιέται επίμονα μετά το 1965, ενώ ανάλογες σκέψεις υπήρχαν και από πολύ παλιότερα. Τον Μάιο 1951, μάλιστα, είχε αποτραπεί πραξικόπημα δεξιών στρατιωτικών, που μετά από προσωρινή απομάκρυνση από τον στρατό η κυβέρνηση Παπάγου τούς επανέφερε σε κορυφαίες και καίριες θέσεις.
Καθώς τα αποτελέσματα του βασιλικού πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1965, με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση της νόμιμης εκλεγμένης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, που προκάλεσε την έκρηξη του μεγάλου λαϊκού δημοκρατικού κινήματος των Ιουλιανών, ήταν βέβαιο πως θα ανατρέπονταν με τις εκλογές της 28ης Μαΐου 1967, η εκτροπή ήταν η μόνη λύση προς την οποία προσανατολίζονταν οι συντηρητικοί κύκλοι, μέσα και έξω από την Ελλάδα. Είναι γνωστή, πλέον, η σχετική αλληλογραφία του αυτοεξόριστου στο Παρίσι Κωνσταντίνου Καραμανλή με σημαίνοντα στελέχη της παράταξής του, όπως ο Παναγής Παπαληγούρας, ο Γεώργιος Ράλλης κ.ά.
Όργανο της εκτροπής θα ήταν η Χούντα των στρατηγών, που απολάμβανε της εμπιστοσύνης του βασιλιά. Το σχέδιο απέβλεπε στη ματαίωση των εκλογών, στις οποίες ήταν βέβαιη η νίκη των δυνάμεων του Κέντρου και της Αριστεράς. Η αναμενόμενη κυριαρχία τής υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αριστερής πτέρυγας στην Ένωση Κέντρου, με τις εκφρασμένες αντιβασιλικές και αντινατοϊκές θέσεις, προκαλούσε εύλογη ανησυχία ως προς την τύχη του Κράτους της Δεξιάς που είχε οικοδομηθεί πάνω στην ήττα του λαϊκού κινήματος κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο.
Στόχος της στρατιωτικής παρέμβασης ήταν η λίγο-πολύ προσωρινή άσκηση της εξουσίας χωρίς συνταγματικούς περιορισμούς και η επιστροφή σε ένα καθεστώς βασιλευόμενης δημοκρατίας, ακόμα πιο ελεγχόμενης, με τη θεσμοθέτηση των αντιδημοκρατικών πρακτικών που κυριάρχησαν, ούτως ή άλλως, στα χρόνια της παντοδυναμίας της Δεξιάς. Στο πλαίσιο αυτό εντασσόταν και η περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και τη συμμαχία του ΝΑΤΟ, καθώς και η προώθηση νατοϊκής λύσης του Κυπριακού, ακόμα και με τη μορφή της διχοτόμησης του νησιού. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε καμιά πρόθεση εγκαθίδρυσης φασιστικού καθεστώτος.
Η Χούντα των συνταγματαρχών πρόλαβε να επιβάλει τη δική της δικτατορία, που οι στόχοι της δεν διέφεραν απ’ αυτούς της Χούντας των στρατηγών. Ούτε κι αυτή είχε πρόθεση την εγκαθίδρυση φασιστικού καθεστώτος. Κι αυτό φαίνεται τόσο από τις διακηρύξεις της και τον ιδεολογικό της λόγο όσο και από την πολιτική της πρακτική.
Η κατάλυση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος δεν σήμαινε και άρνησή του. Η επιδίωξή της Χούντας να διαμορφώσει όρους επανόδου στο κοινοβουλευτικό καθεστώς, με θεσμοποιημένους περιορισμούς δημοκρατικών ελευθεριών, φαίνεται και από το Σύνταγμα της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας του 1968 και απ’ αυτό της Προεδρικής Δημοκρατίας του 1973, όταν μάλιστα ξεκίνησε και η διαδικασία φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δυο ενσωμάτωναν τις προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης σε συντηρητική κατεύθυνση, που είχε υποβάλλει ήδη από το 1963 ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής.
Ο ιδεολογικός λόγος της Χούντας ήταν αυτός της εθνικόφρονος μετεμφυλιακής Δεξιάς και θεμελιωνόταν στην πρόταξη των ελληνο-χριστιανικών ιδεωδών, με το περιβόητο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου. Για τους ιδεολογικούς εκφραστές του καθεστώτος, η «Επανάστασις της 21ης Απριλίου» αποσκοπούσε στην αναγέννηση του έθνους, με την πάταξη της φαυλοκρατίας, του κομμουνισμού και της «ασυδοσίας του πεζοδρομίου», όπως χαρακτήριζαν τις αγωνιστικές εκδηλώσεις του λαϊκού κινήματος.
Σε αντίθεση με τα μεσοπολεμικά φασιστικά καθεστώτα, αλλά και τη μεταξική δικτατορία, η Χούντα διακήρυττε την προσήλωσή της στη δημοκρατία, αλλά σε μια δημοκρατία στην υπηρεσία του έθνους. Εγγυητής των ιδανικών του και της ιστορικής του συνέχειας ήταν το κράτος και ο  υγιέστερος βραχίονάς του, ο στρατός. Εχθρός της δημοκρατίας ήταν ο ολοκληρωτισμός, που εκφραζόταν από το δίπολο «φασισμός-κομμουνισμός». Καθώς, όμως, ο φασισμός εμφανιζόταν σαν απειλή του παρελθόντος, πραγματικός εχθρός ήταν πια αποκλειστικά ο κομμουνισμός, που επιπλέον απειλούσε την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού έθνους, λόγω της γειτνίασης της Ελλάδας με χώρες που μέσω του κομμουνισμού προωθούσαν την πανσλαβική επέκταση.
Η αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, που ως αιχμή του δόρατος είχε τους εγχώριους «πράκτορες της Μόσχας», ήταν που επέβαλε και την παρέμβαση του στρατού στις 21 Απριλίου 1967, στην προοπτική αποκατάστασης ενός καθεστώτος δημοκρατικού μεν, αλλά υπό έλεγχο, ώστε να μη δίνεται η δυνατότητα εκμετάλλευσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων για την ανάπτυξη της αντεθνικής δράσης των κομμουνιστών.
Ο εθνικιστικός λόγος της δικτατορίας δεν διέφερε απ’ αυτόν των κομμάτων και κυβερνήσεων της μεταπολεμικής Δεξιάς. Οι αναφορές στα ιστορικά πεπρωμένα του τρισχιλιετούς έθνους των Ελλήνων, το οποίο είχε αναλάβει πανανθρώπινη εκπολιτιστική αποστολή,  δεν εκτρεπόταν σε ρατσιστικές διακηρύξεις και επεκτατικές αξιώσεις. Επί Χούντας αναπτύχθηκαν σχέσεις με σειρά χωρών της Αφρικής, εκείνα τα χρόνια ήρθαν στην Ελλάδα οι πρώτοι Ασιάτες και Αφρικανοί μετανάστες (για την αναπλήρωση κενών που είχε δημιουργήσει η μεταναστευτική αιμορραγία, η οποία συνεχιζόταν αμείωτη, λόγω της τεράστιας διαφοράς των ελληνικών μισθών με αυτούς χωρών όπως η Δυτική Γερμανία κ.ά.), ενώ οι ρητορείες περί Βορείου Ηπείρου δεν αποτελούσαν πρωτοτυπία, καθώς αποτελούσαν προπαγανδιστικό μοτίβο και του προηγούμενου καθεστώτος.
Η πολιτική της Χούντας στο Κυπριακό και στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις είχε σαφή νατοϊκή σφραγίδα. Τους όποιους παλικαρισμούς διαδέχονταν υποχωρήσεις, κάποιες απ’ αυτές όχι λιγότερο μοιραίες απ’ όσο οι εθνικιστικές τυχοδιωκτικές εξάρσεις. Μέχρι και για Ελληνο-τουρκική Ομοσπονδία έκανε λόγο ο Παπαδόπουλος, όταν, μετά τη δυναμική απάντηση της Τουρκίας στις ελληνικές επιθέσεις ενάντια σε τουρκοκυπριακά χωριά τον Νοέμβριο 1967, υποχρεώθηκε να αποσύρει την ελλαδική μεραρχία από το νησί.
Όπως είναι ευνόητο, η εγκαθίδρυση της δικτατορίας χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τους φασίστες, που είδαμε ότι δεν αντιπροσώπευαν παρά  τμήμα της άκρας Δεξιάς, περιθωριακό ως προς την κοινωνία. Αν και το Κόμμα 4ης Αυγούστου υποχρεώθηκε τυπικά να διαλυθεί, ουσιαστικά συνέχισε να λειτουργεί, ως συσπείρωση γύρω από τη δεκαπενθήμερη και ενίοτε μηνιαία εφημερίδα «4η Αυγούστου». Στελέχη του, όπως ο ίδιος ο αρχηγός του Κ. Πλεύρης, ανέλαβαν θέσεις, κυρίως στον προπαγανδιστικό μηχανισμό του καθεστώτος, ενώ μαζί τους συνδέονταν και στελέχη της Χούντας και των κυβερνήσεών της, όπως ο Ιωάννης Λαδάς, ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης κ.ά.
Η κριτική που ασκούσε η «4η Αυγούστου» στο καθεστώς είναι χαρακτηριστική, καθώς οι φασίστες δεν ικανοποιούνταν με τις «δημοκρατικές» του διακηρύξεις, ενώ εξέφραζαν και τη δυσαρέσκειά τους από την «ενδοτική» πολιτική στο Κυπριακό.
Κάποιοι από τους φασίστες διορίστηκαν και στις διοικήσεις αθλητικών, φοιτητικών κ.ά. συλλόγων, όπου χάνονταν μέσα στο πλήθος των άλλων ακροδεξιών. Όσο και να παραξενεύει, δεν ήταν εύκολο, ούτε καν στην περίοδο της δικτατορίας, να εμφανίζεται κάποιος απροκάλυπτα ως υποστηρικτής του φασισμού.  Ακόμα και οι προπαγανδιστικές κινηματογραφικές ταινίες που προωθούσε η Χούντα αντλούσαν τα θέματά τους από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και  διαστρεβλώνοντας ασύστολα την ιστορική αλήθεια, εμφανίζοντας τους Έλληνες αξιωματικούς, σε στενή πάντα συνεργασία με τους Άγγλους συμμάχους, να πρωτοστατούν στην Αντίσταση, ήταν σαφές πως ο εχθρός ήταν οι φασίστες κατακτητές. Ενίοτε και οι κομμουνιστές, όταν επρόκειτο για τη Βόρεια Ελλάδα, όπου οι εθνικιστές πολεμούσαν τους Βούλγαρους!
Εκεί όπου η δραστηριότητα των φασιστών είχε αρχικά την πλήρη στήριξη του καθεστώτος, ήταν στην απόπειρα νεκρανάστασης του Σώματος Ελλήνων Αλκίμων, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Κ. Πλεύρης. Η απόπειρα αυτή, που στα 1970-72 φάνηκε προσωρινά να αποδίδει, τελικά απέτυχε παταγωδώς. Όχι μόνο λόγω της άρνησης της ελληνικής νεολαίας, στη συντριπτικά μεγάλη πλειονότητά της, να ενταχθεί σε μια φασιστικής έμπνευσης και στρατιωτικής δομής και λειτουργίας οργάνωση, αλλά και λόγω προβλημάτων που δημιουργήθηκαν μεταξύ των φασιστών καθοδηγητών των Αλκίμων και της κυβέρνησης.
Ο πολιτισμός αποτέλεσε ένα κρίσιμο πεδίο στο οποίο δοκιμάστηκε η προσπάθεια της Χούντας να διαμορφώσει έναν συνεκτικό και πειστικό λόγο. Η προσήλωση σε μια μυθοποιημένη «αγνότητα της ελληνικής επαρχίας», που εκφραζόταν με τη συστηματική προβολή του δημοτικού τραγουδιού, προσέκρουε στην παράλληλη προσπάθεια ενσωμάτωσης της νεολαιίστικης πολιτιστικής αμφισβήτησης. Τα τσάμικα του Παπαδόπουλου κονταροχτυπιούνταν με τα ακούσματα που πρόβαλε στη νεοσύστατη ελληνική τηλεόραση ο Νίκος Μαστοράκης, εκθειάζοντας τις ΗΠΑ «που μας μαθαίνουν να ακούμε μουσική».
Η Χούντα απέτυχε και σ’ αυτό το πεδίο, καθώς τόσο τα δημοτικά τραγούδια (κρητικά ριζίτικα κ.ά.) όσο και τα ροκ ακούσματα η νεολαία τα έστρεψε εναντίον της.
Πλησιάζοντας προς το 1973 και την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, το συνολικό ιδεολογικό κλίμα κάθε άλλο παρά ευνοϊκό είναι για τη δικτατορία, πόσο μάλλον για τον περιθωριακό φασισμό. Και γίνεται πλήρως αρνητικό μετά την Εξέγερση κι ακόμα περισσότερο μετά τα τραγικά γεγονότα του Ιούλιου 1974 στην Κύπρο, που οδήγησαν στην κατάρρευση της δικτατορίας.
Η ελληνική άκρα Δεξιά και οι Έλληνες φασίστες στιγματίζονται για μια ακόμα φορά στη λαϊκή συνείδηση, όχι μόνο ως εχθροί των δημοκρατικών ελευθεριών του λαού και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του εργαζομένων, αλλά και ως εθνοπροδότες.
Οι φασιστικές οργανώσεις στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο
(1974-1990)
Η κατάρρευση της δικτατορίας, λίγους μήνες μετά την αιματηρή καταστολή της Εξέγερσης του Νοέμβρη 1973 και υπό το βάρος του εθνικού εγκλήματος της Κύπρου, διαμορφώνει εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες για την ανάπτυξη της δραστηριότητας των φασιστών και του συνόλου της άκρας Δεξιάς. Περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε, η συντηρητική Δεξιά επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από την άκρα Δεξιά, πόσο μάλλον από τη φασιστική της έκφραση.
Ο εθνικιστικός-αντικομμουνιστικός μεταπολεμικός ιδεολογικός λόγος έχει απονομιμοποποιηθεί πλήρως, σε μια περίοδο που η κυριαρχία του λαϊκού αντιιμπεριαλιστικού πατριωτισμού, τον οποίο προβάλλει η Αριστερά και το ΠΑΣΟΚ, ακυρώνει κάθε απόπειρα των φασιστών να εμφανιστούν με πατριωτικό προσωπείο. Οι κομμουνιστές, μέλη και στελέχη των δυο ΚΚΕ και των άλλων μικρότερων κομμουνιστικών οργανώσεων, βγαίνουν στη νομιμότητα, με την αίγλη αυτών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα ενάντια σε ένα καθεστώς που, αφού στέρησε επί εφτά χρόνια τον ελληνικό λαό από τις ελευθερίες του, κατέληξε στην εθνική προδοσία.
Στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, η εθνικοφροσύνη και η αναφορά στον ελληνο-χριστιανικό πολιτισμό δίνει τη θέση της στην ιδεολογία της δημοκρατικής και οικονομικά αναπτυγμένης Ελλάδας στο πλαίσιο του δυτικού κόσμου και μάλιστα σ’ αυτό της Ευρώπης και ακόμα πιο συγκεκριμένα της ΕΟΚ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η αντίθεση στην παραμονή στο ΝΑΤΟ (από το στρατιωτικό σκέλος του οποίου είχε αποχωρήσει η Ελλάδα στα 1974-80) και στην ένταξη στην ΕΟΚ αποτελεί τη βάση του αντιπολιτευτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του συνόλου των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Το σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» εκφράζει την αντίθεση της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού στην πολιτική εξάρτησης από τα δυτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, με την οποία χρεωνόταν η Δεξιά. Αντιστοίχως, στον βαθμό που οι κυβερνήσεις της ΝΔ επιδιώκουν την αναζήτηση λύσεων στις διαφορές με την Τουρκία σε νατοϊκό πλαίσιο, η εξωτερική τους πολιτική καταγγέλλεται σαν ενδοτική και υπαγορευόμενη από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.
Μ’ αυτά τα δεδομένα, η πρώτη απόπειρα εκλογικής καταγραφής της άκρας Δεξιάς, τον Νοέμβριο 1974, με την Εθνική Δημοκρατική Ένωση (ΕΔΕ) του Πέτρου Γαρουφαλιά (αποστάτη της Ένωσης Κέντρου, που διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στα γεγονότα του 1965), καταλήγει σε φιάσκο. Όχι μόνο λόγω του πενιχρού εκλογικού αποτελέσματος (1,08%), αλλά και εξαιτίας της μετατροπής των προεκλογικών της συγκεντρώσεων σε εκδηλώσεις γελοιοποίησής της από χιλιάδες νέους, που πλημμυρίζουν τους δρόμους οπουδήποτε εμφανίζονται για να μιλήσουν οι νοσταλγοί της Χούντας.
Την ίδια περίοδο ανασυστήνεται το Κόμμα 4ης Αυγούστου του Κ. Πλεύρη, ως αυθεντική έκφραση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, αν και πολύ σύντομα θα αυτοδιαλυθεί. Παράλληλα, με πρωτοβουλία του Πολύδωρου Δάκογλου και με επικεφαλής τον παλιό βασικό συνεργάτη του Κ. Πλεύρη Ανδρέα Δενδρινό, ιδρύεται και η Πνευματική Αναμορφωτική Κίνησις, που εκδίδει το περιοδικό «Το Κίνημα».  Η κίνηση αυτή αποφεύγει να αναφέρεται ανοιχτά στον φασισμό ή τον ναζισμό, επιδιώκοντας να εμφανιστεί σαν ελληνοκεντρική-εθνικιστική.
Στα 1975-77 δρουν και παράνομες φασιστικές οργανώσεις, με κυριότερη τη Νέα Τάξη του Δημήτρη Ναστούλη, που επιχειρούν τρομοκρατικές ενέργειες. Η εμφάνισή τους δεν είναι άσχετη με την επιστροφή από την Ιταλία εγκάθετων της Χούντας στον φοιτητικό χώρο, που είχαν συνδεθεί με ιταλικές φασιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και η Ordine Nuovo (Νέα Τάξη).
Μετά από κάποιες επιθέσεις και μαχαιρώματα μελών αριστερών οργανώσεων, τοποθετήσεις βομβών σε γραφεία του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ., αλλά και σε κινηματογράφους όπου προβάλλονταν σοβιετικά έργα κ.λπ., οι οργανώσεις αυτές διαλύθηκαν, υπό το βάρος της παλλαϊκής κατακραυγής και με τη συνειδητοποίηση από τους κύκλους των μυστικών υπηρεσιών που τις χρησιμοποιούσαν ότι η δράση τους συνέβαλε στην περαιτέρω ισχυροποίηση των δημοκρατικών, αντιφασιστικών και αντιιμπεριαλιστικών αισθημάτων του ελληνικού λαού.
Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλαν και οι δικαστικές διώξεις κατά φασιστών τρομοκρατών, με συνέπεια την πολυετή φυλάκιση του Αριστοτέλη Καλέντζη. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε σοβαρές εντάσεις και διενέξεις μέσα στον φασιστικό χώρο, καθώς ο Καλέντζης κατήγγειλε σαν όργανα της ΚΥΠ και καταδότες του τους Κ. Πλεύρη, Νίκο Μιχαλολιάκο κ.ά., που ενώ πιάστηκαν μαζί του απαλλάχθηκαν από το δικαστήριο.
Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια κομματικής συγκρότησης του ακροδεξιού χώρου, στον οποίο εντάσσονται βασιλόφρονες, χουντικοί και φασίστες, γίνεται ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου 1977, με την ίδρυση της Εθνικής Παράταξης. Αν και συγκέντρωσε το 6,82% των ψήφων, εκλέγοντας πέντε βουλευτές (όχι όμως και τον ηγέτη της Στέφανο Στεφανόπουλο, επίσης αποστάτη του 1965 και πρωθυπουργό κυβέρνησης αποστατών), η Εθνική Παράταξη δεν θα επιβιώσει για πολύ. Σύντομα, οι τέσσερις από τους πέντε βουλευτές της θα ενταχθούν στη Νέα Δημοκρατία, για να ακολουθήσει και ο πέμπτος, ο διάδοχος του Στεφανόπουλου στην ηγεσία του κόμματος Σπύρος Θεοτόκης, λίγο πριν τις εκλογές του 1981.
Εντούτοις, σημαντικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της ακροδεξιάς και στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς στελεχών, διαδραμάτισε η Ελληνική Νεολαία Εθνικής Παράταξης (ΕΝΕΠ). Την πρωτοβουλία ίδρυσής της ανέλαβε η ομάδα που εξέδιδε το «Κίνημα» και πρόεδρός της αναδείχθηκε ο Π. Δάκογλου. Στις γραμμές της ΕΝΕΠ συνυπήρχαν τάσεις που επί χρόνια κατόπιν θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται στον χώρο της ακροδεξιάς.
Η τάση των νοσταλγών της Χούντας, με ηγέτη τον Θεόδωρο Περρωτή, αρθρώνει έναν παραδοσιακά ακροδεξιό λόγο. Το 1981, μετά τη διάλυση της ΕΝΕΠ, στην οποία είχε απομείνει μόνη μετά την αποχώρηση των άλλων τάσεων το 1979, θα ανασυγκροτηθεί ως Νεολαία Προοδευτικών (ΝΕΠ), στο πλαίσιο του κόμματος που ανασύστησε, ως κόμμα της άκρας Δεξιάς πλέον, ο δοτός πρωθυπουργός της Χούντας Σπύρος Μαρκεζίνης, και αργότερα θα ενταχθεί στην Εθνική Πολιτική Ένωση (ΕΠΕΝ).
Το Κόμμα των Προοδευτικών κατεβαίνει στις εκλογές του Οκτωβρίου 1981, καταγράφοντας μικρό ποσοστό (1,68%), αν και κατορθώνει να εκπροσωπηθεί στην Ευρωβουλή με το 1,91%.
Η τάση των ελληνοκεντρικών εθνικιστών, με επικεφαλής τον Π. Δάκογλου,  συγκροτεί το 1979 το Ελληνικό Εθνικιστικό Κίνημα (ΕΝΕΚ) και αναπτύσσει έντονη εκδοτική δραστηριότητα, μέσω των εκδόσεων «Νέα Θέσις» και της ομώνυμης εφημερίδας.
Από την τάση αυτή θα προέλθει η κίνηση που θα συνεχίσει την έκδοση του περιοδικού «Το Κίνημα» και τη λειτουργία του εκδοτικού οίκου «Ελεύθερη Σκέψις», με επικεφαλής τον Α. Δενδρινό. Ιδεολογικά κινείται μεταξύ του ελληνοκεντρικού εθνικισμού και του εθνικοσοσιαλισμού.
Σε απροκάλυπτη εθνικοσοσιαλιστική κατεύθυνση κινείται η κίνηση που συγκροτείται γύρω από το περιοδικό «Χρυσή Αυγή», που εκδίδει από τα τέλη του 1980 ο Ν. Μιχαλολιάκος.
Η έντονη εκδοτική δραστηριότητα των φασιστών εκείνης της περιόδου αποβλέπει στην ιδεολογική συγκρότηση του χώρου, για την αντιμετώπιση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στη νεολαία. Η παρέμβαση σ’ αυτό το πεδίο γίνεται και με την ίδρυση της κίνησης Ελεύθεροι Μαθητές, με επικεφαλής τον Μάκη Βορίδη και επίκεντρο το Κολλέγιο Αθηνών, καθώς και με την ανασύσταση της προδικτατορικής Φοιτητικής Εθνικής Πρωτοπορίας (ΦΕΠ), με πρωτοβουλία του Κ. Πλεύρη. Στην ίδια κατεύθυνση επιχειρείται η διείσδυση σε συνδέσμους φιλάθλων, που στην περίπτωση του Παναθηναϊκού αποδίδει, με την εμφάνιση της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ). Ανάλογες απόπειρες στην ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό αποτυγχάνουν, ενώ και η ΝΟΠΟ υποχρεώνεται να διαλυθεί μετά από παρέμβαση της Διοίκησης του ΠΑΟ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Κίνημα Ελλήνων Μεταρρυθμιστών (ΚΕΜΕ), του χουντικού υπουργού Κωνσταντίνου Θάνου, το οποίο επιχειρεί να εκφράσει μια πιο σύγχρονη ακροξεδιά αντίληψη, προβάλλοντας την κυρίαρχη αστική στρατηγική της ευρωπαϊκής προοπτικής στο πλαίσιο της ΕΟΚ.  Τον Οκτώβριο 1981 συμμετείχε στις ευρωεκλογές, παίρνοντας το διόλου ευκαταφρόνητο 0,89%.
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, συνοδεύεται και από δεξιά στροφή της ΝΔ, με ηγέτη τον Ευάγγελο Αβέρωφ, που εκδηλώνεται και με απόπειρα αναπαλαίωσης του ιδεολογικού της λόγου. Δίνεται, έτσι, η δυνατότητα έκφρασης της ακροδεξιάς τάσης του κόμματος, ιδιαίτερα στη νεολαία της, την ΟΝΝΕΔ, όπου δρουν συγκροτημένα ομάδες τραμπούκων, όπως οι Ρέιντζερς και οι Κένταυροι. Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό κλίμα θα εκτραφεί και ο Γιάννης Καλαμπόκας, που το 1991 θα δολοφονήσει τον αγωνιστή Νίκο Τεμπονέρα.
Παρά την κυριαρχία της δημοκρατικής-ευρωπαϊστικής ιδεολογίας, η άκρα Δεξιά ουδέποτε έπαψε να εκφράζεται και στο εσωτερικό της ΝΔ. Άλλωστε, το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς (ή της Κεντροδεξιάς, όπως αυτοπροσδιορίζεται) προσφέρει πάντα φιλόξενη πολιτική στέγη στα στελέχη που αναδεικνύει ο ακροδεξιός, ακόμα και ο φασιστικός χώρος.
Ενόψει των ευρωεκλογών του 1984 ιδρύεται η Εθνική Πολιτική Ένωση (ΕΠΕΝ), με πρωτοβουλία του φυλακισμένου πρώην δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου. Κύριος στόχος του νέου κόμματος της ακροδεξιάς είναι η άσκηση πίεσης για την αποφυλάκιση των κρατούμενων πραξικοπηματιών. Στις γραμμές της εντάσσονται τόσο οι φιλοχουντικοί του Περρωτή όσο και ελληνοκεντρικοί εθνικιστές και εθνικοσοσιαλιστές. Επικεφαλής μάλιστα της νεολαίας της αναλαμβάνει ο Ν. Μιχαλολιάκος, που έχει ήδη διακόψει την έκδοση της «Χρυσής Αυγής».
Στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1984 η ΕΠΕΝ κερδίζει 2,29% των ψήφων και ο ηγέτης της Χρύσανθος Δημητριάδης εκλέγεται ευρωβουλευτής. Στις εκλογές συμμετέχει και το Κόμμα των Προοδευτικών, που περιορίζεται στο 0,17%,  αλλά και το ΕΝΕΚ, που παίρνει μόλις 0,09%.
Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1985 συμμετέχει μόνο η ΕΠΕΝ, που δεν κερδίζει παρά το 0,60% των ψήφων. Τον ίδιο χρόνο ο Ν. Μιχαλολιάκος αποχωρεί, επανεκδίδοντας τη «Χρυσή Αυγή», ως όργανο του ομώνυμου Λαϊκού Συνδέσμου, και στην ηγεσία της Νεολαίας της ΕΠΕΝ προωθείται ο Μ. Βορίδης.
Πενιχρά είναι τα εκλογικά ποσοστά και στις εκλογές του Ιουνίου 1989. Η ΕΠΕΝ περιορίζεται στο 0,32%, ενώ 0,23% παίρνει το ΕΝΕΚ. Η ΕΠΕΝ, απέχοντας από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 (λέγεται πως η μη συμμετοχή ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας με τη Νέα Δημοκρατία, που υποσχέθηκε την αποφυλάκιση των χουντικών), στις εκλογές του Απριλίου 1990 βλέπει την εκλογική της επιρροή να συρρικνώνεται στο 0,13%.
Στην περίοδο από το 1974 έως το 1990 ο χώρος της άκρας Δεξιάς κυριαρχείται από τους νοσταλγούς της Χούντας. Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς στο νεολαιίστικο κίνημα, οι νωπές μνήμες από τη δικτατορία, την Εξέγερση του Πολυτεχνείου και την προδοσία της Κύπρου, αλλά και η αναγνώριση της εαμικής Εθνικής Αντίστασης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1983, καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη κάθε προσπάθεια των φασιστών να αποκτήσουν μαζικό ακροατήριο.
Αυτή η πρώτη περίοδος της Μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από την τάση μιας ολόκληρης κοινωνίας να έρθει σε ρήξη με παραδοσιακές συντηρητικές δομές και συμπεριφορές. Έχοντας πάψει, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, να είναι κυρίως αγροτική, η ελληνική κοινωνία, με πρωτοστατούσα τη νεολαία, αμφισβητεί τον παραδοσιακό κοινωνικό συντηρητισμό στις ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις, την αυθεντία του διδάσκοντα στις εκπαιδευτικές διαδικασίες, την κοινωνική αίγλη του οικονομικά επιτυχημένου, την απόλυτη εξουσία του εργοδότη κ.λπ. Αν μαζί με όλα αυτά συνυπολογιστεί και η ιδεολογική απαξίωση του μηχανισμού καταστολής, του στρατού και της αστυνομίας, που επέφερε η λειτουργία τους ως βασικών πυλώνων στήριξης του δικτατορικού καθεστώτος, είναι ευνόητη η αναποτελεσματικότητα των φασιστικών κινήσεων της περιόδου.
Ακροδεξιοί και φασίστες στα 1990-2004
Το ιδεολογικό κλίμα της Μεταπολίτευσης αρχίζει να μεταβάλλεται από τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1980, για να ανατραπεί μετά τα διεθνή κοσμοϊστορικά γεγονότα και τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, στα 1989-91.
Σε μια εποχή που για τη μεγάλη πλειονότητα του εργαζόμενου λαϊκού κόσμου οι συνθήκες ζωής δεν έχουν πλέον καμιά σχέση με αυτές των προηγούμενων δεκαετιών, ενώ και η αστική δημοκρατία λειτουργεί για πρώτη φορά ομαλά, η συντηρητική αναδίπλωση του ΠΑΣΟΚ, που ως κυβερνητικό κόμμα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις παλιότερες ριζοσπαστικές διακηρύξεις του, συμπληρώνεται με την αποκάλυψη σκανδάλων που αμαυρώνουν συνολικά την εικόνα του ως δύναμης, αν όχι κοινωνικής αλλαγής, τουλάχιστον εγγύησης μιας εύρυθμης λειτουργίας του αστικού κράτους.
Η συμμετοχή του Συνασπισμού της Αριστεράς (του ΚΚΕ, της ΕΑΡ κ.λπ.) στην κυβέρνηση Τζανετάκη, σε συνεργασία με τη ΝΔ, και στη συνέχεια ο σχηματισμός της Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα, με τη συμμετοχή ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμού, συμβάλλουν καθοριστικά στην υποχώρηση της διαχωριστικής γραμμής με τη Δεξιά, η οποία εμφανίζεται πλέον απαλλαγμένη από το βάρος των αμαρτιών του παρελθόντος. Επιπλέον, η συμμετοχή της Αριστεράς σ’ αυτές τις κυβερνήσεις σηματοδοτεί την προσχώρησή της στη στρατηγική επιδίωξη του αστισμού, για την προετοιμασία της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (το περίφημο «όραμα του 1992»), ως πανεθνικού στόχου υπεράνω ταξικών αντιθέσεων.
Οι καταρρεύσεις των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και η διάλυση της ΕΣΣΔ συμβάλλουν καθοριστικά στην ιδεολογική ήττα της Αριστεράς, καθώς οι ιδέες του μαρξισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού εμφανίζονται σαν αδιέξοδες, και όσοι επιμένουν να αναφέρονται σ’ αυτές φαντάζουν προσηλωμένοι στο παρελθόν.
Η δυναμική επέλαση του νεοφιλελευθερισμού συντελείται σε συνθήκες υποχώρησης του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζομένων, που ευνοείται από την κυριαρχία της ιδεολογίας του ατομισμού, σημαιοφόροι της οποίας αναδεικνύονται οι ποικίλοι μηχανισμοί προώθησης ενός life style που βρίσκεται στον αντίποδα του ριζοσπαστισμού της προηγούμενης περιόδου. Ενσωματώνοντας βασικά του στοιχεία και μετασχηματίζοντάς τα σε μια κατεύθυνση κυριαρχίας του ατομικού έναντι του συλλογικού, η ιδεολογία του life style αναγνωρίζει ως κύρια αξία την προσωπική επιτυχία, με κριτήριο την κοινωνική ανέλιξη. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1990 η ένταξη στην εργατική τάξη με όρους χειρωνακτικής εργασίας αντιμετωπίζεται σαν απόδειξη προσωπικής αποτυχίας. Άλλωστε, όλο και μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής τάξης της χώρας αποτελείται πλέον από αλλοδαπούς μετανάστες, που οι συνθήκες ζωής και εργασίας τους καθίστανται μέτρο για την επιβεβαίωση της επιτυχίας των άλλων.
Για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλές δεκαετίες, η χειρωνακτική εργασία και η φτώχεια στιγματίζονται και οι φορείς τους περιθωριοποιούνται, ακόμα και από εργαζόμενα λαϊκά στρώματα που εντάσσονται τόσο στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μεγάλα τμήματά της οποίας συμμετέχουν άμεσα στην εκμετάλλευση της εργασίας του μεταναστευτικού προλεταριάτου)  όσο και στη νέα μικροαστική τάξη, στην οποία εντάσσεται ένα σημαντικό τμήμα των διανοητικά εργαζομένων.
Η ιδεολογική αυτή στάση κυριαρχεί και στη νεολαία της εποχής, για την οποία οι ιδεολογικές αξίες παλιότερων εποχών φαντάζουν ξένες και απόμακρες. Είναι η εποχή της κυριαρχίας της «γαλάζιας γενιάς» στα ΑΕΙ, με την εκτόξευση της ΔΑΠ, της φοιτητικής παράταξης της Δεξιάς, σε ποσοστά αδιανόητα μόλις λίγα χρόνια πριν. Οι αντιλήψεις αυτές κυριαρχούν και ευρύτερα, σφραγίζοντας την ιδεολογία του τμήματος της νεολαίας που εκφράζεται από το πλήρως μεταλλαγμένο εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ της εποχής Σημίτη, αλλά και της μεγάλης πλειονότητα των νέων που χαρακτηρίζονται «απολίτικοι».
Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αργότερα στην Ευρωζώνη, η σύγκριση της «ισχυρής Ελλάδας» (κατά τον επίσημο λόγο των εκσυγχρονιστικών κυβερνήσεων Σημίτη) με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες, η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων, η δυνατότητα χρησιμοποίησης εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών για δουλειές που οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούσαν πλέον υποτιμητικές για τους ίδιους (βαριές χειρωνακτικές, αγροτικές, φροντίδα του σπιτιού και των ανήμπορων μελών της οικογένειας κ.λπ.), διαμορφώνουν μια νέας μορφής ιδεολογία του «κυρίαρχου», που προσλαμβάνει χαρακτηριστικά μιας εκσυγχρονισμένης εθνικοφροσύνης, τροφοδοτούμενης και από την επανεμφάνιση του Μακεδονικού ζητήματος, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Είναι χαρακτηριστικός ο υποτιμητικός όρος «Γυφτοσκοπιανοί», με τον οποίο στιγματίζονται ως φυλετικά και οικονομικο-κοινωνικά κατώτεροι οι κάτοικοι της γειτονικής χώρας.
Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό κλίμα διαμορφώνονται νέοι όροι για την ανάπτυξη της δραστηριότητας της άκρας Δεξιάς και των φασιστικών κινήσεων. Καθώς η δικτατορία των συνταγματαρχών φαντάζει μακρινό παρελθόν που ελάχιστα απασχολεί τη νεότερη γενιά, ξεθωριάζουν και οι όποιες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του ακροδεξιού χώρου σχετικά με τη στάση απέναντί της και προς τους φυλακισμένους πραξικοπηματίες. Ο χώρος επικεντρώνει πλέον σε δυο ζητήματα, χάρη στα οποία μπορεί να αποκτήσει δυνατότητες μαζικής απεύθυνσης: στο εθνικό και στο μεταναστευτικό.
Στα 1972-73 οι ακροδεξιοί και οι φασίστες αξιοποιούν το ευνοϊκό ζήτημα της Μακεδονίας. Όσο κι αν για τον πολύ κόσμο, για την τεράστια πλειονότητά του, η αντίθεση στην χρήση του όρου «Μακεδονία» από το νεοσύστατο ανεξάρτητο κράτος ήταν συνέπεια του φόβου εμπλοκής σε πολεμικές περιπέτειες, λόγω πιθανών εδαφικών αξιώσεων σε βάρος της Ελλάδας, οι ακροδεξιοί και οι φασίστες μπορούν να εμφανίζονται σαν οι πιο αδιάλλακτοι υπερασπιστές της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, χωρίς να αποφεύγουν και την προβολή επεκτατικών διαθέσεων, που κι αυτές βρίσκουν ευήκοα ώτα, στη φάση που κυριαρχεί ο υστερικός φανατισμός.
Είναι η περίοδος που η μέχρι τότε περιθωριακή ακροδεξιά εφημερίδα «Στόχος» αυξάνει κατακόρυφα την κυκλοφορία της, ενώ η Χρυσή Αυγή αποτολμά τη δημόσια εμφάνισή της στα μαζικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία και για πρώτη φορά κατορθώνει να αποκτήσει μια σχετική μαζικότητα, στρατολογώντας έφηβους που δεν είχαν οπωσδήποτε ακροδεξιά οικογενειακή προέλευση, όπως συνέβαινε με το σύνολο σχεδόν όσων εντάσσονταν μέχρι τότε σε ακροδεξιές και φασιστικές οργανώσεις.
Καθώς οι κυρίαρχες αστικές πολιτικές δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) επιλέγουν την αντιμετώπιση του Μακεδονικού μέσω της διπλωματικής οδού και στο πλαίσιο των σχέσεων της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., , ο εθνικιστικός λόγος παρουσιάζεται σαν λόγος αντισυστημικός. Η εθνικιστική ρητορική εμφανίζει σαν μέρος του συστήματος που υπονομεύει τα εθνικά συμφέροντα και την Αριστερά, η οποία επιμένει, ως όφειλε άλλωστε, στην ειρηνική συνύπαρξη και την ανάπτυξη σχέσεων φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των λαών των Βαλκανίων.
Ανάλογη είναι και η αντιμετώπιση του ζητήματος που προκύπτει με την Κρίση στα Ίμια, τον Ιανουάριο 1996. Όσο κι αν ο ελληνικός λαός δεν έδειχνε διάθεση εμπλοκής σε μια πολεμική περιπέτεια με την Τουρκία, ο χειρισμός από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με πιο χαρακτηριστική τη δουλοπρεπή στάση του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο Κλίντον, παρέχει στην άκρα Δεξιά μια ακόμα ευκαιρία πατριδοκαπηλείας.
Ανάλογες ευκαιρίες δίνονται και με την υπόθεση Οτσαλάν και με τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία το 1999, καθώς και με το Σχέδιο Ανάν το 2004. Η ευθυγράμμιση των ελληνικών κυβερνήσεων με την πολιτική των ιμπεριαλιστών, που ξεσηκώνει τον ελληνικό λαό, ο οποίος εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρά αντιιμπεριαλιστικά αντανακλαστικά, δίνει και σ’ αυτές τις περιπτώσεις δυνατότητες στην άκρα Δεξιά για μαζική απεύθυνση.  Καθώς η Αριστερά αντιδρά επίσης, οι επιθέσεις των ακροδεξιών στρέφονται κατά εκείνων των προσώπων και τάσεων που είτε συμπορεύονται με την κυρίαρχη αστική πολιτική (στον χώρο του Συνασπισμού, που στη συνέχεια αποσπάστηκαν και εντάχθηκαν στο ΠΑΣΟΚ ή βρέθηκαν πολύ αργότερα στη ΔΗΜΑΡ) είτε αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ προλεταριακού διεθνισμού και αστικού-ιμπεριαλιστικού κοσμοπολιτισμού (αντιεξουσιαστές και τμήμα του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς).
Το πλέον ευνοϊκό πεδίο για την ανάπτυξη της ιδεολογικής επίθεσης της άκρας Δεξιάς αποτελεί το μεταναστευτικό. Η ελληνική άκρα Δεξιά και οι Έλληνες φασίστες αξιοποιούν όλα αυτά τα χρόνια την εμπειρία των Ευρωπαίων ομοϊδεατών τους, που αποφεύγουν την αναφορά στις φυλετικές θεωρίες του εθνικοσοσιαλισμού. Απευθυνόμενοι στο αίσθημα ανασφάλειας που προκαλεί η παρουσία αλλοεθνών, η ανεργία και η αύξηση της εγκληματικότητας, που συνδέεται με την πύκνωση των γραμμών του κοινωνικού περιθωρίου, μεγάλο μέρος του οποίου αποτελούν πλέον μετανάστες, προβάλλουν το αίτημα των κλειστών συνόρων και της ενίσχυσης των κατασταλτικών μέτρων. Η ρητορική τους δεν αναφέρεται τόσο στη φυλετική κατωτερότητα των αλλοεθνών, όσο στην πολιτισμική διαφορά, που υποστηρίζουν ότι δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη Ελλήνων και ξένων και διαρρηγνύει την κοινωνική συνοχή.
Η άκρα Δεξιά ανοίγει, έτσι, διάλογο με μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, ακριβώς στη φάση που κυριαρχεί το ιδεολογικό κλίμα που σε γενικές γραμμές έχει περιγραφεί πιο πάνω. Ποντάρει στην ξενοφοβία μιας κοινωνίας που χαρακτηριζόταν από την εθνική ομοιογένεια, στην αναπτυσσόμενη ιδεολογία της απαξίωσης εκείνων των εργασιών που προορίζονται για κοινωνικά αποτυχημένους, αλλά και στην αύξηση της ανεργίας σε επαγγέλματα που εξακολουθούν να ενδιαφέρουν τμήματα της ελληνικής εργατικής τάξης.
Εντούτοις, δεν απουσιάζει εντελώς και ο ρατσισμός. Η αίσθηση της υπεροχής του Έλληνα της «ισχυρής Ελλάδας», που έχει εγγεγραμμένη την επιτυχία στο DNA του, θα εκφραστεί με την έπαρση με την οποία εκφωνείται το σύνθημα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ!».
Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό κλίμα η Αριστερά αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες να πείσει, εκφέροντας έναν λόγο διεθνιστικό, αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό. Όσο κι αν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες του αντιρατσιστικού κινήματος πετυχαίνουν να δημιουργήσουν αναχώματα στην επέκταση της επιρροής της άκρας Δεξιάς και των φασιστών, δεν κατορθώνουν να μεταστρέψουν την ξενοφοβική τάση του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας σε αποδοχή μιας νέας πολυπολιτισμικής πραγματικότητας. Οι δυσκολίες αυτές δεν είναι άσχετες και με την ιδεολογική ήττα που έχει υποστεί, αλλά ούτε και με την αποσύνδεσή της από μεγάλα τμήματα της λαϊκής νεολαίας, που αποτελούν προνομιακό ακροατήριο της ακροδεξιάς εθνικιστικής και ρατσιστικής ρητορείας. Τόσο λόγω της απουσίας ιστορικής μνήμης όσο και εξαιτίας της εργασιακής ανασφάλειας που αρχίζει να βιώνει, με το πέρασμα στη δεκαετία του 2000.
Σε μια περίοδο αποδιοργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα, με τη διάλυση ή συρρίκνωση παραγωγικών μονάδων και κλάδων, και με κυρίαρχη τη συναίνεση των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, η συνδικαλιστική ένταξη δεν φαίνεται να προσφέρει λύσεις διεξόδου ούτε στη λαϊκή εργαζόμενη, υποαπασχολούμενη ή άνεργη νεολαία, αλλά ούτε και στους μετανάστες. Δεν δίνεται, έτσι, η δυνατότητα συνεύρεσής τους με όρους αγωνιστικής συμπόρευσης και διαμόρφωσης συνείδησης κοινών ταξικών συμφερόντων.
Καθόλου άνευ σημασίας δεν είναι και η υποχώρηση της Αριστεράς στο μέτωπο του πολιτισμού. Αντιμέτωπη με το κυρίαρχο ρεύμα του ατομισμού, της προσωπικής επιτυχίας και του life style, που εκφραζόταν μέσα από συγκεκριμένες καθημερινές συμπεριφορές, σε κλίμα ξέφρενου διονυσιασμού, που λειτουργούσε σαν καρικατούρα της συλλογικής διασκέδασης και του ερωτισμού, οι αριστεροί δεν μπόρεσαν να αντιπαρατάξουν παρά αναφορές  στο πολιτιστικό παρελθόν, όταν δεν υπέκυπταν στις σειρήνες της άκριτης συγχώνευσης στον συρμό.
Στην κατεύθυνση ενίσχυσης της επιρροής ακροδεξιών και φασιστικών ιδεολογικών τάσεων συμβάλλει, σε σημαντικό βαθμό, η διάδοση ιδεών που βασίζονται στον ανορθολογισμό, στον ιδεολογικό μύθο, στη συνωμοσιολογία. Πληθώρα εντύπων, αλλά και εκπομπές σε τηλεοπτικά κανάλια με διόλου ευκαταφρόνητη θεαματικότητα, προωθούν έναν λόγο που φαντάζει αντισυστημικός, καθώς εμφανίζεται να στρέφεται ενάντια στους ισχυρούς της παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης Πραγμάτων που επιβάλλουν «σκοτεινές δυνάμεις», οι οποίες, αν και δεν κατονομάζονται πάντα, δεν είναι άλλες από τον σιωνισμό, «προαιώνιο εχθρό του ελληνισμού».
Στο έδαφος αυτό φυτρώνουν τα αγκάθια του νεοπαγανισμού των δωδεκαθεϊστών, που συνυπάρχουν με μια τάση «επιστροφής στην Εκκλησία», ιδιαίτερα μετά την ανάρρηση στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο του ακροδεξιού Χριστόδουλου Παρασκευαΐδη. Ο ξέφρενος διονυσιασμός της παραλιακής και της Μυκόνου, που έχει ως κέντρο την κατανάλωση του σεξ και την εμπορευματοποίηση κάθε κοινωνικής σχέσης, συμβαδίζει με μια στροφή στον κοινωνικό συντηρητισμό, με την επανεπιβεβαίωση της Εκκλησίας και της οικογένειας ως πυλώνων της κοινωνικής συνοχής, την απόρριψη του φεμινισμού από μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς των γυναικών και την αποδοχή των κοινωνικών ρόλων των δυο φύλων, με την πρόταξη των αξιών του οικονομικά επιτυχημένου άντρα, ενώ για τη γυναίκα ως κύριο στοιχείο επιτυχίας προβάλλει η αξιοποίηση της σεξουαλικότητάς της.
Η άκρα Δεξιά και οι φασίστες δεν είχαν άμεσα αποτελέσματα από τις δυνατότητες αυτής της ευνοϊκής κατάστασης. Η εκλογική τους καταγραφή σε όλη τη δεκαετία του 1990 δείχνει ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμα ώριμες για τον αποχαρακτηρισμό της άκρας Δεξιάς ως παράταξης επικίνδυνης για την ομαλή πολιτική και κοινωνική ζωή. Στην κατεύθυνση αυτή λειτουργούν και τρομοκρατικές ενέργειες, όπως η απόπειρα δολοφονίας του νεαρού αγωνιστή της Αριστεράς Δημήτρη Κουσουρή, από το ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής Αντώνη Ανδρουτσόπουλο («Περίανδρο»), το 1998.
Το 1993 η ΕΠΕΝ πήρε και πάλι 0,13%, όπως και το 1990. Στις ευρωεκλογές του επόμενου χρόνου θα συγκεντρώσει 0,78%, ενώ στον εκλογικό στίβο θα κάνει και την εμφάνισή της η Χρυσή Αυγή, παίρνοντας κάτι παραπάνω από 7.000 ψήφους και ποσοστό 0,11%. Οι ψήφοι της θα περιοριστούν στις 4.500 (0,07%) στις βουλευτικές εκλογές του 1996, όταν η ΕΠΕΝ θα πάρει 0,24% και το Κόμμα Ελληνισμού (προσωποπαγές σχήμα του ακροδεξιού επιχειρηματία Σωτήρη Σοφιανόπουλου) 0,18%. Το συνολικό 0,49%, λίγους μήνες μετά την Κρίση στα Ίμια και του θορύβου που είχε προκαλέσει η άκρα Δεξιά, φανερώνει και την αδυναμία εκλογικής αποκρυστάλλωσης της επιρροής της.
Αποτυχία συνιστά και το αποτέλεσμα τόσο των ευρωεκλογών του 1999 όσο και των βουλευτικών εκλογών του 2000. Στις πρώτες, 0,75% παίρνει η Πρώτη Γραμμή, με επικεφαλής τον Κ. Πλεύρη και με συμμετοχή και της Χρυσής Αυγής, 0,26% το Κόμμα Ελληνισμού και 0,12% το Ελληνικό Μέτωπο του Μ. Βορίδη, παρά τη στήριξή του από το είδωλο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, τον Ζαν Μαρί Λεπέν. Στις εκλογές του 2000 0,21% κερδίζει η Εθνική Συμμαχία του βασιλο-χουντικού εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερη Ώρα» και ιδιοκτήτη του καναλιού «Τηλε-Τώρα» Γρηγόρη Μιχαλόπουλου (θα καταδικαστεί αργότερα για εκβιασμούς πολιτικών και επιχειρηματιών), μόλις 0,18% η Πρώτη Γραμμή και 0,09% το Κόμμα Ελληνισμού.
Οι επόμενες εκλογές, του 2004, που διεξάγονται ταυτόχρονα και για το ευρωπαϊκό και για το ελληνικό κοινοβούλιο, σηματοδοτούν τομή για την ιστορία της ελληνικής άκρας Δεξιάς, λόγω της εμφάνισης ενός νέου κόμματος, του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑΟΣ). Το 2,1% για την ελληνική Βουλή, ανεβαίνει στο 4,12% στέλνοντας τον ηγέτη του ΛΑΟΣ, τον Γιώργο Καρατζαφέρη, στην Ευρωβουλή.
Η επιτυχημένη εκλογική καταγραφή ενός κόμματος στις γραμμές του οποίου συσπειρώνεται όλο σχεδόν το στελεχικό δυναμικό των ακροδεξιών και φασιστικών οργανώσεων, με εξαίρεση αυτό της Χρυσής Αυγής (που έχει αναστείλει προσωρινά τη λειτουργία της, ιδρύοντας την Πατριωτική Συμμαχία) και κάποιους μεμονωμένους παράγοντες του χώρου, στέλνει απειλητικό το μήνυμα: Το αυγό, που επί χρόνια εκκολαπτόταν, όπου να ‘ναι θα σκάσει. Το φίδι σύντομα θα σέρνεται και θα κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Όπως και έγινε λίγα χρόνια αργότερα, δηλαδή τώρα, στις μέρες που ζούμε.
Η αναφορά στο φαινόμενο αυτό δεν είναι πλέον υπόθεση του ιστορικού, αλλά του πολιτικού αναλυτή, του κοινωνιολόγου, του ψυχολόγου.  Και η αντιμετώπισή του υπόθεση του εργατικού, του λαϊκού και του νεολαιίστικου κινήματος, του γυναικείου κινήματος, του κόσμου του πολιτισμού, του μικρού εκείνου τμήματος της διανόησης που εξακολουθεί να ανησυχεί και δεν έχει συμβιβαστεί με τους ισχυρούς. Πάνω απ’ όλα, είναι υπόθεση της Αριστεράς, στο σύνολό της.
Βαθύ Κόκκινο
Share on Google Plus

About apenanti oxthi

Μια άλλη ματιά στην λεωφόρο των πληροφοριών.